Γράφει η Ισμήνη Χαρίλα

«Η Τέχνη να είσαι παππούς, είναι ένα βιβλίο του μέλλοντος» σχολίασε ο Αραγκόν για το έργο του Βίκτωρος Ουγκώ που δημοσιεύτηκε στις 14 Μαΐου 1877.

Έξι χρονια αργότερα από τον θάνατο του γιου του Σαρλ, ο Γάλλος δημιουργός εκφράζει μέσω της ποιητικής αυτής συλλογής (πρωτότυπος τίτλος «L’ Art d’être grand – père») την αγάπη και τις σκέψεις του για τα εγγόνια του Ζωρζ και Ζαν.

Ενσαρκωτής του ρομαντισμού ο Ουγκώ δεν εστιάζει μόνο στα τρυφερά συναισθήματα, που τρέφει ένας παππούς, αλλά και στις ιδέες ενός ανθρώπου που ασχολείται με τα κοινά και ενδιαφέρεται για το μελλοντικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι γνωστή εξάλλου η πολιτική του δράση – ιδίως μετά τον θάνατο της κόρης του Λεοπολντίν – αφού το 1848 εξελέγη βουλευτής, ενώ μετά το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851 έζησε εξόριστος περίπου είκοσι χρόνια στο Τζέρσυ και στο Γκέρνσεϋ.

Ο έκδηλος λυρισμός του αποτυπώνεται στις αναμνήσεις, τα συναισθήματα, το όνειρο και την φαντασία. Ο ποιητής συναντά τον στοχαστή και τα παιδιά μετουσιώνονται στους δυστυχισμένους και εξαθλιωμένους του κόσμου:

«Oh! Je voudrais bien voir, par exemple, les rois

S’étonner que des nains puissent avoir un monde!»[1]

Ένας χαμένος παράδεισος είναι η μικρογραφία του κόσμου, όπου το καλό αντιπαλεύεται το κακό και η παιδική αθωότητα μάχεται την ενοχή της ενηλικίωσης:

«Car l’enfant a besoin du rêve plus que l’homme,

Cette terre est si laide alors qu’on vient du ciel!»[2]

Η στοργή του Ουγκώ για τα εγγόνια του είναι έκδηλη σε ολόκληρο το έργο και η λατρεία του γι’ αυτά συνοψίζεται στην παραδοχή της ήττας του:

«Été quarante ans fier, indompté, triomphant;

Et me voilà vaincu par un petit enfant»[3].

Σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του, αντιμετωπίζοντας τα εμπόδια στην πολιτική του σταδιοδρομία και ταυτόχρονα τις απώλειες αγαπημένων προσώπων, νιώθει αναγεννημένος από την παρουσία της Ζαν και του Ζωρζ, παρόλο που δεν διστάζει να αποκαλύψει την πικρία του για την εξορία του:

«Proscrivez-vous l’été? M’exilez-vous des fleurs?»[4]

Τα παιδιά δεν είναι παρά το δώρο του Θεού, ενώ ο χρόνος ξεπερνά τα όριά του και το παρόν αντικατοπτρίζεται στο μέλλον.

Ο ποιητής ομοιάζει μ’ ένα μοναχικό περιπατητή που ονειρεύεται την ισότητα των ανθρώπων, την αγάπη, τον οίκτο και την συγχώρεση:

«Je rêve la douceur, la bonté, la pitié,

Et le vaste pardon. De là ma solitude». [5]

Ένας φιλόσοφος που πρεσβεύει την αντικειμενικότητα, πιστεύει στη δικαιοσύνη, καταρρίπτει τον διαχωρισμό των ατόμων, κηρύττει την αδελφοσύνη και καταδικάζει τον δογματισμό του κλήρου:

«Toutes les robes, juge et vierge, femme et prêtre,

Mentent ou mentiront». [6]

«Η Τέχνη να είσαι παππούς» – ένα από τα τελευταία έργα του Ουγκώ και δημοσιευμένο οχτώ χρόνια πριν από τον θάνατό του – συνοψίζει τις θέσεις του ποιητή που έχουν αποτυπωθεί και σε άλλα κείμενά του, αλλά εδώ εμποτίζονται με την ωριμότητα και την τρυφερότητα ενός ανθρώπου που στην ηλικία των εβδομήντα πέντε ετών έχει πλέον αποκρυσταλλωμένη άποψη γι’ αυτά που οφείλει να αφήσει παρακαταθήκη στους απογόνους του.

 

 

 

[1] Σημ. μτφ «Ω! θα ήθελα να έβλεπα επί παραδείγματι τους βασιλείς να εκπλήσσονται που οι νάνοι μπορούν να αποκτήσουν έναν κόσμο!»

[2] Σημ. μτφ «Γιατί το παιδί χρειάζεται το όνειρο περισσότερο. Αυτή η γη είναι πολύ άσχημη όταν έρχεσαι από τον ουρανό!».

[3] Σημ. μτφ «Σαράντα χρόνια υπερήφανος, αδάμαστος, νικητής και να ‘μαι νικημένος από ένα μικρό παιδί».

[4] Σημ. μτφ «Καταργείτε το καλοκαίρι; Μ’ εξορίζετε από τα λουλούδια;»

[5] Σημ. μτφ «Ονειρεύομαι την πραότητα, την καλοσύνη, τον οίκτο και την συγχώρεση. Εξ’ ου και η μοναξιά μου».

[6] Σημ. μτφ «Όλα τα φουστάνια, δικαστής και παρθένος, γυναίκα και ιερέας, είτε λένε ήδη ψέματα, είτε θα πουν».