από την Άρια Σωκράτους.

«Αντώνη, ο Αλέξης δεν απαντά στα τηλεφωνήματα μου. Είναι η τρίτη μέρα που δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του. Άρχισα να ανησυχώ πάρα πολύ. Κάτι κακό συνέβη στο παιδί μου, να μου το θυμηθείς.»

«Σταμάτα βρε Μαίρη με τις ανησυχίες και τις δεισιδαιμονίες σου. Μην ξεχνάς πως το παιδί ζει στην Αμερική, σε άλλη ήπειρο και έχουμε και επτά ώρες διαφορά. Τριάντα χρονών άντρας είναι πια, όχι κανένα μωρό. Έχει το πανεπιστήμιο του, τα μαθήματα του, τη ζωή του βρε αδελφέ. Τη δικιά μας έγνοια θα έχει;», απάντησε ο μεσόκοπος άντρας ξεφυλλίζοντας βαριεστημένα την εφημερίδα του.

«Μα πώς μπορείς να είσαι τόσο αναίσθητος πια; Αίμα δεν κυλάει στις φλέβες σου εσένα; Γιος σου είναι, όχι κανένας τυχαίος».

Η ψηλόλιγνη γυναίκα βημάτιζε ανήσυχη κατά μήκος της κουζίνας έχοντας το τηλέφωνο κολλημένο στο αυτί της.

«Μαίρη σταμάτα να περιφέρεσαι άσκοπα πέρα δώθε. Μ’έχεις ζαλίσει πια. Άφησες μήνυμα στον τηλεφωνητή; Θα σε πάρει αυτός όταν μπορέσει. Είμαι σίγουρος. Το άγχος και ο πανικός είναι πολύ κακοί σύμβουλοι. Ο γιος μας είναι μια χαρά και θα το δεις. Αμάν εσείς οι μάνες με την υπερπροστατευτικότητα σας πια.»

Ο φαλακρός διοπτροφόρος άντρας εναπέθεσε εκνευρισμένος την εφημερίδα του στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας και κοίταξε τη γυναίκα του μ’ένα επιτιμητικό ύφος.

Εκείνη του έριξε μια περιφρονητική ματιά και συνέχισε να πληκρολογεί αριθμούς στο τηλέφωνό της.

«Ποτέ δεν το έχει κάνει αυτό, μα ποτέ. Κάθε μέρα μιλάμε στο τηλέφωνο και στο σκάιπ. Ο Αλέξης ποτέ δεν θα με άφηνε να ζω μέσα στην αγωνία. Ξέρει καλά πόσο πολύ ανησυχώ γι’αυτόν. Μα πού να έχει πάει, τι να έχει γίνει; Αχ Θέε μου βάλε το χέρι σου να μην έχει συμβεί τίποτα στο παιδί μου γιατί θα τρελαθώ. Δεν θα το αντέξω.»

«Τώρα δηλαδή τι καταλαβαίνεις με όλους αυτούς τους μελοδραματισμούς; Κατάλαβέ το πως ο γιος μας ενηλικιώθηκε, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά από μας. Ετοιμάζεται για λαμπρή ακαδημαική καριέρα το παιδί και θα έχει χίλιες δυό έγνοιες στο μυαλό του. Θέλεις τώρα να του προκαλέσουμε κι εμείς ακόμα μία με τις χαζές ανησυχίες μας; Αντί να τον βοηθήσουμε δηλαδή να αποτελούμε εμπόδιο; Πραγματικά δεν σε καταλαβαίνω καθόλου ώρες ώρες βρε Μάιρη μου. Ηρέμησε σε παρακαλώ και σκέψου ψύχραιμα.»

«Μα πώς να ηρεμήσω μου λες; Σε αναμμένα κάρβουνα κάθομαι εγώ αυτή τη στιγμή. Σε άλλη Ήπειρο βρίσκεται το παιδί. Κι αν έχει πάθει κάτι, πώς μπορεί να μας βρει κάποιος και να μας ειδοποιήσει, μου λες; Τόσα μίλια μακριά είμαστε. Σε άλλο πλανήτη σχεδόν. Αχ, καλά έλεγα εγώ να μην φύγει για μεταπτυχιακές σπουδές τόσο μακριά μας. Γιατί δεν πήγε Λονδίνο που είναι πολύ πιο κοντά; Τα πανεπιστήμια είναι εξαιρετικά αλλά ας όψονται οι αίτιοι που του φούσκωσαν τα μυαλά και του έλεγαν πως η Αμερική είναι η γη της Επαγγελίας και των ευκαιριών. Όποιος έφυγε από τον τόπο του και πήγε εκεί, ποτέ δεν ξαναγύρισε πίσω. Σαν να τους παίρνει τα μυαλά και τους μαγεύει αυτή η χώρα. Κι εσύ πρώτος και καλύτερος έτρεξες να υποστηρίξεις την απόφασή του. Ακόμα και η μάνα μου που του έχει τρομερή αδυναμία, ευνοούσε τη φυγή του και με νουθετούσε να μην εκφράσω την αντίθεση μου και να τον αφήσω να ανοίξει τα φτερά του επειδή η ζωή ήταν δική του και όχι δική μας. Αυτό υποστήριζε η μάνα μου και τώρα δεν θυμάται ούτε το όνομά της εξαιτίας αυτής της καταραμένης ασθένειας που της εκφυλίζει το μυαλό. Ούτε που αναγνώρισε τον Αλέξη πέρσι το καλοκαίρι όταν πήγε στο χωριό να την επισκεφθεί. Η αποκλειστική μου λέει πως μέρα με τη μέρα χειροτερεύει η κατάστασή της. Το ξέρεις πως χθες εκσφενδόνισε προς το μέρος της ένα γυάλινο ποτήρι και παρά τρίχα να την πετύχει; Στο τσακ είναι να φύγει κι αυτή. Με νύχια και με δόντια την κρατάω. Δεν με φτάνουν όλα αυτά, τώρα ανησυχώ και για τον Αλέξη. Α, το βρήκα! Θα πάρω τηλέφωνο την Μανταλένα. Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει να μου πει.»

«Μα τι λες βρε γυναίκα. Με την κοπέλα αυτή έχουν χωρίσει εδώ και ένα χρόνο. Τι θα ξέρει να σου πει; Άσε που θα την φέρεις και σε πολύ δύσκολη θέση. Όταν το μάθει ο γιος μας, θα θυμώσει πολύ που τον εκθέτεις.»

«Αντώνη δεν ακούω τίποτα. Άσε με ήσυχη σε παρακαλώ να κάνω ό,τι νομίζω πως είναι σωστό. Εμείς οι μάνες λειτουργούμε πολύ διαφορετικά από εσάς τους πατεράδες. Η Μανταλένα είναι πολύ καλό κορίτσι και διακριτικό. Την γνωρίσαμε όταν την έφερε μαζί του πρόπερσι το καλοκαίρι. Δεν την θεωρώ ξένη. Ένα μήνα έμεινε στο σπίτι μας. Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβει την ανησυχία μου. Εξάλλου, είμαι σίγουρη πως είναι ακόμα τρελά ερωτευμένη μαζί του. Στα μάτια τον κοιτούσε και κρεμόταν από τα χείλη του. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί χώρισαν. Ήταν τόσο ταιριαστό ζευγάρι.»

Ο άντρας την κοίταξε με μια έκφραση παραίτησης στο πρόσωπο και ανασήκωσε κουρασμένα τους ώμους.

«Αφού όταν σου μιλάω, είναι σαν να ουρλιάζω μόνος μου στην έρημο χωρίς να με ακούει κανείς, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Εγώ να ξέρεις όμως πως δεν συμφωνώ καθόλου με αυτά που κάνεις.»

Χωρίς να γυρίσει καν να τον κοιτάξει, άρχισε να χτυπά γρήγορα τους αριθμούς στο τηλέφωνό της.

«Καλησπέρα ή μάλλον καλημέρα Μανταλένα μου. Η Μαίρη είμαι, η μητέρα του Αλέξη. Συγγνώμη κορίτσι μου που σε ενοχλώ αλλά έχω απελπιστεί και δεν ξέρω τι να κάνω και με το θάρρος που μου δίνει η γνωριμία μας σε παίρνω τηλέφωνο. Προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί του εδώ και τρεις μέρες αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δεν μπορώ να τον εντοπίσω πουθενά. Αναρωτιόμουνα λοιπόν αν μήπως εσύ θα μπορούσες κάπως να με διαφωτίσεις. Ξέρω πως τα σπίτια σας είναι σχετικά κοντά. Θα σου ήμουν αιώνια ευγνώμων αν θα μπορούσες να περάσεις από εκεί να δεις τι κάνει και να του πεις να πάρει τους γονείς του επειγόντως τηλέφωνο επειδή έχουν τρελαθεί από την αγωνία τους. Ναι παιδί μου…Χίλια ευχαριστώ Μανταλένα μου. Είσαι ένας άγγελος. Ναι κορίτσι μου..Και να σου πω. Μια αναπάντητη κλήση κάνε μου για να σε πάρω πίσω εγώ και να μην χρεώνεσαι..Μα τι είναι αυτά που λες; Όχι, θα σε καλέσω πίσω εγώ. Ευχαριστώ πάρα πολύ κορίτσι μου και πάλι. Να ‘σαι πάντα καλά. Ναι, ναι, θα περιμένω.»

Κοίταξε τον άντρα της με μια θριαμβευτική έκφραση και κάθησε απέναντί του κοιτάζοντας τον με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

«Ευτυχώς που δεν σε άκουσα και πήρα τηλέφωνο την κοπέλα. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ ανακουφισμένη νιώθω. Με καθησύχασε απίστευτα. Μου είπε πως θα περάσει από το σπίτι του να ελέγξει ιδίοις όμμασι αν είναι καλά και θα με πάρει τηλέφωνο να με ενημερώσει. Αυτό το κορίτσι είναι ένας άγγελος. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του έκανε ο γιος μας όταν την άφησε. Όλοι οι άντρες είστε άστατοι. Όταν δείτε ποδόγυρο τρέχετε κατευθείαν. Τον δικό σου δρόμο ακολουθεί αυτός. Λίγα τράβηξα εγώ μαζί σου; Μην νομίζεις πως τα ξέχασα. Αν δεν ήταν οποιαδήποτε άλλη στη θέση μου θα σε είχε εγκαταλείψει προ πολλού και θα καταντούσες αλήτης να γυρνάς με τη μία και την άλλη. Εγώ όμως έκανα την καρδιά μου πέτρα και κατάπια όλους τους καημούς επειδή είχα δύο μικρά παιδιά να μεγαλώσω. Ποιά παρασπονδία σου να πρωτοθυμηθώ και ποιά να αφήσω; Εκείνη τη Λιβανέζα που ήταν χορεύτρια στο καμπαρέ στη Λεμεσό και για χάρη της ξέχασες γυναίκα και παιδιά και ξημεροβραδιαζόσουνα μαζί της; Σου έφαγε κι ένα σωρό λεφτά. Ή μήπως την υπάλληλο σου στο γραφείο που της υπαγόρευες τις επιστολές σαν ήταν καθισμένη πάνω στα γόνατα σου; Πώς σε άντεξα ακόμα κι εγώ η ίδια απορώ. Τα χρωστάς όλα στη μάνα μου που μου ζάλιζε το κεφάλι να σε κρατήσω και μου έλεγε «Άντρας να βρίσκεται μέσα στο σπιτικό σου κι ας είναι και ξύλινος.» «Τι να κάνω ρε μάνα το ξύλο μέσα στο σπίτι μου, τη ρωτούσα και απάντηση δεν έπαιρνα. Μόνο  την άκουγα και σε κράτησα.»

«Τελικά έχεις μεγάλη μνησικακία μέσα σου. Όλα αυτά συνέβησαν πριν από εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια κι εσύ ακόμα μου το χτυπάς. Δεν ξεχνάς ποτέ σου τίποτα. Ξέρεις πως σιγοκαταπίνεις δηλητήριο και το σερβίρεις και σε μένα; Δηλητηριάζεις όλα τα χρόνια της κοινής μας συμβίωσης για δύο μικρές απερισκεψίες. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνεις αυτό, για να μην αναφέρω και πόσες φορές έκανες νύξη για το θέμα αυτό μπροστά στα παιδιά μας. Πραγματικά άρχισα να πιστεύω πως η εμμονή σου αυτή προέρχεται από κάποια διαταραχή. Πώς είναι δυνατόν να μην ξεχνάς τίποτα ποτέ σου; Με κατηγορείς μετά από τόσα χρόνια και δεν μου αναγνωρίζεις καν το γεγονός πως πάντα γυρνούσα σε σένα και τα παιδιά μας. Ποτέ δεν σας εγκατέλειψα ούτε και σας έλειψε ο,τιδήποτε.»

«Μα τι φωνές είναι αυτές; Μέχρι στο δωμάτιο πάνω ακούγεστε. Μα δεν ντρέπεστε μεγάλοι άνθρωποι να τσακώνεστε σαν παιδαρέλια; Μπαμπά, εσύ είσαι άνθρωπος χαμηλών τόνων και ήρεμος. Τι έπαθες και άρχισες να φωνάζεις; Κι εσύ μαμά δεν μπορείς μια μέρα να είσαι ήρεμη χωρίς εξάρσεις; Όλα πια σου φταίνε. Τη μια εγώ, την άλλη, ο μπαμπάς. Μόνο ο Αλέξης γλίτωσε που έφυγε μακριά. Θα τον ακολουθήσω λίαν συντόμως μόλις τελειώσω τη σχολή μου φαίνεται και θα ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου. Δεν είναι σπίτι αυτό. Το κλουβί με τις τρελές είναι.»

Το νεαρό κορίτσι τίναξε στο πλάι τις ξανθές ατημέλητες μπούκλες της και ακούμπησε στο τραπέζι ένα μισοάδειο ποτήρι με χυμό πορτοκαλιού.

«Ιφιγένεια, σε λιγότερο από μια ώρα έχεις μάθημα και είσαι ακόμη με το μπουρνούζι του μπάνιου. Ξεχνάς μου φαίνεται πως με τη συγκοινωνία χρειάζεσαι σαρανταπέντε λεπτά να φτάσεις στο πανεπιστήμιο. Αν πηγαίνεις συνεχώς καθυστερημένη ούτε στον ύπνο σου δεν θα δεις πτυχίο. Μου θες να πας και στην Αμερική καημένη με τέσσερα μαθήματα που χρωστάς. Αντί να σε απασχολεί το μέλλον σου και τα μαθήματα σου, εσύ κάθεσαι και κρυφακούς τι λέω εγώ με τον πατέρα σου. Ντροπή σου.», είπε η μητέρα της θυμωμένα.

«Πρώτον, το μάθημα δεν θα γίνει επειδή το κτίριο τελεί υπό κατάληψη και σας το είχα μάλιστα αναφέρει από χθες αλλά όταν μιλάω εγώ, κανείς δεν μου δίνει σημασία ενώ όταν μιλάει ο γιος σας, στέκεστε και οι δυό σας σε στάση προσοχής και δεύτερον, μιλούσατε σε τόσο υψηλό τόνο που ακόμα και νεκρούς θα μπορούσατε να αναστήσετε. Και για να μην μείνετε με την απορία τι ακουσα και τι δεν άκουσα, σας λέω πως άκουσα τα πάντα από την αρχή μέχρι το τέλος και ντράπηκα για λογαριασμό σας. Και κυρίως για σένα μαμά. Θα έπρεπε να ντρέπεσαι πραγματικά για τα λόγια που ξεστόμισες. Δεν σκέφτεσαι κανένα άλλο παρά μόνο τον εαυτό σου. Θυματοποιείς συνεχώς τον εαυτό σου επειδή είναι το μοναδικό πράγμα που έμαθες να κάνεις στη ζωή σου προκειμένου να στρέφεις πάνω σου την προσοχή. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα διαμαρτυρόσουν και έριχνες τις ευθύνες πάνω σε οποιονδήποτε άλλον αλλά ποτέ στον εαυτό σου. Πάντα φταίγαμε εγώ, η γιαγιά, ο μπαμπάς αλλά εσύ ποτέ. Ήσουν πάντοτε στο απυρόβλητο. Και για να μην ακούσω την γκρίνια σου πάλι επειδή ουδεμία όρεξη έχω, πάω στο δωμάτιό μου να ντυθώ και φεύγω. Έχω ραντεβού με τα κορίτσια. Μου λείπει το οξυγόνο εδώ μέσα.», είπε κι έφυγε χωρίς να ρίξει ούτε δεύτερη ματιά σους γονείς της.

«Ιφιγένεια, περίμενε. Έλα εδώ να το συζητήσουμε», φώναξε αναστατωμένος ο πατέρας της τρέχοντας προς το μέρος της.

«Δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε μπαμπά. Ό,τι είχαμε να πούμε άλλωστε το έχουμε πει εδώ και πολλά χρόνια. Γειά σας», είπε και ανέβηκε φουριόζα την εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιό της.

«Μην τρέχεις από πίσω της και πάψε να την παρακαλάς. Εσύ με τα κανακέματα και τις περιποιήσεις σου την κακόμαθες τόσα χρόνια κι έχει μια γλώσσα μεγαλύτερη από το μπόι της. Σαν δεν ντρέπεται το παλιοκόριτσο που θα μας κρίνει κιόλας. Άκουσες πώς μίλησε στη μάνα της; Ε, την άκουσες; Όταν γυρίσει απόψε θα τα ακούσει και από την καλή και από την ανάποδη. Θα της δείξω εγώ».

Το παρατεταμένο χτύπημα του τηλεφώνου διέκοψε τον μονόλογο της στη μέση. Το απάντησε με ένα χαρακτηριστικό τρεμούλιασμα στη φωνή.

«Αγόρι μου, εσύ είσαι; Επιτέλους επικοινώνησες μαζί μας. Πήγαινα να τρελαθώ από την αγωνία μου τρεις μέρες. Μα πού ήσουν; Γιατί δεν απαντούσες στα τηλεφωνήματά μου. Έπαιρνα παντού, στο σταθερό, στο κινητό αλλά δεν μπορούσα να σε πετύχω πουθενά. Πήρα μέχρι και τη Μανταλένα για να τη ρωτήσω αν σε έχει δει καθόλου. Καλά, καλά μην φωνάζεις. Επειδή ανησύχησα το έκανα. Τι; Αλέξη μου, τι λες; Είσαι με τα καλά σου; Μα πού την βρήκες πάλι αυτήν; Και δεν είναι ούτε Ελληνίδα βρε αγόρι μου. Οι ξένες έχουν πολύ διαφορετική κουλτούρα από τη δική μας. Τώρα δεν το αντιλαμβάνεσαι επειδή είσαι στα ντουζένια σου αλλά όταν περάσει ο πρώτος ενθουσιασμός και ο μεγάλος έρωτας, θα το καταλάβεις γιε μου. Εντάξει, σταματάω. Όχι, δεν σου κάνω διάλεξη αλλά μάνα είμαι και ανησυχώ. Καλά σου είπα. Σταμάτα να φωνάζεις. Εντάξει, θα πάρω τη Μανταλένα και θα της πω ότι με πήρες και να μην περάσει από το σπίτι σου. Μα είναι τόσο καλό κορίτσι γιε μου. Γιατί δεν το ξανασκέφτεσαι; Αλέξη με ακούς; Αλέξη.»

«Τι έγινε; Δεν σε άντεξε και το έκλεισε; Δεν στα έλεγα εγώ; Μια χαρά είναι το παιδί και μην ανακατέψεις κανένα. Εσύ εκεί, να κάνεις του κεφαλιού σου. Μα γιατί είσαι πια τόσο ξεροκέφαλη; Τι σου είπε και στο έκλεισε το τηλέφωνο;»

Η γυναίκα τον κοίταξε απειλητικά στρέφοντας το τηλέφωνο προς το μέρος του.

«Ο γιος σου δεν πάει καθόλου καλά. Πήγε κι έμπλεξε με μια Αμερικανίδα τυχάρπαστη. Γνώρισε τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπό της λέει και θα μας την φέρει τώρα το καλοκαίρι να την γνωρίσουμε. Αυτό μας έλειπε τώρα. Να μας κουβαλήσει μια ξένη που δεν ξέρουμε από πού κρατάει η σκούφια της και να μην μπορούμε να πούμε και τίποτα. Στα μούτρα μου έκλεισε το τηλέφωνο, το είδες και μόνος σου.»

«Πραγματικά είσαι απίστευτη. Σωστός χείμαρρος. Ήταν τώρα κουβέντες αυτές να του κάνεις από το τηλέφωνο; Χωρίς καν να έχεις δει την κοπέλα την αποκαλείς τυχάρπαστη; Δεν περίμενα πως θα είσαι ξενοφοβική. Νομίζεις δηλαδή πως οι δικές μας κοπέλες είναι καλύτερες; Άσε το παιδί να μας την φέρει εδώ, να την γνωρίσουμε. Ας μην την καταδικάζουμε πριν δούμε τι κορίτσι είναι. Πολύ καλά έκανε ο Αλέξης που σου έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν υποφέρεσαι πια.» είπε ο άντρας κουνώντας το κεφάλι του με απόγνωση.

Εκείνη τον άκουγε με γουρλωμένα τα μάτια από το θυμό και την έξαρση. Έμοιαζε με μαινάδα έτοιμη να του χιμήξει.

«Εσύ να μην μιλάς καθόλου. Με ακούς; Που θα μου υποστηρίξεις και την ξεβράκωτη από το πυρ το εξώτερον που δεν ξέρουμε ποιά είναι και τι κάνει. Το νιώθω εγώ, ωρολογιακή βόμβα θα βάλουμε στο σπίτι μας. Και ποιός μπορεί να μου εγγυηθεί εμένα πως δεν είναι καμιά τρελή ή καμιά πόρνη που έχει πάρε δώσε με ναρκωτικά και ουσίες και μπλέξει και το παιδί μας στα δίχτυα της; Αλλά βέβαια, μην ακούσεις για ποδόγυρο εσύ, κατευθείαν θα τρέξεις να υποστηρίξεις. Να μου κάνεις τη χάρη και να μην μιλάς καθόλου που θα μου βγάλεις και γλώσσα από πάνω μετά από όσα έκανες.»

«Σταμάτα πια και βούλωσε το πριν αναγκαστώ να στο βουλώσω εγώ μια και καλή. Δεν σε αντέχω πια. Η ζωή μαζί σου έχει γίνει πλέον ανυπόφορη. Φεύγω να μην σε βλέπω για να μην κάνω τίποτα για το οποίο θα μετανιώσω μετά. Στρίγγλα.»

Αναποδογύρισε την καρέκλα και την έριξε με δύναμη προς το μέρος της. Εκείνη τινάχτηκε προς τα πίσω ενστικτωδώς. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο άντρας της είχε προλάβει να βρεθεί στην εξώπορτα κλείνοντας την πόρτα πίσω του με κρότο.

Εκείνη ακούμπησε τις σφιγμένες γροθιές της στο οβάλ ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει με λυγμούς και να μονολογεί.

«Ανάθεμα τη μέρα που σε γνώρισα. Σε μισώ. Μακάρι να μην υπήρχες ποτέ στη ζωή μου. Να χαθείς θέλω, να εξαφανιστείς.»

Η ένταση της φωνής της διαπέρασε όλο το εσωτερικό του σπιτιού. Κάποια στιγμή της φάνηκε πως από τα τόσα υψηλά ντεσιμπέλ, το τραπέζι μετακινήθηκε από μόνο του. Ένιωσε τα μηνίγγια της να καίνε και τα μάτια της να γεμίζουν με αίμα. Αισθανόταν ανίκανη να κάνει την παραμικρή κίνηση. Δεν μπορούσε να κουνήσει τα χέρια και τα πόδια της. Ο χώρος άρχισε ξαφνικά να γυρίζει γύρω της. Μετά έχασε πια την αίσθηση του χρόνου. Προσπαθούσε να θυμηθεί, να σκεφτεί αλλά ήταν αδύνατο. Ξαφνικά όλα έγιναν μπλε, μετά κόκκινα και μετά λευκά. Μετά δεν θυμόταν τίποτα άλλο πια.