από τον Φώτιο Καλιαμπάκο.

NEΑ ΥΟΡΚΗ. Η διάσημη Βασιλική Ορχήστρα του Concertgebouw (Κοντσερτγκεμπάου) του Αμστερνταμ είναι μια από τις κορυφαίες ορχήστρες της υφηλίου. Στις σχετικές, και με σχετική αξία, αλλά πάντα ενδεικτικές, κατατάξεις που γίνονται κατά καιρούς από έντυπα του χώρου, η ορχήστρα εναλλάσσεται στις τέσσερις πρώτες θέσεις του καταλόγου των ευρωπαϊκών ορχηστρών με τις Φιλαρμονικές της Βιέννης και του Βερολίνου και τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας.

Την εποχή που διευθυντής της ήταν ο Mariss Jansons, το 2008, σε μια τέτοια κατάταξη του ιστορικού περιοδικού «Grammophone», η ολλανδική ορχήστρα βρέθηκε στην πρώτη θέση της παγκόσμιας, σε εκείνη την περίπτωση, κατάταξης.

Συχνά, αν και όχι τόσο όσο θα επιθυμούσε κανείς δεδομένης της καλλιτεχνικής ποιότητας του συνόλου, η ορχήστρα επισκέπτεται και τη Νέα Υόρκη. Η φετινή, μία μόνο, εμφάνιση της ορχήστρας στο Carnegie Hall, έγινε υπό τη διεύθυνση του χαμηλού μεν προφίλ αλλά ιδιαίτερης αξίας Ρώσου αρχιμουσικού Semyon Bychkov, ο οποίος πάντα αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις στις, όχι σπάνιες, εμφανίσεις του στη Νέα Υόρκη.

Ο Ρώσος αρχιμουσικός Semyon Bychkov οδήγησε σε μια κορυφαία επίδοση τη Royal Concertgebouw Orchestra του Αμστερνταμ στο Κάρνεγκι Χολ. Steve J. Sherman/Carnegie Hall.
Ο Ρώσος αρχιμουσικός Semyon Bychkov οδήγησε σε μια κορυφαία επίδοση τη Royal Concertgebouw Orchestra του Αμστερνταμ στο Κάρνεγκι Χολ. Steve J. Sherman/Carnegie Hall.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε την περσινή του εμφάνιση με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στην Εκτη συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ, ενώ πριν από μερικά χρόνια η επίδοσή του στον «Οθέλλο» της ΜΕΤ μας έμεινε αξέχαστη.

Στο πρώτο μέρος παρουσιάστηκε το έργο, «Theatrum bestiarum» του παρόντα στην αίθουσα Γερμανού συνθέτη Detlev Glanert, μια απόπειρα ορχηστρικής περιήγησης στις μη-κολακευτικές πλευρές της ανθρώπινης φύσης.

Πάντως, μια και το έργο έχει ιστορικές αναφορές, η καλύτερη προσέγγισή του ίσως να χρειάζεται και μια ακρόαση της σχετιζόμενης με αυτό, όπερας του συνθέτη με τον τίτλο «Καλιγούλας», όπου οι βαρβαρότητες της Ρωμαϊκής εποχής έρχονται σε συσχετισμό με αυτές της γερμανικής ιστορίας του 20ού αιώνα. Το κοινό αντάμειψε με ένα πλούσιο χειροκρότημα τις ενδιαφέρουσες ορχηστρικές αναζητήσεις του συνθέτη.

Ο Γερμανός συνθέτης Detlev Glanert (αριστερά δίπλα στο μαέστρο Semyon Bychkov) στη σκηνή του Κάρνεγκι Χολ κατά τη διάρκεια του χειροκροτήματος μετά την παρουσίαση του έργου του Theatrum bestiarum για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη. J. Sherman/Carnegie Hall.
Ο Γερμανός συνθέτης Detlev Glanert (αριστερά δίπλα στο μαέστρο Semyon Bychkov) στη σκηνή του Κάρνεγκι Χολ κατά τη διάρκεια του χειροκροτήματος μετά την παρουσίαση του έργου του Theatrum bestiarum για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη. J. Sherman/Carnegie Hall.

Στο έργο του Μάλερ η επίδοση της ορχήστρας ήταν κορυφαία, συγκίνησε και καθήλωσε το κοινό. Δεν ήταν μόνο η εκπληκτικής ακρίβειας επίδοση των χάλκινων πνευστών, των πολύ εκφραστικών ξύλινων πνευστών και των, σε σχεδόν απίστευτο βαθμό, εκλεπτυσμένων εγχόρδων, καθώς και η ισορροπία μεταξύ των γκρουπ των οργάνων τα στοιχεία που καθόρισαν το αποτέλεσμα.

Το κυριότερο ήταν η προσέγγιση του έργου από τον Bychkov, ο οποίος χωρίς να χάσει την εποπτεία του όλου, με έντονο λυρισμό και πάθος διαφοροποιούσε τα μέρη του έργου, και πέτυχε ο συνολικός ήχος να είναι αντίστοιχος των μεγάλων ερμηνευτών του συνθέτη από το παρελθόν, «ήχος Μάλερ», όπως αναφώνησε εν είδει κομπλιμέντου προς τους μουσικούς της Φιλαρμονικής της Βιέννης κατά τη διάρκεια μιας πρόβας επίσης της Πέμπτης συμφωνίας, ο Leonard Bernstein: «Mahler-Klang».

Ο απόλυτος έλεγχος του Bychkov στην ορχήστρα κατά τη διάρκεια του πρώτου έργου ήταν μια επιπλέον ένδειξη του ότι ήταν επιλογή του στο δεύτερο να μην επιδιώξει τον κυριαρχικό έλεγχο πάνω στους μουσικούς που ίσως επηρέαζε αρνητικά ή και «αποστέωνε» το αποτέλεσμα, αλλά να τους δώσει την ευκαιρία να αναδείξουν ποιότητες μουσικής δωματίου.

Αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μοναδικής ερμηνείας, το ότι, το βάθος της προσέγγισης του Bychkov συνδυάστηκε με το γεγονός πως η ορχήστρα αφέθηκε να «αναπνέει» αναδεικνύοντας μια μοναδική μουσικότητα, με κορυφαία σημεία την ανάγνωση του Πρώτου μέρους που αναδείκνυε τα πολλά επίπεδα της μουσικής και την απόδοση της τρυφερής μελαγχολίας του διάσημου Adagietto.

Ετσι χωρίς καθόλου να υστερούν σε ακρίβεια, αλλά μάλλον να εντυπωσιάζουν, ιδίως τα χάλκινα πνευστά, σε ακρίβεια, οι μουσικοί από το Αμστερνταμ ήταν κατά την ταπεινή μας γνώμη, πιο κοντά στο πνεύμα της μουσικής του Μάλερ και μάλλον «νίκησαν στα σημεία» τους συναδέλφους τους από τη Φιλαδέλφεια και το Βερολίνο, οι οποίοι υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle ερμήνευσαν, επίσης βέβαια σε πολύ υψηλό επίπεδο, στο ίδιο χώρο πριν από μερικές εβδομάδες την Εκτη και την Εβδόμη συμφωνία του συνθέτη αντίστοιχα.

Και στην Αθήνα…

Τόσο η ορχήστρα από το Αμστερνταμ όσο και η Φιλαρμονική του Βερολίνου πριν από τις εμφανίσεις τους στη Νέα Υόρκη είχαν κάνει από μία επίσκεψη η καθεμία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπως και η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ.

Αυτές οι επισκέψεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν χάρη στη χορηγία κάποιου Ελληνα από το Λονδίνο, ο οποίος επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος, συμβάλουν στο να διατηρείται σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο η μουσική ζωή της Αθήνας τα δύσκολα, και για τον πολιτισμό, χρόνια που περνάει η χώρα, μαζί βέβαια, κάτι που είναι ακόμα πιο σημαντικό από τους υψηλούς προσκεκλημένους, με τις προσπάθειες των εγχωρίων θεσμών.

Ενας από αυτούς η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έχει και αυτή τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της τις αριστουργηματικές, αλλά και πολύ απαιτητικές συμφωνίες του Μάλερ και θα παρουσιάσει στο πρόγραμμα του Δεκεμβρίου το Αντάτζιο από την ημιτελή Δεκάτη συμφωνία του συνθέτη και αργότερα την Ενάτη.

Πηγή: www.ekirikas.com