Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε το 1602. Στο έργο αυτό του Caravaggio, ο Ματθαίος απεικονίζεται ως ένας απλός θνητός. Το πόδι του στηρίζεται σε ένα μικρό ξύλινο έπιπλο. Με αυτό το χαρακτηριστικό, ο καλλιτέχνης θέλει να τονίσει πως ο Ματθαίος έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά όπως όλοι οι υπόλοιποι θνητοί. Για τον λόγο αυτό ο εν λόγω πίνακας απορρίφθηκε από το Παρεκκλήσι Κονταρέλι στην Εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου της Ρώμης, που παρήγγειλε στον Caravaggio τη δημιουργία αυτού του έργου. Η εν λόγω εικόνα, όπου ο άγγελος Κυρίου θα οδηγούσε το χέρι του Ματθαίου για να γράψει το πρώτο Ευαγγέλιο με την ζωή Εκείνου που σταυρώθηκε επιμένοντας πως είναι ο γιος του ανθρώπου, θα έμπαινε κεντρική στο παρεκκλήσι για να την βλέπουν όλοι – για να βλέπουν το πώς ο Θεός μετά τον γιο Του παρέδωσε στους ανθρώπους και τον Λόγο Του. Η πρώτη εικόνα του ζωγράφου με αυτό το θέμα δεν στάθηκε τυχερή: πέρα από την απόρριψή της ως βλάσφημη, μιαρή ή ό,τι άλλο εκ μέρους των ιερέων της εκκλησίας, της έμελλε τρεισήμισι αιώνες αργότερα να καταστραφεί μαζί με ολόκληρο το Μουσείο του Αυτοκράτορα Φρειδερίκου στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Βερολίνου το 1945.  Από τον πίνακα μας έμεινε μόνο η ασπρόμαυρη φωτογραφία του – ένας ασπρόμαυρος Καραβάτζιο, κάτι σαν αμφισβητούμενο όνειρο.

O άγγελος-ερωτιδέας με φτερά από λευκό κερί, έχει μόλις πατήσει στη γη  γέρνει πάνω στον καθισμένο Ματθαίο και οδηγεί το χέρι του. Αυτό που βλέπουμε περισσότερο από όλα στην ασπρόμαυρη αναπαραγωγή είναι τα πόδια του Ματθαίου, κατόπιν τα χέρια του, το φαλακρό του κρανίο’ εκεί πέφτει το φως – σωστότερα: εκεί το ρίχνει ο φωτιστής της εικόνας. Είναι σημαδεμένη η σάρκα του Ματθαίου, γεμάτη ρυτίδες και αυλακιές. Ο Ευαγγελιστής, αυτός που θα φανερώσει τον Λόγο του Θεού είναι ένας ασήμαντος δουλευτής – αγρότης, γεωργός, χειρωνάκτης, αχθοφόρος, κάτι τέτοιο.

Ιδιαίτερη ένταση έχει η αντίθεση της δυναμικής φιγούρας του Ματθαίου με την με το σκοτεινό φόντο. Σε όλα τα έργα του Caravaggio αποτυπώνεται ο πολύπλοκος ψυχισμός του. Ένας καλλιτέχνης ρεαλιστής, ο οποίος δεν αρέσκεται στις ιδανικές άυλες μορφές αλλά παρόλα αυτά η έννοια της ομορφιάς έχει έντονη παρουσία στα έργα του. Οι φιγούρες του συνδυάζουν τα χαρακτηριστικά της σκληρότητας με την ομορφιά. Αυτός ο συνδυασμός καλύπτει ένα καλλιτεχνικό φάσμα, το οποίο παρέμενε κενό.

Βιογραφία

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο (ιταλ.: Michelangelo Merisi da Caravaggio, 29 Σεπτεμβρίου 157118 Ιουλίου 1610), γνωστός περισσότερο απλά ως Καραβάτζο, ήταν Ιταλός ζωγράφος, το έργο του οποίου ανήκει χρονικά στα τέλη του 16ου έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Αν και οι πρώιμοι πίνακές του περιλάμβαναν κυρίως προσωπογραφίες, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους θρησκευτικών σκηνών. Το νατουραλιστικό ύφος του και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης των αποστόλων και των μαρτύρων στα έργα του θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσαν τις βλέψεις της Αντιμεταρρύθμισης.[4] Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης, ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζο, σφράγισε την μπαρόκ σχολή της ζωγραφικής.[5]

Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους ζωγράφους, ενώ σημαντική θεωρείται η συνολική επίδρασή του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική.[6] Παρά την επίδραση που είχε το έργο του στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας έως σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Στις 29 Μαΐου του 1606, κατά τη διάρκεια λογομαχίας, o Καραβάτζο σκότωσε με μαχαίρι ένα νεαρό ονόματι Ρανούτσιο Τομασσόνι. Τα αίτια ενδεχομένως να ήταν οικονομικά ή/και ερωτικά ή πολιτικά. Ο ίδιος τραυματίστηκε αλλά κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι φίλοι του που ήταν παρόντες στο επεισόδιο φυλακίστηκαν. Για την πράξη του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και εξορία, γεγονός που έδινε το δικαίωμα σε κάθε μέλος της αστυνομίας του Βατικανού να τον εκτελέσει επιτόπου. Ο Καραβάτζο εγκατέλειψε μεταμφιεσμένος τη Ρώμη αφού αναζήτησε μάταια καταφύγιο στους πρώην προστάτες του. Πρώτο σταθμό της περιπλάνησής του αποτέλεσε η Νάπολι, όπου παρέμεινε αρχικά για περίπου οκτώ μήνες. Η φήμη του Καραβάτζο ήταν ήδη πολύ μεγάλη και σε αυτό το διάστημα ολοκλήρωσε αρκετές παραγγελίες έργων με κυριότερα την Παναγία του Ροζαρίου, τις Επτά πράξεις ελεημοσύνης και τη Μαστίγωση του Χριστού, όλα τους αριστουργήματα.

Παρά την μεγάλη του επιτυχία και φήμη, εγκατέλειψε την πόλη και έφυγε για την Μάλτα. Η πιο πιθανή αιτία της μετακίνησής του θεωρείται η πρόθεσή του να γίνει Ιππότης του Τάγματος της Μάλτας, ώστε να μπορεί πιο εύκολα να διεκδικήσει μια απονομή χάριτος από τον Πάπα και να επιστρέψει στο μέλλον στη Ρώμη. Εκεί έζησε για περίπου πέντε μήνες, διάστημα στο οποίο ολοκλήρωσε το έργο Ο Άγιος Ιερώνυμος στο σπουδαστήριο του για τον καθεδρικό ναό της Βαλέτας. Άλλοι αξιοσημείωτοι πίνακες της ίδιας περιόδου είναι ο τεραστίων διαστάσεων Αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζο), η προσωπογραφία του Μεγάλου Μάγιστρου Alof de Wignacourt, καθώς και ο Ερωτιδέας που κοιμάται, έργο που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το ασκητικό πνεύμα των Ιπποτών. Ο Καραβάτζο τελικά εκδιώχθηκε από το τάγμα, χαρακτηριζόμενος ως “διεφθαρμένος και ρυπαρός” (putridum et foetidum) και κατέφυγε στη Σικελία, αρχικά στις Συρακούσες και αργότερα στη Μεσσίνα.

Το 1609 επέστρεψε στη Νάπολι όπου έγινε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, οι λόγοι της οποίας παραμένουν άγνωστοι. Το καλοκαίρι του 1610 αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και έφτασε με πλεούμενο στο κοντινό στη Ρώμη λιμάνι Πόρτο Έρκολε που βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή, ενώ πιθανότατα σταμάτησε να ζωγραφίζει. Εκεί φέρεται να συνελήφθη και να εξαγόρασε την απελευθέρωσή του, τα ίχνη του όμως χάνονται σε αυτό το σημείο. Στις 28 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε η είδηση του θανάτου του διάσημου ζωγράφου, ενώ τρεις ημέρες αργότερα μία νέα δημοσίευση αναφερόταν σε θάνατό του από σοβαρή ασθένεια. Ως επίσημη ημερομηνία θανάτου του θεωρείται η 18η Ιουλίου, ωστόσο παραμένει υπό διερεύνηση τόσο ο ακριβής χρόνος όσο και η αιτία του θανάτου του.

Παρουσίαση: Άρια Σωκράτους