Από τον Νικηφόρο Βυζαντινό.

Είς την εποχήν μας , μιάν εποχήν εξαιρετικής καταπτώσεως των πάντων, μιάν εποχήν πνευματικής καταχνιάς δίχως την παραμικρήν προοπτικήν για τον τόπο και την νεοελληνικήν κοινωνίαν, μια εποχή  κατά την οποίαν,
έχουν προ πολλού σημάνει οι καμπάνες των «τελευταίων ημερών της Πομπηίας», μιάν εποχή τέλος παρακμής είς αφόρητον σημείον, παρατηρείται συχνώς το φαινόμενο του εκχυδαισμού και της κακοποίησης
της Ελληνικής γλώσσης, είτε είς τον προφορικόν  (όπου είναι και το περισσότερον), είτε είς τον  γραπτόν δημόσιον λόγον και διάλογον.

Δυστυχώς την σήμερον ο κάθε αδαής, αστοιχείωτος, ο λαμβάνων ένα μικρόφωνο ή μία γραφίδα, καθίσταται ο «καθοδηγητής» ενός ολάκερου λαού, ενός λαού ηρωικού, με ένδοξην ιστορίαν και παρελθόν, ο
οποίον ομοιάζει σε νάρκη καθ όλον το έτος και δεν δείχνει το παραμικρόν ενδιαφέρον όπως  συμμετάσχει ενεργά είς την αλλαγήν των δημοσίων πραγμάτων, ενός λαού – φαντάσματος  του πρότερου εαυτού του ο
οποίος συνεχίζει να «γαλουχείται» μέσα είς τον  κοπρώνα αυτόν της δημόσιας χυδαιότητος , προερχομένης εκ μίας κουστωδίας  δημοσιογράφων, πολιτικών, καλλιτεχνών και άλλων δημοσίων προσώπων οι οποίοι θεωρούν
τον δημόσιο λόγο ως δωμάτιον της βρώμικης αξιακά ίσως και κυριολεκτικά, οικίας τους.

Αυτόν τον τόπο πρό πολλού, τον ελέγχουν είς όλους τους τομείς της δημοσίας ζωής, άνθρωποι υπό την πολύ ευρεία έννοια του όρου,  τα οποία και σέρνουν την ύπαρξη τους ανάμεσα των ζωντανών ως «χαμίνια της δημοσίας ζωής». «Άνθρωποι»σαφώς υπερεκτιμημένοι,  οι οποίοι για τον άλφα ή βήτα λόγο προωθούνται εκ του σύστηματος, έν σύστημα εξίσου βρώμικο, το οποίον πιστεύει πως εκχυδαίζοντας τον λαό και έχοντας μελετήσει ενδελεχώς την μιμητική τάση του ανθρώπου, θα μπορέσει και να τον ελέγξει καλύτερα.

Είναι γεγονός  πως απο την εποχή της λογοκρισίας περάσαμε είς την εποχήν της «ακράτειας», εκφράσεων, αμαθείας, λογικής, μηνυμάτων προς τους νέους, καθώς και γενικότερης δημόσιας συμπεριφοράς των όσων έχει ορίσει το μιντιακό σύστημα για πρότυπα ενός λαού. Το χειρότερον δε εξ αυτών των φαινομένων, δεν είναι τα φαινόμενα τα ίδια, αλλά η μη αντίδραση του συνόλου έναντι όλων αυτών, γεγονός το οποίον καταμαρτυρεί την πλήρη σύγχυση ή το χειρότερο, το μη ενδιαφέρον για οτιδήποτε άλλο, πέρα απο τα προς το ζείν και την μίζερη
πραγματικότητα του καθενός εξ ημών.

Κάπου εδώ κυρίες και κύριοι, έρχεται οι ευθύνη μας. Η ευθύνη όλων ημών των ανθρώπων οι οποίοι αποφασίζουν να σχηματίσουν ορισμένες λέξεις και προτάσεις είς  μιάν λευκήν κόλλα του χαρτιού και να τις αποδώσουν είς το κοινόν. Η ευθύνη μας, η απορρέουσα εξ αυτού του ρόλου, κρίνεται τεράστια, ουχί μόνον ως ένδειξη σεβασμού προς τα έντυπα τα οποία και μας φιλοξενούν, αλλά το κυριότερον ως προς  αυτόν τον συνάνθρωπό μας, ο οποίος προτίθεται να  πληρώσει απο το υστέρημα του για ένα φύλλο μιάς
εφημερίδας ή ενός περιοδικού και περιμένει από να αναγνώσει κάτι διαφορετικό, κάτι ιδιαίτερο, κάτι εξαιρετικό ίσως, συγκρινόμενο με την καθημερινότητα του.

Κάτι τέλος το οποίον θα τον κάμει καλύτερο άνθρωπο, θα τον βοηθήσει να ελπίσει και να αντέξει την ήδη δύσκολη διαδρομή του, κάτι το οποίον θα του προτάσει τον υγιή «τρίτο δρόμο» πέραν απο την αθλιότητα που βιώνει καθημερινά, κάτι που θα τον ξεκουράσει και θα τον αποσπάσει  θετικώς, απο τα του βίου είς ετέρας
ατραπούς.

Τα λάθος πρότυπα είς την δημοσίαν ζωήν, απηχούν την τάση μιάς κοινωνίας και το προς τα που θέλει να οδεύσει και είναι μέγα ατόπημα να θεωρείται ο Ελληνικός λαός ως χυδαίος λαός,  ο οποίος καταλαβαίνει
μόνον την χυδαίαν γλώσσα και έτσι εξαιτίας αυτού και εμείς την χρησιμοποιούμε. Μάλλον δέ, ισχύει πως την χρησιμοποιείτε όσοι την χρησιμοποιείτε, διότι απλούστατα δεν γνωρίζετε ουδεμίαν άλλην γλώσσα πέραν αυτής.

Κάποτε ο ποιητής και εθνομάρτυρας Λορέντζος Μαβίλης είχε αναφερθεί μετις ίδιες ακριβώς εκφράσεις αναφορικά με το τότε «γλωσσικόν ζήτημα αναμεταξύ δημοτικής και καθαρευούσης. Σήμερα έχοντας φτάσει είς τον κρημνόν και πέραν αυτού, το «γλωσσικόν ζήτημα» επανέρχεται υπό διαφορετικές συνθήκες και υπό διαφορετικό πρίσμα.  Η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της δημοτικής γλώσσης οδήγησε τον λαόν είς μη
αναστρέψιμον  πνευματικήν  ένδοιαν καθώς και σχεδόν πλήρη την αδυναμία εκφράσεως υψηλών νοημάτων και τελικώς στον ευκολότερο χειρισμό του, εκ  των εξουσιαστών του.

Γενικώς κύριοι της «δημοσιογραφίας», προσέξτε τις εκφράσεις σας. Με το να υβρίζετε δεν παίρνετε το μέρος του λαού, αλλά εκτίθεστε και αυτοαπαξιώνεστε όσο και απαξιώνετε έτι περαιτέρω το λειτούργημα της
δημοσιογραφίας. Ουδείς θα σας εκτιμήσει περισσότερον είς τον διαγωνισμόν αυτόν της αμαθείας, της άξεστης συμπεριφοράς, της απαξιώσεως και της δικής σας ακόμη αξιοπρέπειας. Εάν και εφόσον διαθέτετε κάποια υπολλείματα της ακόμη.

Οι δημοσιογραφούντες είναι διδάσκαλοι και πνευματικοί καθοδηγητές του λαού κι όποιος δεν το γνωρίζει ή δεν μπορεί να το δεχθεί, δεν πρέπει και δεν θα πρέπει να έχει την παραμικράν θέσιν δημοσίου βήματος. Σταματήσατε να ενεργείτε ως διαφθορείς του λαού μέσω του οποίου καταφέρνετε να ζείτε και να υπάρχετε ακόμη. Ο κόσμος πρέπει να μάθει να επιλέγει ανθρώπους εκ των οποίων έχει να διδαχθεί και μπορεί να τον κατευθύνουν προς μία θετική κατεύθυνση.

Μόνον μετασχηματιζόμενοι άπαντες, προς το θετικόν είς καθημερινήν βάσιν, θετικοποιούμε την κοινωνία μας ολάκερη.