Γράφει ο Ερμής:

Υπήρχε κάποτε ένα χωριό που κανείς δεν μπορούσε να προσεγγίσει εύκολα γιατί ήταν κρυμμένο πίσω από δύσβατα μονοπάτια. Οι κάτοικοι λοιπόν ζούσαν απομονωμένοι και σπάνια έβλεπαν κάποιον ξένο ανάμεσά τους.

Ήταν μια καλοκαιρινή ημέρα, όταν ξαφνικά σταμάτησε στο κέντρο της πλατείας μια κόκκινη άμαξα που την οδηγούσε ένας κοντούλης άνδρας που φορούσε ένα μεγάλο καπέλο. Ο άνδρας αυτός ήταν ένας γυρολόγος που γυρνούσε από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη για να πουλήσει τα εμπορεύματα του. Η άφιξή του στο μικρό χωριό προκάλεσε την περιέργεια όλων των κατοίκων που έσπευσαν στην πλατεία για να τον δουν.

Συνηθισμένος εκείνος από παρόμοιες αντιδράσεις, κατέβηκε γρήγορα από την άμαξα, ανέβηκε επάνω σ’ ένα σκαμνί και άρχισε να διαφημίζει την πραμάτεια του. Ό,τι κι αν έδειχνε όμως στους υποψήφιους πελάτες του, δεν τους εντυπωσίαζε γιατί είχαν μάθει να είναι αυτάρκεις και να παράγουν ή να κατασκευάζουν μόνοι τους τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Ούτως ή άλλως δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν οτιδήποτε, αφού η οικονομία τους βασιζόταν αποκλειστικά στην έννοια της ανταλλαγής.

Όταν λοιπόν ο γυρολόγος κατάλαβε ότι μάταια είχε ταλαιπωρηθεί για να φθάσει στο χωριό, αποφάσισε να παίξει το τελευταίο του χαρτί.

«Κυρίες και κύριοι», είπε «θα σας δείξω κάτι που είμαι σίγουρος ότι θα ικανοποιήσει όλες τις προσδοκίες σας. Ιδού!! Κοιτάξτε καλά αυτό το μικρό σακούλι. Οπτικά δεν διαφέρει σε τίποτα από όλα τα σακουλάκια που υπάρχουν σε κάθε σπίτι, αποθήκη ή στάβλο. Κι όμως. Αυτό το σακούλι έχει ένα ιδιαίτερο χάρισμα, γιατί αρκεί να το κρατήσετε ανοιχτό κοντά στο πρόσωπό σας, να φωνάξετε το ελάττωμά σας και εκείνο να μετατραπεί αυτομάτως σε προτέρημα».

Εκστασιασμένοι, αν και διστακτικοί, όλοι οι κάτοικοι δοκίμασαν τις μαγικές ιδιότητες του σακουλιού. Έτσι οι κοντοί έγιναν ψηλοί, οι χονδροί αδύνατοι, οι δειλοί τολμηροί, οι χαζοί έξυπνοι και ούτω καθεξής. Ευχαριστημένοι από την αλλαγή τους, φόρτωσαν στην άμαξα του γυρολόγου τρόφιμα και κρασί και εκείνος έφυγε με την υπόσχεση να επιστρέψει μετά από έναν χρόνο.

«Θα με αποζητήσετε» φώναξε, καθώς τους αποχαιρετούσε, αλλά εκείνοι δεν κατάλαβαν τι εννοούσε παρά μόνο κατά την διάρκεια των επόμενων μηνών.

Είναι αλήθεια ότι μέχρι να χρησιμοποιήσουν το σακούλι του γυρολόγου, οι κάτοικοι συνεργάζονταν και αλληλοβοηθούνταν για να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους. Έπειτα όμως από την αλλαγή τους, κανένας δεν χρειαζόταν υποστήριξη από τους άλλους. Έγιναν αυτόνομοι, έπαψαν να είναι μέρος της αλυσίδας και η μοναξιά κατέκλυσε την καθημερινότητά τους. Σύντομα επομένως ένιωσαν δυστυχισμένοι, αλλά η υπερηφάνεια δεν τους επέτρεψε να παραδεχτούν την έλλειψη των φίλων τους. Καθώς οι ημέρες περνούσαν, η κατάσταση γινόταν ολοένα χειρότερη και τελικά όλοι συνειδητοποίησαν ότι η μοναδική τους ελπίδα ήταν ο γυρολόγος.

Όταν επιτέλους η κόκκινη άμαξα φάνηκε ξανά στην πλατεία, όλοι έτρεξαν να προϋπαντήσουν τον άνθρωπο που είχε αλλάξει δραματικά την καθημερινότητά τους.

«Θέλουμε να ξαναγίνουμε όπως πριν», τον παρακάλεσαν και εκείνος δεν ρώτησε καν τον λόγο, αφού ήξερε ότι όποιος ποθεί την τελειότητα στην πραγματικότητα δεν ζει παρά σε μια τεράστια αυταπάτη. Έφερε λοιπόν το μαγικό σακούλι, το έλυσε και τα ελαττώματα επέστρεψαν στους κατόχους τους.

Οι κάτοικοι ένιωσαν ξανά ευτυχισμένοι και αποφάσισαν να μην ξεχάσουν ποτέ τη συμβουλή του γυρολόγου, που ενώ έφευγε από το χωριό τους, τους φώναξε:

«Να αποδέχεστε πάντοτε τον εαυτό σας, όπως ακριβώς είναι».

 

Συνταγή της Αμβροσίας: Μεταμορφωτικό ύδωρ

Υλικά:

10 βανίλιες

15 δαμάσκηνα

10 φραγκόσυκα

1 κιλό τσικουδιά (δυνατή και άοσμη)

½ κιλό κονιάκ (δυνατό)

15 σπόροι πράσινο κάρδαμο

2 λοβοί βανίλιας

20 σπόροι κόλιανδρο

1 μοσχοκάρυδο

1 κούπα ζάχαρη

 

Εκτέλεση:

Πλένουμε τα φρούτα, τα κόβουμε σε τέσσερα κομμάτια και αφαιρούμε τα κουκούτσια. Σπάζουμε τους σπόρους των μπαχαρικών. Τοποθετούμε όλα τα υλικά σ’ ένα γυάλινο βάζο – που κλείνει αεροστεγώς – για σαράντα ημέρες και σε σκιερό σημείο. Ανακινούμε το βάζο καθημερινά και ύστερα από σαράντα ημέρες, στραγγίζουμε το ποτό χρησιμοποιώντας διπλή γάζα και το τοποθετούμε σε μποτίλια.

 

Πίνακας: «The Yankee peddler» , William Tolman Carlton.