Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ο Σερ Άρθουρ Ιγνάτιος Κόναν  Ντόυλ σύστησε στο αναγνωστικό κοινό τον Σέρλοκ Χόλμς, η Άγκαθα Κρίστι τους Ηρακλή Πουαρό και Μις Μάρπλ, ο Ζωρζ Σιμενόν τον Επιθεωρητή Μαιγκρέ και ο Ρέημοντ Τσάντλερ τους κλασσικούς ντετέκτιβ του αμερικανικού φιλμ νουάρ.

Ακολουθώντας επομένως όλους τους προαναφερόμενους, ο Γιάννης Μαρής – που χαρακτηρίστηκε από τους ιστορικούς ως ο πατέρας του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα – δημιούργησε τη θρυλική μορφή του Αστυνόμου Μπέκα, ενός ανθρώπου που δεν ξεχωρίζει οπτικά από τους συμπολίτες του και έχει ένα ασήμαντο παρουσιαστικό, όντας ένας κοντόχοντρος άνδρας με μουστάκι, που δίνει «την εντύπωση επαρχιώτη μικροεπιχειρηματία». Πίσω όμως από την αδιάφορη εμφάνιση κρύβεται ένα πανέξυπνος, διορατικός εκτελεστής του νόμου που, όταν δεν λύνει περίπλοκους δολοφονικούς γρίφους, απολαμβάνει μια ήσυχη οικογενειακή ζωή.

Συνήθως εμφανίζεται στα έργα του Μαρή ως «από μηχανής Θεός», εκείνος που καλείται να δείξει την έξοδο από τον λαβύρινθο στον οποίο έχουν εγκλωβιστεί οι υπόλοιποι ήρωες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι «Η Περίπτωση Ανάγκης» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ατλαντίς και συγκαταλέγεται στα μυθιστορήματα του Μαρή που η υπόθεση διαδραματίζεται στην Αθήνα.

Στο συγκεκριμένο αφήγημα, όλα ξεκινούν, όταν ο Γιώργος Πάλλης, ένας νεαρός φοιτητής της νομικής, αναλαμβάνει να εντοπίσει την κόρη μιας πλούσιας οικογένειας που έχει εξαφανιστεί. Σαν ψάρι έξω από τα νερά του, ο Πάλλης βρίσκεται μπλεγμένος ανάμεσα σε εκβιαστές και δολοφόνους που κινούνται στους απυρόβλητους χώρους της υψηλής κοινωνίας. Όταν ο άτυπος ντετέκτιβ αναγκάζεται να αντιμετωπίσει εκτός από την εξαφάνιση και μια δολοφονία, συνειδητοποιεί ότι η κατάσταση έχει πλέον ξεφύγει από τον έλεγχό του. Τότε βγαίνει στο προσκήνιο ο Αστυνόμος Μπέκας, ο οποίος ενώνει τα κομμάτια του παζλ και φέρνει στο φως τους σκελετούς κρυμμένων μυστικών.

Ο Μαρής, μέσω της πρωτοπρόσωπης γραφής και κινούμενος εντός των ορίων του ρεαλισμού σκιαγραφεί τις κοινωνικές ανισότητες και παράλληλα αφήνει ως παρακαταθήκη στον σημερινό αναγνώστη μια μαρτυρία για τον τρόπο ζωής της εποχής του. Διαφαίνεται επομένως η τάση αντικειμενικής περιγραφής σε συνδυασμό με την κριτική διάθεση ηθών και αξιών. Διαβάζουμε επί παραδείγματι:

«Τα είχε όλα και δεν είχα τίποτα», versus «Μπορεί να τα ‘χω καταφέρει στη ζωή, αλλά μου λείπουν ακριβώς αυτά που διαθέτεις εσύ. Μιλάω για χαρακτήρα, σοβαρότητα κλπ».

Και παρακάτω: «Μια κοπέλα που γυρίζει ξημερώματα, που μπορεί να φεύγει με παρέες με κότερο, χωρίς να ζητήσει την άδεια από τους γονείς της και χωρίς να τους ειδοποιεί!»

Η πολυετής δημοσιογραφική εμπειρία του συγγραφέα διαφαίνεται στις περιγραφές των χώρων και των προσώπων, αφού εστιάζει στα βασικά στοιχεία, αποφεύγοντας περιττές λεπτομέρειες και δίνοντας την αίσθηση κινηματογραφικής απεικόνισης. Υπάρχουν λοιπόν τα στοιχεία της ζωντάνιας και της αμεσότητας, ενώ – εκτός από το αστυνομικό μυστήριο – δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να αναλογιστεί τις κοινωνικές συνθήκες και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Στο σημείο αυτό επομένως ο Μαρής θυμίζει τον Τσάντλερ, ο οποίος παρέδιδε στο κοινό του ένα κείμενο που ξεπερνούσε το όριο μιας ιστορίας μυστηρίου και προσέδιδε μια λογοτεχνική διάσταση, θέτοντας διακριτικά υπαρξιακές αναζητήσεις.

Η υπέρβαση της μονομερούς αποτύπωσης μιας αστυνομικής πλοκής είναι εξάλλου το στοιχείο που διακρίνει τους βασικούς εκπροσώπους του συγκεκριμένου αφηγηματικού είδους, που συχνά έχει προκαλέσει έριδες για τη λογοτεχνική του αξία.