Γράφει ο Ερμής:

Νόμιζα ότι δεν υπήρχε πλέον τίποτα που θα μπορούσε να με εκπλήξει, αλλά η χθεσινή μου εμπειρία με διέψευσε για άλλη μια φορά.

Ήταν απόγευμα κι εγώ δούλευα στον κήπο, όταν αντίκρισα τον Ζέφυρο να επιστρέφει σπίτι κρατώντας στην αγκαλιά του ένα μικρό αρκουδάκι. Στην αρχή δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Μου φαινόταν αδιανόητο το θέαμα. Κι όμως ήταν αληθινό και απολύτως λογικό όταν μάθαμε, εγώ και η Αμβροσία, τι ακριβώς είχε συμβεί.

Το αρκουδάκι ζει με την οικογένειά του βαθειά στο δάσος. Χθες το πρωί, ξύπνησε και πήγε στο ποτάμι για να πιει νερό. Εκεί είδε ξαφνικά ένα φύλλο να σηκώνεται από το έδαφος και να στροβιλίζεται χάρη στη δυνατή πνοή του Ζέφυρου.

«Τι όμορφο που είναι!!» σκέφτηκε το αρκουδάκι και κάθισε να το παρατηρήσει.

Όσο πιο δυνατά φυσούσε ο Ζέφυρος, τόσο πιο ψηλά πετούσε το φύλλο κι έμοιαζε να χορεύει.

Ένα φύσημα, ένα βήμα και σιγά – σιγά άρχισε να απομακρύνεται από το ποτάμι. Το αρκουδάκι το ακολούθησε και προσπάθησε να μιμηθεί τις χορευτικές του κινήσεις. Το φύλλο όμως ήταν ελαφρύ και τού ήταν εύκολο να αιωρείται στον αέρα, αντίθετα με το αρκουδάκι που δεν είχε ξαναπροσπάθησει να χορέψει και γι’ αυτό έπεφτε όποτε επιχειρούσε μια πιρουέτα. Δεν απογοητευόταν όμως. Σηκωνόταν και συνέχιζε γιατί ήταν μαγεμένο από τη χάρη του φύλλου.

Ξαφνικά ο αέρας σταμάτησε και το φύλλο έπεσε στη γη.

«Τι κρίμα!!» αναφώνησε το αρκουδάκι. «Τέλος το παιχνίδι. Τώρα πρέπει να γυρίσω στο σπίτι».

Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί. Καθώς ακολουθούσε το φύλλο, απομακρύνθηκε από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να επιστρέψει. Τρομαγμένο, άρχισε να κλαίει.

Ο Ζέφυρος το είδε και το λυπήθηκε.

«Γιατί κλαις μικρό μου;» το ρώτησε.

Το αρκουδάκι τού εξήγησε τι συνέβη και εκείνος αποφάσισε να το βοηθήσει.

«Έλα, θα βρούμε μαζί τους γονείς σου», τού είπε και το πήρε στην αγκαλιά του.

Έφερε λοιπόν το αρκουδάκι στο σπίτι και το εμπιστεύτηκε στην Αμβροσία για να το φροντίσει, ενώ εκείνος αναζητούσε την οικογένειά του.

Τρεις ολόκληρες ώρες πέρασαν μέχρι να επιστρέψει ο Ζέφυρος στο σπίτι. Πήγε ξανά σε όλα τα σημεία του δάσους, από όπου πέρασε το πρωί και ευτυχώς κατάφερε να εντοπίσει τους γονείς και τα αδέλφια του μικρούλη μας, που είχαν τρελαθεί από την αγωνία τους γιατί νόμιζαν ότι εξαφανίστηκε.

Μόλις ο Ζέφυρος ανακοίνωσε στο αρκουδάκι ότι σύντομα θα είναι κοντά στους δικούς του, ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Το πήρε πάλι στην αγκαλιά του και το μετέφερε στο σπίτι του.

«Να παίζεις και να διασκεδάζεις, αλλά να είσαι προσεκτικός», τού είπε αποχαιρετώντας το.

«Ναι Ζέφυρε», υποσχέθηκε εκείνο και χώρισαν με ένα τρυφερό αγκάλιασμα.

 

Συνταγή της Αμβροσίας: Αρκουδάκια

Υλικά:

Για το παντεσπάνι:

300 γραμμάρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του

300 γραμμάρια ζάχαρη

8 αυγά

Βανίλια

 

Για το γλάσο σοκολάτας

2 κουβερτούρες

 

Εκτέλεση:

Σ’ ένα μπολ χτυπάμε τους κρόκους των αυγών με την ζάχαρη έως ότου ασπρίσουν. Σε άλλο μπολ χτυπάμε τα ασπράδια των αυγών για να γίνουν μαρέγκα. Στο μίγμα με τους κρόκους ρίχνουμε τη βανίλια και προσθέτουμε εναλλάξ τη μαρέγκα με το αλεύρι. Ανακατεύουμε ελαφρά και ρίχνουμε το μίγμα σε τετράγωνο ταψί, όπου έχουμε στρώσει χαρτί ψησίματος. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο C για 15΄- 20΄. Τρυπάμε το παντεσπάνι με ένα μαχαίρι για να δούμε ότι ψήθηκε και προσέχουμε ώστε να μην γίνει χοντρό. Μόλις ψηθεί, το αφήνουμε να κρυώσει και το κόβουμε με μια φόρμα σε σχήμα αρκουδάκι.

Ετοιμάζουμε τη σοκολάτα:

Λιώνουμε τις κουβερτούρες σε μπεν μαρί, προσθέτουμε βούτυρο και ανακατεύουμε.

Βουτάμε κάθε αρκουδάκι στο γλάσο σοκολάτας και το τοποθετούμε πάνω σε λαδόκολλα για να στεγνώσει. Για τα ματάκια χρησιμοποιούμε μικρά στρόγγυλα ασημοκούφετα, για τη μυτούλα δυο κόκκινα πιπεράκια και για το στόμα μία λεπτή φετούλα γλυκό κερασάκι.