από τη Rosa Negra.

Κοίταξε το σπίτι και της φάνηκε ξαφνικά απειλητικά μεγάλο και αφιλόξενο. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Το σπίτι των ονείρων της μετατράπηκε σε εφιάλτη από τη μια μέρα στην άλλη. Ένιωσε τα πόδια της να μη τη κρατάνε και γονάτισε. Σε λίγα λεπτά βρέθηκε ξαπλωμένη στη μέση του σαλονιού να κλαίει με λυγμούς. ¨Πώς θα συνεχίσω τώρα;¨σκέφτηκε και η απελπισία, μόνιμη φίλη της τις τελευταίες μέρες την αγκάλιασε.

Πριν ένα χρόνο τα είχε όλα. Τον άνθρωπο που λάτρευε και που ξεκινούσαν την καινούρια τους ζωή με τους καλύτερους οιωνούς. Και τώρα? Το απόλυτο τίποτα. Εκείνη έφταιγε για όλα. Αν δεν είχαν μαλώσει εκείνο το βράδυ, αν δεν τον είχε πάρει τηλέφωνο για συνεχίσει το καβγά, αν, αν, αν…. Ατελείωτα ερωτηματικά και υποθέσεις που θα έμεναν αναπάντητα τώρα πια.

Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και ο κρύος αέρας τη τύλιξε. Κοίταξε τα ατελείωτα αστέρια του ουρανού και  για μια στιγμή σκέφτηκε ότι το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί εκεί ψηλά μαζί τους….

Έφυγε τρέχοντας χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Τα δάκρυα κυλούσαν ακατάπαυστα στα μάτια της, εκείνη όμως δεν τα ένιωθε. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν τον Ανδρέα και πόσο άδικα τον είχε χάσει.

Έμφραγμα του μυοκαρδίου αποφάνθηκαν οι γιατροί. Μα είναι δυνατόνq Πώς γίνεται ένας τόσο νέος άνθρωπος να έχει πρόβλημα με τη καρδιά του και να μην έχουν καταλάβει τίποτα;

Εκείνο το βράδυ μάλωσαν για άλλη μια φορά. Σηκώθηκε και έφυγε χτυπώντας πίσω της τη πόρτα και πήγε στη φίλη της να ηρεμήσει. Μετά από λίγο παρά τις παρακλήσεις της φίλης της το πήρε τηλέφωνο και άρχισαν να μαλώνουν. Ξεκίνησαν από το ότι δεν αντέχει το πρόγραμμα της δουλειάς του και κατέληξαν να τον ρωτάει αν έχει βρει άλλη. Η ζήλια της για ακόμα μια φορά την είχε τυφλώσει και δεν ήξερε τι έλεγε. Ο Ανδρέας απηυδισμένος της έκλεισε το τηλέφωνο.  Ύστερα από λίγη ώρα μετανιωμένη, ξεκίνησε για το σπίτι τους. Μα τι σκεφτόταν? Δε μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς εκείνον και η αλήθεια ήταν ότι ο Ανδρέας τη λάτρευε δεν της είχε δώσει ποτέ το δικαίωμα να αμφιβάλλει για την αγάπη του. Η ζήλια και η ανασφάλεια που την ακολουθούσαν από μικρή την έβαζαν σε τέτοιες διαδικασίες να του φωνάζει και να τσακώνονται. Μετά το μετάνιωνε και μετά πάλι τα ίδια….

Γύρισε σπίτι και φώναξε το όνομά του. Σιωπή. Είδε φως στο μπάνιο και προχώρησε προς τα κει. Τον είδε πεσμένο στο πάτωμα. Έτρεξε κατά πάνω του. Ακόμα θυμάται τις σειρήνες του ασθενοφόρου που ήρθε να τον πάρει.  Δεν τον πρόλαβαν. ¨Λυπάμαι πολύ, ο άνδρας σας απεβίωσε¨ της είπε ο γιατρός και για μια στιγμή ένιωσε ότι πέθανε και εκείνη μαζί του.

Σταμάτησε να τρέχει και κοίταξε γύρω της. Είχε βρεθεί στο βουνό, στο αγαπημένο τους σημείο. Πόσα βράδια είχαν περάσει εκεί να κάθονται αγκαλιασμένοι και να κάνουν όνειρα για το μέλλον…. 

 Για μια στιγμή φύσηξε ένα αεράκι και ένιωσε να τη κυκλώνει. ¨Αντρέα¨ ψιθύρισε και το αεράκι έγινε πιο δυνατό.

Ή της φάνηκε;

Κοίταξε τα αστέρια και της φάνηκε ότι στιγμιαία αυτά ενώθηκαν και δημιουργήσαν την εικόνα του Ανδρέα.

Χαμογέλασε. Έπιασε τη κοιλιά της. Ο Ανδρέας θα ζει για πάντα μέσα από κείνη…