Της Δήμητρας Ποντοπόρου

 

Τούτες τις μέρες περισσότερο από άλλες χρονιές τόχω ανάγκη να νιώσω την εθνική υπερηφάνεια της Επανάστασης του 1821, του ασύλληπτου άθλου του ελληνικού λαού. Είναι που όσο συχνότερα την ακούω από το στόμα των πολιτικών μας, τόσο περισσότερο δε νιώθω να ταυτίζομαι με τη λέξη ελληνικός «λαός». Ούτε με βρίσκουν σύμφωνη όσα λέγονται από το «λαό» στις κουβέντες των καφενείων. Με τρομάζουν για την κοινή μας μοίρα η ρηχότητα των αδιέξοδων αναλύσεων, η εξάντληση της κριτικής στην εμπάθεια, η έλλειψη λογικής και συνεπούς προοπτικής στο λόγο και στη σκέψη. Πιο πολύ παρά ποτέ νιώθω πως είμαστε «λαός» και όχι πολίτες. Εννοώ μάζα που εύκολα χειραγωγείται από ρητορείες και ταξίματα, που ζεύεται σε άρματα ιδεολογικών μυθολογιών και νεφελωμάτων με βαρύγδουπους τίτλους: προοδευτικοί, σοσιαλιστές, φιλελεύθεροι.

 

Η Ελληνική Επανάσταση ήταν νεκρανάσταση

Τόχω ανάγκη να ανασύρω εκείνες τις σελίδες της Iστορίας μας που ως λαός διακριθήκαμε και αντισταθήκαμε στο προδιαγεγραμμένο. Η λέξη επανάσταση  είναι η αρχαία ελληνική επανάστασις. Ετυμολογείται από το ρήμα επανίστημι, ἐπί+ἀνά+ἵστημι. Ενώ η αφετηρία της λέξης αντίσταση είναι το απέναντι, σημαίνοντας ανθίσταμαι ως πρόσωπο που στέκεται απέναντι σε κάποιον, η αφετηρία της λέξης επανάσταση είναι το κάτω, το χαμηλά. Από εκεί ανίστημι, ανασηκώνομαι και επιτίθεμαι. Ραγιάδες, υπόδουλοι οι Ελληνες περήφανα επέλεξαν να πεθάνουν παρά να ζουν στη σκλαβιά. Πράγματι την επανάσταση την ονομάζει «νεκρανάσταση» ο στρατηγός Μακρυγιάννης: «Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων…».

 

 

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης.

 

Δυνατοί σε αδύνατες θέσεις

Ο λαός, αγράμματος, φτωχός και κατατρεγμένος τόλμησε να υψώσει το ανάστημά του. Την ψυχή του, γιατί ούτε όπλα, ούτε πόρους, ούτε σχέδιο είχε. Από τη μία κοιτάζω το χάρτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γιγάντια. Ξεκινάει από τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, απλώνεται σε όλες τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, εκτείνεται στα Βαλκάνια και φτάνει ώς την Αυστρία. Ανατρέχω στα απομνημονεύματα των αγωνιστών, του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, να βρω με τι όπλισαν την ψυχή τους. «Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί δεν εκάναμεν την Επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμην την εδική μας, την Τουρκική δύναμη» (Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη).

«Εκεί πού ‘φκιανα τις θέσεις στους Μύλους, ήρθε ο Ντερνύς [ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνύ] να με ιδεί: Μου λέγει: – Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες είναι αδύνατες· τι πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού; Του λέγω: – Είναι αδύνατες οι θέσες κι εμείς. Ομως είναι δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει, και θα δείξομε την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι στο πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπο, ότι η τύχη μας έχει τους Ελληνες πάντοτε ολίγους. Οτι αρχή και τέλος παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Και όταν κάνουν αυτήνη την απόφαση, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση όπου είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη. Και θα ιδούμε την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. – Τρε μπιεν, λέγει κι αναχώρησε ο ναύαρχος» (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Β’ 169).

«Αυτή είναι η πίστη και η ασφάλεια που μας δίνει ο Μακρυγιάννης», παρατηρεί ο Γεώργιος Σεφέρης*, που ως σκαπανέας ανασκαλεύει τα λόγια του αγράμματου αγωνιστή  για να φέρει στο φως ποιότητες της ψυχής του ελληνικού λαού.

 

Η αληθινή παιδεία

Κοντά στην τόλμη και τη γενναιότητά τους αγωνιστές του ’21 τους διέκρινε η αρετή κι ας ήταν αγράμματοι. «Η παιδεία», γράφει ο Σεφέρης, «είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία -εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία -εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος. Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει… Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν και αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ηταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του Ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του, είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία, κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα – είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ’21. Γι’ αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία».

Χαρακτηριστικό το περιστατικό που εξιστορεί ο Μακρυγιάννης, όσο και το σχόλιο του Σεφέρη που ακολουθεί. «Είχα δυο αγάλματα, περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια -φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Οταν χάλασαν τον Πόρο, τά ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Αργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων, χίλια τάλαρα γύρευαν […]. Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: ‘Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε’ (Β’ 303). «Καταλαβαίνετε. Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος, μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. ‘Γι’ αυτά πολεμήσαμε’. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου. Γιατί μόνο σε τέτοια αισθήματα πραγματικά και όχι σε αφηρημένες έννοιες περί του κάλλους των αρχαίων ημών προγόνων ή σε καρδιές αποστεγνωμένες που έχουν πάθει ακαταληψία από το φόβο του χύδην όχλου… [Ο Μακρυγιάννης] πολέμησε, αγωνίστηκε πίστεψε, σακατεύτηκε, αηδίασε, θύμωσε. Αλλά έμεινε -όπως βγαίνει από το γράψιμό του το απελέκητο- πάντα ορθός ως το τέλος: άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου. Δεν έγινε μήτε υπεράνθρωπος μήτε σκουλήκι… Ο ελεύθερος άνθρωπος, ο δίκαιος άνθρωπος, ο άνθρωπος ζυγαριά της ζωής -αν υπάρχει μια ιδέα βασικά ελληνική, δεν είναι άλλη», καταλήγει ο Σεφέρης.

 

 

 

Απαράλλαχτοι τότε και σήμερα

Γραμμένη με τον πυκνό και αφτιασίδωτο λόγο του Μακρυγιάννη η παρακάτω παράγραφος περιγράφει εύστοχα τους Ευρωπαίους, τον ελληνικό λαό και τους πολιτικούς του. Απαράλλαχτοι τότε και σήμερα. «Oσο έβλεπαν το τζαμί στη Βιένα σκιάζονταν κι έτρεμαν να μην πάγει [ο Σουλτάνος] και παραμέσα και φκιάσει κι άλλα τζαμιά. Κι από αυτό το φόβο κάποτε του πλέρωναν και φόρο. Κι όταν βγήκαν μια χούφτα άνθρωποι και τους απόδειξαν ότι δεν έχει πλέον ο Γκρανσινιόρης [ο Σουλτάνος] μαστόρους να χτίσει τζαμιά, ότι θα πέσουν κι αυτά που έχει, από τότε τον λένε ‘ο Τούρκος’. Και γι’ αυτό οι ευεργέτες μάς βάνουν τα φώτα τους να μας προκόψουν. Oμως και χωρίς κανένας από αυτούς να μας πειράξει μ’ έργα, ας είστε καλά εσείς [οι πολιτικοί της Ελλάδας], που δεν αφήσατε κανένα κουσούρι και μας καταντήσετε τέτοιους που είμαστε» (Β’ 462).
* Γεώργιος Σεφέρης, «Δοκιμές», εκδ. Ικαρος, Αθήνα 1981

bit.ly/2nlDTa2