από την Rosa Negra.

Παραμονή Χριστουγέννων. Η Βίκυ γυρνάει σπίτι κατάκοπη με δεκάδες σακούλες, δώρα για ανίψια και βαφτιστήρια. Την ώρα που βάζει το κλειδί στη πόρτα και σκέφτεται πόση μελαγχολία και μοναξιά της προκαλούν οι γιορτές και ειδικά φέτος που χώρισε, ακούει βήματα από το σαλόνι.

Ανοίγει χαμογελώντας και πριν προλάβει να αφήσει τα πράγματα, βρίσκεται πεσμένη στο πάτωμα με τις σακούλες γύρω της  πεταμένες και την Άλμα πάνω της να κουνάει την ουρά της μανιωδώς και να της δίνει παθιασμένα φιλιά. ¨Αυτό το σκυλί δε θα καταλάβει ποτέ το μέγεθος του;¨ σκέφτηκε γελώντας και την αγκάλιασε.

Η Άλμα ένα ημίαιμο λυκόσκυλο 35 κιλών, θα ήταν η παρέα της αυτές τις γιορτές όπως ήταν και κάθε μέρα άλλωστε από τότε που την πήρε από τη φιλοζωική πριν 6 χρόνια. Μια χνουδωτή μπαλίτσα που της άρεσε να τη παίρνει αγκαλιά και να κοιμάται πάνω της και που μετά από τόσα χρόνια παρά το μέγεθος και την επιβλητική της εικόνα που πολλούς τους τρόμαζε, εξακολουθούσε  να είναι κουτάβι στη συμπεριφορά και να απορεί που η μαμά της δεν την παίρνει αγκαλιά να κοιμηθεί όπως έκανε παλιά.

Η Άλμα σταμάτησε τα φιλιά και κοίταξε με ενδιαφέρον τις σακούλες. Η Βίκυ χαμογέλασε και άνοιξε τη μια σακούλα  και της έδωσε το δώρο της. Οι χαρές σταμάτησαν απότομα, η Άλμα πήρε το τεράστιο κόκαλο και εξαφανίστηκε στο κρεβάτι της να το απολαύσει με την ησυχία της.

Η Βίκυ σηκώθηκε και άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα ενώ μέσα της σκεφτόταν πόση χαρά και αγάπη έπαιρνε από αυτό το πλάσμα. Αγάπη αληθινή, ανιδιοτελή. Πόσες φορές ερχόταν και της έγλειφε τα χέρια που την έβλεπε να κλαίει, σαν να ήθελε να της πάρει το πόνο και κοιμόταν κυριολεκτικά πάνω της για να μη νιώθει μόνη της. Είχε ένστικτο αυτό το σκυλί.

Όταν ήταν καλά, δεν της έδινε σχεδόν καθόλου σημασία πέρα από τα καθιερωμένα φιλιά και χάδια, απλωνόταν στο τεράστιο καναπέ και δυσανασχετούσε όταν η Βίκυ της έλεγε να πάει πιο πέρα για να κάτσει και εκείνη. Όταν δεν ήταν δεν έφευγε λεπτό από κοντά της.

Σκέφτηκε την περσινή παραμονή και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Σε μια εκδρομή που είχε πάει στο Πήλιο το περασμένο Οκτώβριο, σε μια βόλτα με την Άλμα εμφανίστηκε από το πουθενά ένα κουτάβι. Ένα κουτάβι φοβισμένο, σκελετωμένο, παγωμένο από το κρύο, τους κοιτούσε διστακτικά με τα τεράστια καστανά του μάτια. η Βίκυ που είχε πάντα τροφή μαζί της το φώναξε και του έβαλε να φάει.

Το κουτάβι εξακολουθούσε να τη κοιτάζει διστακτικά, όμως τελική η πείνα του ήταν μεγαλύτερη από το φόβο του και αποφάσισε να πλησιάσει. Καθώς έτρωγε με λαιμαργία, η Βίκυ το κοιτούσε και αναρωτιόταν τι να κάνει αν και ήξερε. Θα το έπαιρνε μαζί της, δε μπορούσε να το αφήσει μες τη μέση του πουθενά, θα πέθαινε ή από το κρύο ή από τα αυτοκίνητα. Έτσι και αλλιώς η παρέα που είχαν έρθει μαζί για διακοπές, λάτρευαν όλοι τα ζώα και κανείς δε θα παραπονιόταν.

Το κουτάβι στην αρχή κοιτούσε εκστασιασμένο το δωμάτιο με τα  τόσα άγνωστα σε αυτό έπιπλα. Όταν κατάλαβε ότι δεν κινδυνεύει, ξάπλωσε στο κρεβάτι που του υπέδειξαν δίπλα στην Άλμα και κοιμήθηκε βαθιά όλο το βράδυ.

Τις επόμενες μέρες που έμειναν εκεί άρχιζε να ξεθαρρεύει σιγά σιγά και να ζητάει χάδια, πάντα όμως με επιφύλαξη, με την ουρά κάτω από τα σκέλια, πράγμα που τους έκανε όλους να αναρωτιούνται πόσο άσχημα μπορεί να είχε περάσει αυτό το μικρούλι στο τόσο μικρό διάστημα ζωής του.

Όταν γύρισαν στην Αθήνα το πήρε μαζί της χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό το μικρό έπρεπε να βρει το καλύτερο σπιτάκι.

Στο μήνα που έμεινε μαζί τους, το έβλεπε να αλλάζει μέρα με τη μέρα. Ο φόβος στα μάτια του υπήρχε ακόμα, όμως άρχισε να συμπεριφέρεται πια σαν κουτάβι, που έκανε τη μια ζημιά μετά την άλλη στο σπίτι, τρέλαινε την Άλμα, η οποία όταν κουραζόταν πήγαινε και κρυβόταν για να μην την ενοχλεί, έβλεπε φαγητό και έκανε σα τρελό από τη χαρά του, χοροπηδούσε σα κατσίκι  και άρχισε σιγά σιγά να μη κρύβεται όταν το πλησίαζαν άλλα σκυλιά ή άνθρωποι…

Όταν βρέθηκε μια κοπέλα και ζήτησε να το υιοθετήσει η Βίκυ το δέχτηκε με πόνο ψυχής, καθώς είχε δεθεί πολύ μαζί του, αλλά η Χριστίνα φαινόταν να το θέλει πολύ, να το αγαπάει πολύ και κυρίως είχε πολύ χρόνο να του προσφέρει πράγμα που η ίδια δεν είχε λόγω δουλειάς. Στις φωτογραφίες και στα βίντεο που της έστελνε μετά ο Μαξ είχε όλα όσα του άξιζαν. Ένα ζεστό σπιτάκι, πολλά παιχνίδια, αλλά κυρίως πολλή αγάπη. Σε τίποτα δε θύμιζε το φοβισμένο κουτάβι που ήταν στην αρχή.

Όταν μετά από λίγο καιρό ο Μαξ άρχισε να πονάει και τον πήγε στο γιατρό, η διάγνωση ήταν καταπέλτης. Οι κακουχίες που είχε περάσει αυτό το μικρό τελικά ήταν πιο πολλές από όσες μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους και τελικά πιο δυνατές από την αγάπη των κοριτσιών.

Έτσι, έφυγε τη παραμονή Χριστουγέννων, αθόρυβα όπως ακριβώς είχε έρθει, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο γιατί και μια ακόμα πιο μεγάλη απορία για το μέγεθος της κακίας ορισμένων ¨ανθρώπων¨ που παίρνουν δύναμη με το να χτυπάνε και να ταλαιπωρούν ανυπεράσπιστα πλάσματα. Μόνη παρηγοριά ότι πρόλαβε να δει ότι οι άνθρωποι έχουν και καλό πρόσωπο και έστω και για λίγο ήταν ευτυχισμένος….

Αυτά τα Χριστούγεννα είναι για το Μαξ που μας κοιτάζει – θέλω να πιστεύω- από τη γειτονιά των αγγέλων και για τη Χριστίνα που η αγάπη της για τα ζώα είναι τόσο μεγάλη που μετά από λίγο, αποφάσισε το πόνο της να τον μετατρέψει σε αγάπη και να υιοθετήσει ένα άλλο κουτάβι που είχε ανάγκη και που φέτος είναι οι πρώτες τους γιορτές μαζί.

Μακάρι όλα τα αδέσποτα να βρουν κάποια στιγμή στη ζωή τους μια Χριστίνα να τα αγαπάει τόσο πολύ.

Και τέλος μια συμβουλή. Αν αποφασίσετε φέτος να ανοίξετε το σπίτι σας σε κάποιο ζωάκι, να το κάνετε συνειδητά. Τα ζώα δεν είναι παιχνίδια. Είναι ψυχές που μας έχουν ανάγκη γιατί εξαρτώνται απόλυτα και μόνο από μας.

Καλές γιορτές σε όλους!