από τη Χριστίνα Καπράλου.

O oυρανός  γέμισε με θυμωμένα συννεφάκια.

Ο αέρας φύσαγε δυνατά και έδιωχνε μακριά  ξερά φύλλα και κλαράκια.

Το πατζούρι στο παράθυρο της Αννας χτυπούσε ρυθμικά. Τακ! Τακ! Τακ!

Η Άννα κουκουλωμένη με το πάπλωμα έκλεινε μάτια και αφτιά για να μη ακούει  ούτε να βλέπει.

Οι σκιές στο δωμάτιο  έπαιρναν μορφές…. Ένας λύκος, ένα φίδι, μια μάγισσα με την σκούπα της, ένας  γίγαντας μαζί με το κάστρο του!

Η Άννα τρομαγμένη αγωνιζόταν να διώξει τους φόβους της.

Στον λύκο έβαλε κόκκινη γραβάτα και σακάκι, στο φίδι μια ξανθιά περούκα, στην μάγισσα φόρεσε ένα ολόχρυσο φόρεμα και στην σκούπα κρέμασε κουδουνάκια.

Τον γίγαντα τον κλείδωσε σε ένα δωμάτιο του κάστρου του και έκρυψε το κλειδί κάτω από το μαξιλάρι της.

Η Άννα ημέρεψε  τους  φόβους της!

Το δωμάτio της μεταμορφώθηκε με μιας σε έναν όμορφο κήπο γεμάτο χρώματα και αρώματα.

Μια λίμνη κάτω από το τραπέζι, ένα παγώνι δίπλα στο παράθυρο, ένα αηδόνι πάνω στη δεξιά γωνία του καθρέφτη.

Τα μάτια της Άννας άστραψαν στο σκοτάδι. Το γέλιο της αντήχησε σαν γάργαρο νερό.

Οι ροζ πυτζάμες με τα αρκουδάκια έγιναν κόκκινο φόρεμα και οι θαλασσιές παντόφλες γόβες  με ψηλά τακούνια έτοιμες για χορό.

Η Αννα σήκωσε το χέρι της και έδωσε εντολή:

-Μουσική! Θέλω μουσική! Να παίξουν τα βιολιά! Θέλω να χορέψω!

Με μιας τα θυμωμένα συννεφάκια άρχισαν να στέλνουν σταγόνες βροχής, μικρά διαμαντάκια πάνω στο τζάμι.

Μουσικές νότες ξεπηδούσαν μέσα από κάθε σταγόνα βροχής.

Η Αννα στροβιλιζόταν μέσα στο κόκκινο φουστάνι της  γεμάτη ευτυχία.

Ο κύριος Λύκος με την κόκκινη γραβάτα και το σακάκι χόρευε μαζί της, το φίδι με την ξανθιά περούκα λικνιζόταν τον ρυθμό, η μάγισσα χτυπούσε παλαμάκια και ο γίγαντα κλειδωμένος στο δωμάτιο του πύργου κλαψούριζε σαν μικρό παιδί που δεν τον κάλεσαν στο πάρτι.

Η λίμνη κάτω από το τραπέζι γέμισε νούφαρα το παγώνι άνοιξε την υπέροχη ουρά του, το αηδόνι ακολουθούσε με την φωνούλα του την μουσική της βροχής.

Το γέλιο της Άννας αντηχούσε στο δωμάτιο!

Το χέρι της ακούμπησε τον λαιμό της…..

Με μιας όλα συννέφιασαν!

Η αλυσίδα στον λαιμό της Άννας  κουβαλούσε βαρύ φορτίο.

Φυλαχτό και ξόρκι.

Πόσα γέλια, πόσες  χαρές, πόσες υποσχέσεις. Πόσος πόνος, πόσα δάκρυα, πόση αγωνία, πόση αναμονή.

Η Άννα σιγοψιθύρισε ένα τραγούδι…

«Η μοναξιά με βλέπει και μου χαμογελά πως γίνεται η αγάπη κι αργεί κάθε φορά»

Η Άννα χαμογέλασε θυμήθηκε τον φόβο και τον πόνο που την κυρίεψαν εκείνο το πρωινό που ξύπνησε και το μαξιλάρι δίπλα της ήταν αδειανό.

Θυμήθηκε  τον σπαραγμό της.

  • Πού είσαι;
  • Που πήγες;
  • Έφυγες;
  • Γιατί έφυγες;
  • Θα γυρίσεις;

Ερωτήματα που έβγαιναν μέσα από τα σωθικά της.

  • Θα περιμένω! Θα σε περιμένω

Περίμενε! Πιστή στον λόγο της. Περίμενε και δεν φοβόταν πια.

Ημέρεψε τους φόβους της, τους γελοιοποίησε.

«Με δυο λέξεις κι ένα βλέμμα με έχεις και παραμιλώ»

Φόρεσε κόκκινες γραβάτες στους λύκους και ξανθιές περούκες στα φίδι και έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και η Άννα συμβιβασμένη στις αλήθειες της πορευόταν.

Ο κόσμος της όλος ένα δωμάτιο, τέσσερις τοίχοι, ένα ταβάνι, ένα πάτωμα και ένα παράθυρο.

Το φαγητό της το έφερναν σε δίσκο οι ασπροντυμένες νεράιδες.

Τις αναγνώριζε από την περπατησιά πριν μπουν στο δωμάτιο.

Τις άκουγε να περνούν έξω από την πόρτα της και να σιγοψιθυρίζουν για να μην της χαλάσουν το όνειρο.

«Θα σε περιμένω « έλεγε κάθε φορά που το χέρι της ακουμπούσε το μενταγιόν  στον λαιμό της.

Ήταν η μοναδική ώρα που ερχόταν αντιμέτωπη με την πραγματικότητα και τότε τίναζε τα χέρα της για να διώξει ότι είχε μείνει από το άγγιγμα.

«Σαν ήσουν κοντά μου δεν είχα τι να πω τώρα που ζεις μακριά μου νοιώθω να σου μιλώ»

Η Άννα καληνύχτισε τον λύκο την μάγισσα το φίδι και τον γίγαντα και κουκουλώθηκε στο πάπλωμα της.

Καληνύχτα σας!

Σημ. Οι στίχοι είναι από τραγούδια του Λουδοβίκου των Ανωγείων