από την Αναστασία Δημητροπούλου

Λένε πως μόνο μέσα από τα βάσανα και τις δυσκολίες, αποκτούν ψυχική δύναμη κι αντιστάσεις, οι άνθρωποι. Και λένε πως κάθε φορά που χάνει την υπομονή του κάποιος, φτάνει όλο και πιο κοντά στο να χάσει μία μάχη. Πως αν δεν χτίσεις εσύ ο ίδιος μια γερή γέφυρα για να περάσεις το ποτάμι της ζωής, δεν θα βρεθεί κανείς άλλος να το κάνει για σένα. Και πως το περιβάλλον σου σε αντιμετωπίζει πάντα, όπως εσύ το μαθαίνεις να σε αντιμετωπίζει. Όλα αυτά σαφώς κι ισχύουν, κι είναι οι πιο γοητευτικές ιστορίες, που οι άλλοι γράφουν για ‘μας, που μας τα θυμίζουν. Ταυτόχρονα, οι ίδιες ιστορίες μας θυμίζουν πως η μοίρα δεν είναι επισκέπτης, μα το προϊόν των ενεργειών και των αποφάσεών μας, και πως ακόμα και όταν όλα μοιάζουν κακά, στραβά και ανάποδα, το αεροπλάνο απογειώνεται κόντρα στον άνεμο. Κι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει το ίδιο. Φτάνει μονάχα να ξέρει πως κάθε φόβος και κάθε ενδοιασμός δεν έχουν καμία ιδιαίτερη δύναμη, εκτός κι αν τους δυναμώσεις υποκύπτοντας σ’ αυτούς.

 

Στο καινούργιο βιβλίο της Θεοφανίας Ανδρονίκου – Βασιλάκη, «Η υπηρέτρια της Δούκισσας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη, θάρρος είναι μόνο αυτό: να κυριαρχείς πάνω στους φόβους και τους ενδοιασμούς σου, ενώ καθεμιά από τις δυσκολίες, δεν είναι παρά μια μεταμφιεσμένη ευκαιρία ζωής. Βαθιά πίσω στο χρόνο, η Δούκισσα της Πλακεντίας γίνεται μόνιμη κάτοικος Ναυπλίου έπειτα από πρόσκληση του Ιωάννη Καποδίστρια, και στη δούλεψή της θα βρεθεί πιστά η μικρή Μαντώ. Τι συμβαίνει στην ιστορία του 1829, και πώς αυτή θα επηρεάσει την εύθραυστη ψυχολογία της Γιασεμής στην Αθήνα του 2017; Πώς θα αρχίσουν να αποκαλύπτονται μυστικά και σκοτεινές πτυχές αλλοτινών καιρών; Και πώς ο αναγνώστης θα βρεθεί να συνειδητοποιήσει πως το ισχυρότερο όπλο σε όλες τις εποχές και υπό όλες τις συνθήκες, είναι η φλεγόμενη ανθρώπινη ψυχή; Πώς όλα συνδέονται μεταξύ τους σ’ ένα καλοζυγισμένο γαϊτανάκι Ιστορίας και μύθου, και μας τονίζουν ότι η ζωή είναι ένα νόμισμα, και όπως όλα τα νομίσματα, μπορούμε να το ξοδέψουμε μία φορά;

 

Η Γιασεμή που διανύει μία σκοτεινή περίοδο, και οι στενοχώριες φαντάζουν στα μάτια της τρισδιάστατες κι ανυπέρβλητες, θα αποκτήσει έναν πίνακα, όπου μία μυστηριώδης γυναίκα εικονίζεται φορώντας ένα σμαραγδένιο κόσμημα. Την ίδια στιγμή, στην κατοχή της θα βρεθεί και το ημερολόγιο της άγνωστης γυναίκας, κι η ταυτότητά της δεν θα μείνει κρυφή για πολύ. Η Γιασεμή που έχει απογοητευτεί από τον έρωτα της ζωής της, και που αποτελεί μια από εκείνες τις γυναίκες που έτυχε να κάνουν προτεραιότητά τους κάποιον που τις είχε για εναλλακτική λύση και που μετά βίας επιβιώνει ύστερα από μια σχέση, στην οποία ήταν μια θλιβερή κομπάρσος, σύντομα θα κάνει μια βουτιά στο παρελθόν. Και θα ξυπνήσει όσους μπορούν να της το διηγηθούν. Θα ακολουθήσει την πορεία της Μαντούς από τις φτωχογειτονιές και την ένδεια, ως το Λονδίνο και το Παρίσι, και θα αναγνωρίσει στη Μαντώ μια γυναίκα διαφορετική από τις άλλες. Μια γυναίκα με πείσμα. Μια γυναίκα με πυγμή. Την ίδια στιγμή που η ίδια αντιλαμβάνεται πως δεν πρέπει να εξιδανικεύεις τους άλλους, γιατί αυτόματα συμβάλλεις στη συναισθηματική σου χρεοκοπία, η Μαντώ αποδεικνύει πως ο άνθρωπος είναι το σύνολο των πράξεών του. Πως τα δάκρυα δεν είναι καλό να μένουν για πολύ, καθώς δεν θεραπεύουν τις πληγές, αλλά τις διατηρούν. Και πως το πεπρωμένο των αδύναμων δεν είναι πάντα να καταβροχθίζονται από τους δυνατούς. Η Μαντώ μέσα από τα βάσανα και τους προσωπικούς της λαβυρίνθους, αποτελεί για τον αναγνώστη μια μορφή βεβαιότητας πως οι άνθρωποι δε χωρίζονται σ’ αυτούς που έχουν τη θέληση, και σ’ αυτούς που δεν έχουν τη θέληση να αλλάξουν αλλά σ’ αυτούς που είναι έτοιμοι να το κάνουν, και σε αυτούς που δεν είναι. Επιπλέον, μέσα από μεγάλες στιγμές της Ιστορίας, κανείς αντιλαμβάνεται πως ο Καζαντζάκης είχε δίκιο όταν έλεγε ότι η πέτρα, το ατσάλι και το σίδερο, δεν αντέχουν, παρά μόνον ο άνθρωπος. Αυτός ο άνθρωπος αντέχει. Αυτός που λαχταρά την ελευθερία του.

 

Πίσω στη ζωή της Γιασεμής, τα πράγματα είναι ακόμα πιο ξεκάθαρα. Ισχύει πως η απελπισία και η επιμονή σε καθετί τελειωμένο, είναι το πιο μεγάλα ναρκωτικά, καθώς παρασύρουν νου και καρδιά στην απάθεια και τη συνεχόμενη θλίψη, και πως είναι δύο τα είδη της μοναξιάς: αυτή που δημιουργούμε εμείς για τον εαυτό μας, κι αυτή που μάς δημιουργούν οι άλλοι.

Ισχύει επίσης πως οι περισσότεροι δε ζούμε τα όνειρά μας, αλλά τους φόβους μας, και πως πονάει διπλά και τριπλά να αγαπούμε κάποιους ανθρώπους ενώ εκείνοι απλώς μας προτιμούν για ένα πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα.

 

Στο συναρπαστικό μυθιστόρημα της Θεοφανίας Ανδρονίκου – Βασιλάκη, όλα έχουν την τάξη και την αξία τους. Όλα είναι προσεκτικώς μελετημένα, και πάντα προσαρμοσμένα σε επιτυχείς τακτικές ανατροπής. Στο μυθιστόρημά της αν κάτι έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ο έρωτας και η δύναμη της καρδιάς. Σημασία δεν έχει το να πέφτεις, αλλά το να σηκώνεσαι, και τελικά δίνεται και η απάντηση όσον αφορά στους ανθρώπους που επιλέγουν να μας πληγώσουν: ο ρόλος τους είναι αβέβαιος κι απροσδιόριστος, αλλά εκατό τοις εκατό περιττός.