από την Αναστασία Δημητροπούλου.

 

Είμαι εδώ. Πάλι εδώ. Εδώ που ο ενθουσιασμός σταδιακά έγινε πλήξη, και η πλήξη, ασφυξία. Εδώ που τα φιλιά στέγνωσαν σαν γαριασμένα λευκά πουκάμισα, και γεράσανε οι καρδιές. Εδώ που πλέον η σιωπή είναι βαθιά, αμείλικτη και κυκλωτική σαν την αιωνιότητα, και οι κουβέντες ρηχές σαν ώρες.

 

Στο ίδιο σημείο, όπου πρώτα σηκώσαμε από κοινού ένα σύννεφο σκόνης, κι έπειτα αρχίσαμε τα παράπονα πως δεν βλέπουμε ούτε τη μύτη μας. Στο σημείο, όπου σημειώθηκε το δικό μας συναισθηματικό τροχαίο. Εδώ, όπου όφειλες να με ενημερώσεις πως η ευτυχία είναι ένα ποτήρι, και πως όσο πιο γεμάτο είναι αυτό το ρημάδι, τόσο πιο εύκολα χύνεται.

 

Σε τούτο το σημείο βρίσκομαι τώρα. Στη μέση μιας στολισμένης πλατείας, στην καρδιά μιας πόλης που πνίγεται στο κλάμα του Νοέμβρη, στην αναζήτηση μιας λίμας ικανής να αφαιρέσει όλες τις κοφτερές άκρες από τις παλιές καλές μας μέρες.

 

Σε θυμάμαι έντονα. Τη μια να γελάς, να μπλέκεις τα δάχτυλά σου μες στα μαλλιά μου, να φυσάς απαλά στα βλέφαρά μου για καλημέρα, και να κανονίζεις εκδρομές παντού και πουθενά, και την άλλη να κλείνεσαι στον εαυτό σου.

 

Να εναλλάσσεις άμυνα και επίθεση με τρομακτική ταχύτητα, και να γίνεσαι ένας από εκείνους που όταν δε μπορούν να αλλάξουν τις καταστάσεις, αλλάζουν τις λέξεις.

 

Να πασχίζεις να μου εξηγήσεις τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να είμαι μόνος», και στο «άσε με ήσυχο», και στο τέλος να με εγκαταλείπεις όπως εγκαταλείπει κανείς ένα πανδοχείο, κι όχι ένα σπίτι.

 

Έφυγες. Κι ούτε που πρόλαβα να σε ρωτήσω αν εμείς οι δύο υπήρξαμε μια γκάφα του έρωτα, ή αν ο έρωτας ήταν μια γκάφα στην οποία μοιραία συνεργαστήκαμε.

 

Έφυγα, ναι. Και δεν είμαι σίγουρος πως θυμάμαι το δρόμο για να γυρίσω. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Μεταξύ μας δεν υφίστανται πλέον πρόσφορες συζητήσεις, παρά διασταυρούμενοι μονόλογοι. Δεν σε ξέχασα παρόλα αυτά, και δε νομίζω ότι θα το κάνω ποτέ, μα κάτι κενό εγκαταστάθηκε μέσα μου, και εσύ αντί να διευκολύνεις τα πράγματα, αντί να ψάχνεις μαζί μου να βρεις μια λύση, τρέχεις να σωθείς κι ούτε που το καταλαβαίνεις για πότε καταλήγεις με φόρα στο ποτάμι.

 

Στις νύχτες της ασυννενοησίας σκόρπισαν σαν φύλλα οι αυταπάτες μου, κι οι χαρές του χθες μετατράπηκαν στις σημερινές οδύνες. Τις ίδιες εκείνες νύχτες πριόνιζα κι εγώ λανθασμένα τα κλαδιά στο δέντρο της αγάπης μας, και από εγωισμό παρέλειψα να πριονίσω το κλαδί από το οποίο είχα κρεμάσει ο ίδιος τον εαυτό μου. Βουρκώνεις τώρα, το ξέρω. Τα μαλλιά σου πέφτουν ως καταρράκτες στο όμορφο πρόσωπό σου, όμως πρέπει να το παραδεχτείς: από ένα σημείο και ύστερα, έγινα για σένα ο αέρας που θυμόσουν κάθε φορά που δε μπορούσες να αναπνεύσεις, και το όνειρο μιας σκιάς. Έφυγα, μα θα μπορούσα και να επιστρέψω.

 

Θα μπορούσα, λέω. Όχι πως θα το κάνω. Κι αυτό γιατί ακόμα δυσκολεύεσαι να απαντήσεις στο γιατί οι καρδιές χάνουν κάτι από τη λάμψη, την αξία και τη μοναδικότητά τους αμέσως αφότου κατακτηθούν. Να σου πω τι μου λείπει πιο πολύ από σένα; Το παιδικό χαμόγελό σου, η αγκαλιά σου, κι αυτό το παρατσούκλι που σου είχα βγάλει, και τώρα θυμίζει παλιομοδίτικο και ξεχασμένο παλτό στον καλόγερό μου. Τι κι αν η μόδα ξαναγυρνά, μακάρι να συνέβαινε το ίδιο και με εκείνο. Ή ας μη συνέβαινε αυτό που μάς συνέβη. Πιο ωραία θα ήταν αν σήμερα στολίζαμε μαζί το δέντρο στο σπίτι μου, από το να το στολίζω μόνος και με μια ψυχή που ούτε να το βλέπει, δεν αντέχει.

 

Για το δέντρο μας, σε γυρεύω κι εγώ. Στα χέρια μου κρατάω το αστέρι που ούτε πέρσι έφτανα να τοποθετήσω στην κορυφή του. Στη μέση μου έχω κρεμασμένα φωτάκια, ανίκανα να μού φωτίσουν τις μέρες, και στους καρπούς μου δεμένους κόκκινους φιόγκους με χίλιες ευχές και ελπίδες για να σε ξαναδώ. Είμαι εδώ. Δίπλα σου. Ένα μόλις βήμα μακριά σου. Έτοιμη να σου παραδώσω από την αρχή μια καρδιά που ποτέ της δε σε θεώρησε δεδομένο. Έτοιμη να περιγράψω αυτό που ζήσαμε κι ας μην το χωρά καμία λέξη, κι αρκετά γενναία για να σου αποδείξω πως όποιος έχει δει από τι αδειάζουν όλα, πάντα και με ακρίβεια γνωρίζει από τι γεμίζουν όλα.

 

Σε έχω ερωτευτεί τόσο γενικά, και σ’έχω αγαπήσει τόσο συγκεκριμένα, την ίδια στιγμή. Κι αν θέλω κάτι είναι να μην κοπούν σαν φλέβες τα Χριστούγεννά μας που καταφθάνουν. Περιμένω να με δεις, και περιμένω να με καταλάβεις. Εσύ, ο θιασώτης του Μπρετόν, δε λές και ξαναλες πως μια λέξη κι όλα σώζονται και μια λέξη κι όλα χάνονται; Πες μου αυτήν τη λέξη. Μην κοιτάζεις τις φωτογραφίες μου χαϊδεύοντας το πρόσωπό μου με το δείκτη σου. Μην αναρωτιέσαι για τίποτα. Πες μου πως δεν έχουμε μείνει πια μόνοι.

 

Πες της, λοιπόν, θα συμφωνήσω κι εγώ ως αφηγητής αυτής της ιδιότυπης ερωτικής ιστορίας που χρήζει διαρκούς ανάγκης υπότιτλων και υποβολέα. Κουράστηκα να μεταφέρω λόγια που δεν βρίσκετε το θάρρος να μοιραστείτε ο ένας με τον άλλον. Πες της και πες του όσα έχετε μέσα σας, γιατί όπως λέει κι ο Λόρκα στο Ματωμένο Γάμο, τι να την κάνεις την περηφάνια; Να μην μιλάς και να καίγεσαι, μεγαλύτερη κόλαση δεν υπάρχει. Πες της πως είναι στην ανθρώπινη φύση να στέκεται καταμεσίς του έρωτα, και πες του ότι όποιος δεν έχει αγαπηθεί από αυτόν που αγαπάει, δεν ξέρει τι θα πει ευτυχία. Κλείστε τα μάτια και θυμηθείτε τα περσινά Χριστούγεννα.

 

Ψηλαφίστε τις λεπτομέρειες που σας έδεσαν. Τα γέλια, τα κλάματα, τα πειράγματα αλλά και τις παρεξηγήσεις. Φροντίστε τα φετινά να είναι ακόμα πιο όμορφα. Κρίμα δεν είναι να νιώσετε στο πετσί σας πως η μοναξιά και η αίσθηση ότι πλέον δεν σε θέλουν, είναι η χειρότερη φτώχεια; Κρίμα δεν είναι τόσο λίγα από αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν, να συμβαίνουν; Και τέλος, κρίμα δεν είναι να είστε μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο που κατευθύνεται ιλιγγιωδώς προς έναν τοίχο, κι εσείς να μαλώνετε για το ποιός θα κρατήσει το τιμόνι;

 

Κρίμα είναι.