Γράφει ο Ερμής:

Χθες το βράδυ έκανε πολύ κρύο και καθώς καθόμασταν κοντά στο αναμμένο τζάκι, πίνοντας ζεστή σοκολάτα και μασουλώντας τα μπισκοτάκια της Αμβροσίας, ο Ζέφυρος μας διηγήθηκε άλλη μια από τις παράξενες ιστορίες του. Κάτι που συνέβη μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, όπως χθες.

«Την εποχή που έγιναν τα γεγονότα που θα σας αφηγηθώ» ξεκίνησε ο Ζέφυρος, «ζούσαν πολλές αλεπούδες στην περιοχή. Οι κάτοικοι των χωριών φοβόντουσαν για τις περιουσίες τους και γι’ αυτό έβαζαν παγίδες στο δάσος. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύονταν και παράλληλα κέρδιζαν χρήματα, αφού εμπορεύονταν τις γούνες.

Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωινό και ένας νεαρός ξυλοκόπος, ενώ περπατούσε στο δάσος, άκουσε έναν περίεργο θόρυβο, σαν κλάμα. Ακολούθησε τον ήχο και έφθασε σε ένα ξέφωτο όπου αντίκρισε μια μικρή αλεπουδίτσα. Το ποδαράκι της είχε πιαστεί στην δαγκάνα και εκείνη, τραυματισμένη, προσπαθούσε να ξεφύγει. Μόλις είδε τον ξυλοκόπο, νόμισε ότι θα την σκοτώσει και τρομαγμένη τού ζήτησε να την λυπηθεί.

«Μην με σκοτώσεις!! Σε παρακαλώ!! Ελευθέρωσέ με και άφησέ με να φύγω!!»

Ο ξυλοκόπος ξαφνιάστηκε και ρώτησε την αλεπουδίτσα.

«Πώς είναι δυνατόν να μου μιλάς; Δεν είσαι παρά ένα ζώο!!»

«Ναι, είμαι αλεπού, αλλά έχω ορισμένες ιδιαίτερες ικανότητες. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με και θα σου χαρίσω ό,τι θέλεις», απάντησε εκείνη, παίρνοντας θάρρος από την ήρεμη στάση του νεαρού.

Εκείνος την κοίταξε, σκέφτηκε για λίγο και μετά την πλησίασε και προσεκτικά αφαίρεσε την παγίδα.

«Θα σου δέσω την πληγή κι ελπίζω να θεραπευτεί γρήγορα το πόδι σου», της είπε.

«Αχ, σ’ ευχαριστώ!! Σ’ ευχαριστώ!! Είσαι τόσο καλός!! Πες μου λοιπόν. Πώς μπορώ να ανταποδώσω την βοήθειά σου; Τι θέλεις να σου δώσω;»

«Τίποτα. Εγώ δεν χρειάζομαι απολύτως τίποτα. Εξάλλου δεν σε ελευθέρωσα για να κερδίσω κάτι. Θα το έκανα ούτως ή άλλως γιατί δεν μου αρέσει να κακομεταχειρίζονται τα ζώα».

«Όμως εγώ θέλω να σου προσφέρω ένα δώρο. Δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να κάνω για εσένα;»

«Η επιθυμία μου είναι να εξαφανιστεί η εχθρότητα από τους συγχωριανούς μου. Τα τελευταία χρόνια μαλώνουν διαρκώς και χάθηκε η ενότητα και η αγάπη. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν θα μπορούσες να το υλοποιήσεις. Σωστά;»

«Είναι αλήθεια ότι δεν έχω τόσο μεγάλη δύναμη. Μόνο ο Φύλακας της Αγάπης μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή σου. Έλα μαζί μου και θα σε οδηγήσω σε αυτόν».

Ο ξυλοκόπος λοιπόν την ακολούθησε μέχρι ένα μικρό σπιτάκι, όπου κατοικούσε ο Φύλακας της Αγάπης, στο βάθος του δάσους. Εκεί η αλεπουδίτσα τού εξήγησε τι θέλουν κι εκείνος είπε:

«Ούτε εγώ, ούτε κανείς δεν μπορεί να χαρίσει την Αγάπη. Υπάρχει όμως ένας τρόπος να διαδοθεί».

«Να διαδοθεί; Τι εννοείς, Φύλακα;» ρώτησε ο ξυλοκόπος.

«Πάρε αυτό το κουτάκι. Την παραμονή των Χριστουγέννων, ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα, εάν ανοίξει το κουτάκι ένας άνθρωπος με αγνή καρδιά, τότε η φλόγα της Αγάπης θα σκορπίσει και θα αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους. Εφόσον βρεις αυτό το άτομο, τότε η ευχή σου θα πραγματοποιηθεί. Πρόσεξε όμως. Εάν δεν τηρηθούν όσα αναφέρει ο θρύλος, τότε το αιώνιο μίσος θα κυριαρχήσει στον κόσμο».

Η αλεπουδίτσα και ο ξυλοκόπος ευχαρίστησαν τον Φύλακα κι έφυγαν.

Απέμενε μια εβδομάδα για την παραμονή των Χριστουγέννων κι ενώ στην αρχή ο νεαρός μας ήρωας νόμιζε ότι ήταν εύκολο να βρει το κατάλληλο άτομο, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος. Ο χρόνος που είχε στη διάθεσή του τελείωνε κι εκείνος δεν είχε κατορθώσει να εντοπίσει έναν καλοσυνάτο άνθρωπο. Όλοι γύρω του διαπληκτίζονταν και ήταν πάντα ετοιμοπόλεμοι.

Απελπισμένος, καθόταν στο σπίτι του και αναρωτιόταν τι μπορούσε να κάνει. Ξαφνικά άκουσε έναν χτύπο στο παράθυρό του και είδε την αλεπουδίτσα. Της άνοιξε κι εκείνη τρύπωσε γρήγορα μέσα.

«Λοιπόν; Τι έκανες; Σε μια ώρα λήγει η προθεσμία. Βρήκες το κατάλληλο άτομο;» τον ρώτησε.

«Δυστυχώς όχι. Ομολογώ ότι απέτυχα», απάντησε ο ξυλοκόπος. «Είχα μια ευκαιρία και την έχασα».

«Καλά. Έχουμε λίγο χρόνο ακόμη. Ας σκεφτούμε και ίσως να βρούμε μια λύση», απάντησε η αλεπουδίτσα.

Κάθισε λοιπόν κοντά του, αλλά η ώρα περνούσε δίχως να κάνουν τίποτα. Κάποια στιγμή ο ξυλοκόπος κοίταξε το ρολόι.

«Πέντε λεπτά μόνο απέμειναν. Ας παραδεχτούμε ότι όλα τέλειωσαν. Να, πάρε το κουτάκι κι επέστρεψέ το στον Φύλακα».

«Όχι. Δεν θα το επιστρέψω. Άνοιξέ το εσύ».

«Εγώ; Μα ο Φύλακας είπε…»

«Ότι πρέπει να το ανοίξει κάποιος με αγνή καρδιά κι εγώ νομίζω ότι εσύ είσαι αυτός. Βιάσου όμως γιατί μένει μόνο ένα λεπτό».

Ο ξυλοκόπος πήρε στα χέρια του το κουτάκι και το κοίταξε καλά. Ήταν ένα μικρό, απλό ξύλινο κουτάκι. Η αλεπουδίτσα δεν τον είχε πείσει. Φοβόταν την προειδοποίηση για το αιώνιο μίσος. Ο χτύπος ωστόσο του ρολογιού και οι φωνές της αλεπουδίτσας, που τον καλούσαν να βιαστεί, δεν του άφησαν περιθώριο σκέψης και αυθόρμητα άνοιξε το καπάκι.

Μια μικρή φωτεινή λάμψη ξεπήδησε από το εσωτερικό και τύλιξε για μια στιγμή τον ξυλοκόπο. Ύστερα γλίστρησε έξω και άρχισε να μεγαλώνει και να αγκαλιάζει όλα τα σπίτια. Ήταν πια τόσο φωτεινή που νόμιζε κανείς ότι ήταν ημέρα και όχι νύχτα. Οι κάτοικοι βγήκαν στις αυλές, αγκαλιάζονταν και ζητούσαν συγγνώμη ο ένας από τον άλλο.

«Βλέπεις!! Πέτυχε!! Η λάμψη είναι η Αγάπη. Είχα δίκιο για την αγνή σου καρδιά», αναφώνησε η αλεπουδίτσα.

Ο ξυλοκόπος, χαρούμενος, παρατηρούσε τους συγχωριανούς του να συμφιλιώνονται. Ίσως η αλεπουδίτσα να είχε δίκιο. Αυτό που προείχε όμως για εκείνον δεν ήταν να πάρει τα εύσημα, αλλά να παρακαλέσει τον Φύλακα να του αποκαλύψει ποιο ήταν το μυστικό για να μείνει κοντά τους η Αγάπη και να μην ξαναφύγει».

 

Συνταγή της Αμβροσίας: Το λικέρ της αγάπης

Υλικά:

2 βαθιά πιάτα με πέταλα από μαγιάτικα τριαντάφυλλα

¾ του κιλού ζάχαρη

1 κιλό τσικουδιά (άοσμη και δυνατή)

½ κιλό κουαντρό

 

Εκτέλεση:

Τοποθετούμε σ’ ένα μπολ τα ροδοπέταλα με την ζάχαρη. Τα τρίβουμε και τα αφήνουμε 2- 3 ώρες. Έπειτα τα βάζουμε σε μια κατσαρόλα και προσθέτουμε ένα ποτήρι νερό. Τα βράζουμε και μόλις είναι έτοιμα, απομακρύνουμε την κατσαρόλα από την φωτιά και περιμένουμε να κρυώσουν. Στη συνέχεια τα τοποθετούμε σε ένα γυάλινο βάζο και ρίχνουμε την τσικουδιά και το κουαντρό. Κλείνουμε καλά το βάζο και το τοποθετούμε για τριάντα ημέρες σε σκιερό σημείο. Ανακινούμε το βάζο καθημερινά και ύστερα από τριάντα ημέρες, στραγγίζουμε το ποτό χρησιμοποιώντας διπλή γάζα και το τοποθετούμε σε μποτίλια.