από τη Χριστίνα Καπράλου.

Τ

Τικ τακ! Τικ τακ!

Τικ τακ!Ο ήχος έδινε ρυθμό και ο ρυθμός έδινε χρόνο. Οι ρολοδείχτες στροφάριζαν αργά και οι ώρες κυλούσαν σταθερά.

Το δωμάτιο σκοτεινο, αχρωμοι τόχοι – όλα γύρω αοσμα και άγευστα.

Στο παραθύρι γλάστρες διχως λουλούδια έτσι μην τυχόξν και μπέι χρώμα στο περιβάλλον. Το φαί στην κατσαρόλα άγευστο – ανάλατο μην τυχόν και ξυπνήσει η γευση.

Αισθήσεις σε νάρκη. Πέντε αισθήσεις ξεχασμένες σχεδόν ανύπαρκτες.

Η Αγγέλα έκλεισε μια μέρα πορτες και παραθυρα, τράβηξε τις κουρτίνες αφησε τα λουλούδια να μαραθούν στην γλάστρα πέταξε μακρυα αόμα και εκείνο το  παιχνίδι που έπαιζε μουσική, ‘αδειασε τα ντουλάπια της από κάθε μπαχαρικό έκρυψε εκείνο το μικρό μπουκαλάκι με το άρωμα στο βάθος του συρταριου της και …. Κράταγε τα χέρια της σφιγμένα στο πλάι του κορμιού μην τυχόν και αγγίξει.

Αγριμι μοναχό η Αγγέλα μοναδικη της συντροφιά το ΤΙΚ ΤΑΚ του ρολογιου στον τοίχο.

Μοναδική άισθηση ενεργή η ακοή και αυτή ακρωτηρτιασμένη να ακούει μνο το ΤΙΚ ΤΑΚ του ρολογιου.

Ο Θάνος έφυγε ένα ανοιξιάτικο πρωινό από το σπιτι. Ένα πρωινο που το γιασεμί μοσχομύριζε, η μπιγκόνια ανθούσε και η τριανταφυλλιά έβαγε κόκκινους τους ανθούς της.

Τα παραθυρα του σπιτιού ήταν ακόμη κλειστά ο ήλιος εκεινης της μέρας δεν ειχε προλάβει να χαιρετήσει τα δωμάτια.

Τα στρωσίδια στο κρεββάτι είχαν ακόμη την μυρωδιά του Θάνου της Αγγέλας και του ερωτά τους.

Τικ τακ  Τικ τακ!

Κουκου!

Αυτός ήταν ο τελευταίος ήχος που ακούστηκε σαν ο Θάνος έκλεισε την πόρτα πισω του, αμιλητος.

Κού κου!

Ο κουκος καρφωμένος στον τοίχο απέναντι από την εξώπορτα σώπασε σταμάτησε νε μετρά τις ώρες.

Οι ώρες σταμάτησαν να μετρούν τον χρόνο, ο χρόνος σταμάτησε να κυλά.

Η Αγγέλα εκείνη την μέρα και από εκεινη την ημέρα δεν  ανοιξε ξανα τις πορτες και τα παράθυρα.

Νυχοπατούσε απ ακρη σ ακρη του σπιτιού…. Μια λεξη μοναχη έμενε καρφγωμενη στγην άκρη της γλώσσας της.

«Γιατι» Μια λέξη μοναχή αντίλαλος

«Γιατι –γιατι – γιατι – γιατι»

Το πάθος έγινε θυμός και ο θυμός έγινε θλίψη και η θλίψη έγινε απαθεια.

Ένα γράμμα μοναχό κυριευε την σκέψη της και την καρδιά της.

Θ

Η Αγγέλα σήκωνε το χερι της μποροστά και με το δάχτυλο να δειχνει ζωγράφιζε Θ

Ένα Θ δυο Θ τρια Θ τέσσερα και πεντε και εξι και επτα και οκτω και εννια και δέκα Θ

Γεμιζε το σπιτι με νοητά Θ

«Γιατι»?……. «θ»

Ερώτηση και απάντηση

Απάντηση στην ερωτηση της

Παθος – Θυμός- Θλίψη – Απάθεια – Θάνος

Ολη η σκέψη της να περπατά πανω στον κυκλο του Θ.

Ολη η ζωή της μαντρωμένη στου Θ τον κύκλο.

Όλα ενας κύκλος- μια περιστροφή ακόμη και το ρολόι με τον κουκο που σώπασε και αυτό ενας κυκλος.

Λες και ολες οι τροχιέρς γύρω της φτιάχτηκαν με διαβήτη. Λές και η ίδια έγινε με μιας το καρφί στο κέντρο του διαβήτη.

Οι ίδιες σκέψεις τα στροβιλίζουν στο μυαλό της, οι ίδιες λέξεις να βγαίνουν από το στόμα της.

Ο κύκλος του  επνιγε το – στο κέντρο του Θ αιχμάωτο και αυτό σαν και εκείνη.

Κι ομωςενα – μπορεί να γίνει δρόμος και πάνω του να ξετυλιχτούν εικόνες, ζωές,επιθυμίες όνειρα.

Ένα πρωινό η Αγγέλα σταμάτησε να ζωγραφίζει Θ στον αέρα με το δάχτυλο.

Εφερε τα χέρια της στο υψος των ωμων ανοιχτα ….να έτσι σαν φτερά.

Στο φευγάτο μυαλό της όλα γύρισαν αναποδα. Το Θ έκανε μια τούμπα και να κοιτα… εγινε Φ.

Το | του Φ γραμμή μεγαλύτερη.

Δρομος ανοιχτός πορεία ελεύθερη.

Μια τούμπα, μια στροφή κι όλα άλλαξαν. Το Θ εγινε Φ με όλες τις προβλεπομενες και απροβλεπτες συνέπειες.

Φ    Φόβος

        Φωτιά

        Φευγιό

Και το | του Φ όλο και να μακραίνει όλο και να μεγαΛώνει όλο και να φεύγει και μαζί με αυτό να απελευθερώνεται και η Αγγέλα και η σκέψη της λεύτερο πουλί και αυτή να πετά όλο να πετά και να χάνεται.

Τα γραμματα στο μυαλό της Αγγέλας έκαναν τρελούς χορούς. Χωριζονταν ποτε σε ζευγάρια πότε σε τριάδες ποτε σε τετραδες και πότε σαν όχλος ατακτως τοποθετημένος.

Εχουμε και λέμε λοιπον…. Φ

ΦΑΡΟΣ    ΦΑΝΑΡΙ    ΦΥΤΙΛΙ   ΦΩΣ

Μια νυχτα σκοτεινη με βουρκωμενο ουρανο το | του Φ που ηταν πριν το – του Θ πηρε τα ορη και τα βουνα και χαθηκε….

Ενας κυκλος να Ο τετοιος εμεινε μοναχος του σαν αδεια κορνιζα στο οπτικο πεδιο της Αγγελας.

                                           Ο

Και παλι γραμματα μπρος και πισω και παλι ηχος Οοοο να αντηχει στα αφτια της.

Ονειρο ουρανος ολογιωμο

Πέρναγαν οι μερες περναγαν οι μηνες και τα χρονια, το σπιτικο της Αγγελας μιαγραφικη εικονα στην πολη.

Η Αγγελα μια γραφικη φιγουρα και αυτή να καρτερει το τιποτα, να περιμενει τον κανενα.

Εκεινο το βραδυ της βροχης η πορτα της χρυπησε δυο φορες.

«Δεν περιμενω κανεναν» μουρμουρισε η Αγγελα.

Με αργα βηματα εφτασε μεχρι την πορτα και εβαλε το μανταλο.

«Αγγελα! Ε Αγγελα ακουστηκε μια γεροντικη φωνη να ψελλιζει.

Τικ τακ τικ τακ

Κου κου!

Ο κουκος ξυπνησε κι αρχισε να μετρα τις ωρες.

Η Αγγελα εριξε μια τρομαγμενη ματι στον καθρεφτη κατω από τον κουκο.

Με το δαχτυλο σχεδιασε στον αερα ένα τεραστιο Ο ιδιο με την κορνιζα του καθρεφτη της.

Τα χειλη της συμπορευτησκν με το δαχτυλο.

Ο.   Ο.  Όχι

Η κορνιζα του καθρεφτη ενας κυκλος σκοτεινος έκλεινε όλα τα χρονια της μιζερης ζωης της.

Ο κουκος – ο καθρεφτης και το το δαχτυλο σε πληρη συγχρονισμο.

Τικ τακ.       Κου κου

«Εσυ φταις» ειπε η Αγγελα κοιτωντας με θυμο τον κουκο

«εσυ με γερασες που γυρνας σαν τρελλος»

«Όχι όχι εγω» απαντησε ο κουκος φτυνωντας την κατηγορια που του φορτωσαν.

Να αυτος φταιει ειπε δειχνοντας τον καθρεφτη από κατω του.

«Όχι εγω!» ειπε ο καθρεφτης

«Άλλος άλλος φταιει! Να αυτος!

Ο καθρεφτης και το απεναντι παραθυρο σε πληρη ευθυγραμμιση.

Η γεροντικη φιγουρα που κοιταζε από το παραθυρο φανταζε μες στην ολογιωμη κορνιζα του καθρεφτη σαν τραγικη μασκα.

«Αγγελα! Αγγελα γυρισα!»

Οι βαριες κουρτινες εκλεισαν με μιας. Το ειδωλο στον καθρεφτη σβηστηκε ξαφνικα και αποτομα.

  • Γυρνα ότι φευγει και φευγει ότι εχει μεινει.

Γυρνω γυρνας γυρνα

Φευγω φευγεις φευγει

Μενω εμεινα θα μεινω εχω μεινει ειχα μεινει θα εχω μεινει

Χρονοι παροντες παρελθοντες και μελλοντες.

Ένα ρολοι κουκος ενας καθρεφτης χωρις ειδωλο ενα παραθυρο κλειστο με βαριες κουρτινες και συμφωνα που μεταλλαχτηκαν σε φωνηεντα.

Φ.  Θ. Ο

Το πρωι βρηκε την Αγγελα χαμενη στο παραμιλητο της και τον Θανο ξεπαγιασμενο στην αυλοπορτα.

Αγγελα: Φ Θ Ο

Θανος:  Γυρισα σου λεω

Αγγελα: Γυρνα ότι φευγει και φευγει ότι εμεινε

Θανος:   Γυρισα να κοιτα που γυρισα.

Αγγελα: Θυμος και Παθος και Φοβος και Φωτια και Οργη

Κου κου!

Τικ τακ τικ τακ!

Δεν τον συγχωρησε ποτε….

Δεν ανοιξε ποτε παραθυρα

Δεν ανοιξε ποτε πορτα..

Κρατησε την καρδια της κλειστη για παντα!