από την Αναστασία Δημητροπούλου.

Καμιά φορά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να καταλάβεις ποιός είσαι, είναι να πας κάπου, όπου δε μπορείς να είσαι τίποτε άλλο. Κάπου, όπου η ενδοσκόπηση δεν έχει τέλος. Κάπου, όπου υποχρεούσαι να επιλέξεις ανάμεσα στον αυτοπροσδιορισμό σου και τον προσδιορισμό από τους άλλους. Κάπου, όπου αμφισβητείς όλα όσα ξέρεις, και αμφιβάλλεις για τα υπόλοιπα. Κάπου, όπου το έργο σου, αν είσαι από ‘κείνους που το ταλέντο τους είναι φλόγα, κι η ευφυΐα τους φωτιά, θα αποτελεί το ακριβές πορτραίτο του εαυτού σου.

 

Κάπου, όπου αν είσαι ο «παππούς όλων μας» κατά την Πάτι Σμιθ, Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, θα πάρεις χαρτί και στυλό και θα καταγράψεις διαδρομές κι όνειρα. Διαδρομές, στις οποίες δε μεταπλάθει κανείς εικόνες, αλλά ιδέες. Και όνειρα, στα οποία το γράψιμο είναι συνώνυμο του να αρπάζεις τη ζωή από το λαιμό. Όλα αυτά βέβαια, μόνο αν είσαι εκείνος και τα ημερολόγιά σου αφορούν στη διαρκή διαίσθηση και την παρατήρηση των πάντων.

 

Αυτά είναι τα Ημερολόγια απ’ το Ησυχαστήριο του επαναστάτη, αφόρητα πειραματιστή και παθιασμένα περίεργου Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, σε κυκλοφορία των Εκδόσεων Bibliothèque. Η κατά θαυμαστόν τρόπον εναρμονισμένη στο μπαροουζικό σύμπαν, μετάφραση του Χρίστου Αγγελακόπουλου έρχεται για να αναδείξει πτυχές του κυριότερου εκπροσώπου της Μπιτ γενιάς, που ακόμα κι οι φανατικότεροι αναγνώστες του αγνοούν. Ο ομοφυλόφιλος, αντιεξουσιαστής, τοξικομανής και κατά λάθος συζυγοκτόνος που γοητευόταν από το μυστικισμό, την ταντρική γιόγκα, το βουδισμό και την κλιμακωτή παρανομία, θα κάνει ένα ταξίδι, στο οποίο απαγορεύεται να πάρει μαζί του γραφομηχανή.

 

Ως κλασικός κι ανυπάκουος έμπορος λέξεων, θα αντιδράσει στον όρο αυτόν, όμως στο τέλος θα συμβιβαστεί στις χειρόγραφες σημειώσεις. Η έμπνευση που τον επισκέπεται, άλλωστε, πρέπει να αιχμαλωτιστεί. Και θα αιχμαλωτιστεί. Ο Μπάροουζ που θεωρεί τις λέξεις το πιο ισχυρό ναρκωτικό που χρησιμοποιείται από την ανθρωπότητα, και τις συγκρίνει ανοιχτά με τις ακτίνες του ηλίου, καθώς όσο πιο εστιασμένες και συγκεντρωμένες είναι, τόσο πιο βαθιά καίνε, δεν αφήνει τίποτα στη μοίρα του. Όχι το γράψιμό του, τουλάχιστον. Η τέχνη του γίνεται ο μαγικός καθρέπτης που αντανακλά όλα τα αόρατα όνειρά του σε ορατές περιστάσεις και χαρακτήρες, και οι περιπλανήσεις του νου του συνεχίζονται για αρκετό καιρό ακόμα, αφότου έχει σταματήσει η κίνηση στο χώρο και το χρόνο.

 

Με άλλα λόγια, ο Μπάροουζ είναι ταυτόχρονα ένας τουρίστας που δεν έχει σαφή γνώση του πού βρίσκεται, και ένας ταξιδευτής που δεν ξέρει πού πηγαίνει αλλά πάντα καταλήγει στο πιο σωστό μέρος που θα μπορούσε να καταλήξει. Οι καταγραφές του τον βοηθούν ώστε στα έργα του να χάνει για λίγο τον εαυτό του, κι έπειτα να τον επινοεί πάλι από την αρχή, κι η ταυτότητα των ημερολογίων του δε θα πει κανείς ότι βρίσκεται στην επιφάνειά τους.

 

Ας συμφωνήσουμε στο ότι χωνεύει τα καλούδια της έμπνευσής του, όπως θα χώνευε το κρέας όντας αναγκασμένος να καταπιεί κι ορισμένα σκληρά κομμάτια. Ξέρει ότι υπάρχουν γνωστά και άγνωστα πράγματα κι ανάμεσά τους υπάρχουν πόρτες, ότι το αόρατο και το ανύπαρκτο μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, και εξερευνεί με μαεστρία το άπειρο « γλείφοντας» κυριολεκτικά όλες τις σκονισμένες γωνίες του πεπερασμένου. Κι αν ψάχνει κάποιος να χαρακτηρίσει το διαλογισμό, στον οποίο επιδείδεται αυτός ο σκοτεινός τύπος της Λογοτεχνίας, η απάντηση είναι πως ο διαλογισμός του τελικά είναι ο τρόπος για να είναι απορροφημένος από τον εαυτό του χωρίς να του προκαλεί κακό.

 

Στην περίπτωση αυτή, το παρασιτικό ον που έχει φωλιασμένο εντός του, ενεργεί καθαρά για το συμφέρον του ταλέντου του, και το γράψιμό του ίσως είναι ένα κατευθυνόμενο συναρπαστικό όνειρο, όπως θα έλεγε κι ο Μπόρχες. Στην περίπτωση αυτή, ο Μπάροουζ κι ο κάθε Μπάροουζ (δύσκολο να βρεθεί κάποιος σαν αυτόν, ωστόσο), καταγράφει και στη συνέχεια μεταγράφει χωρίς πολλές αναλύσεις κι εξηγήσεις αυτό που πρέπει, κι η λογοτεχνία του γίνεται μοιραία αυτοβιογραφική. Κι όχι επειδή βιώνει πάσης φύσεως παράτολμες εμπειρίες μα επειδή η περισυλλογή του αυτοσχεδιάζει και το χέρι του κάνει τις διορθώσεις, κι επειδή ο θρίαμβος της προσωπικής του λογικής είναι να σπέρνει την αμφιβολία για την ίδια της την αξία.