Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

από την Άρια Σωκράτους.

Ποτέ δεν περίμενε ότι θα γυρνούσε πίσω στην πόλη της Wilmington. Όταν είχε φύγει τότε αρκετά χρόνια πριν, είχε δώσει όρκο πως δεν θα ξαναγυρνούσε ποτέ στη ζωή της. Τελικά οι αφορισμοί δεν έπρεπε ποτέ να είναι απόλυτοι, για την ακρίβεια δεν θα έπρεπε να έχουν καν αιτία ύπαρξης στη ζωή μας. Όχι μόνο ξαναγύρισε αλλά ένιωθε και σαν ψάρι έξω από το νερό. Σαν να μην είχε γεννηθεί ποτέ σε αυτή την πόλη. Σαν να μην είχαν ποτέ αγκαλιάσει το σώμα της με τις ώρες τα αγριεμένα κύματα της αγαπημένης της παραλίας, σαν να μην είχε μεγαλώσει σε εκείνο το μικρό ταπεινό σπίτι με τον συμπαθητικό κήπο με το μποστάνι, που όταν ήταν μικρή έτρεχε με τις ώρες. Ένιωσε την καρδιά της να πάλλεται σε ακανόνιστους ρυθμούς.

Η Σάρον, η ψυχίατρος της επέμενε πως θα επιδείνωνε την κατάσταση της αυτή η επίσκεψη, εκείνη όμως δεν την άκουσε. Μια μυστηριώδης δύναμη την ωθούσε να πάει ξανά εκεί, σε εκείνο το καταραμένο σπίτι. Το όνειρο εκείνο είχε πια στοιχειώσει το μυαλό της. Το ίδιο επαναλαμβανόμενο όνειρο έξι συνεχόμενες νύχτες. Πάντοτε το ίδιο, με τις ίδιες φιγούρες, τα ίδια λόγια, τα ίδια χρώματα. Η μορφή της μάνας της είχε πια στοιχειώσει τα όνειρά της. Την κοιτούσε με το ίδιο απεγνωσμένο βλέμμα. Εκείνο το βλέμμα που έκλαιγε χωρίς δάκρυα. Ήταν νέα και όμορφη όπως παλιά αλλά έκεινο το λαμπερό σαν ήλιος χαμογελό της δεν υπήρχε πια. Καθόταν στην αγαπημένη της κουνιστή πολυθρόνα στο σαλόνι και προσπαθούσε να της μιλήσει, να της πει κάτι σημαντικό. Όμως, κανένας ήχος δεν έβγαινε από τα χείλη της. Μετά εμφανίστηκε μια τεράστια μαύρη γάτα και πήδηξε στην αγκαλιά της. Αυτή τη γάτα τη γνώριζε. Ήταν η Six thirty, η γάτα της αγαπημένης φίλης της μητέρας της της κ. Λέσλι που είχε το συνοικιακό μαγαζί με τα δώρα. Πάντα έσκαγε στα γέλια με τη φαεινή ιδέα που είχε η κ.Λέσλι να ονομάσει τη γάτα της μια ώρα του ρολογιού. Όταν η μητέρα της την ρώτησε γιατί το έκανε, εκείνη πολύ σοβαρά απάντησε πως το six thirty προέκυψε όταν μια Τρίτη στις έξι και μισή το πρωί άκουσε κλάματα νεογέννητου γατιού κοντά στον κήπο του σπιτιού της. Βγήκε έξω και έψαχνε αλλά δεν μπορούσε να βρει το γατί πουθενά, μέχρι που διαπίστωσε πως το κλάμα προερχόταν από τον κάδο σκουπιδιών στη γωνία. Πήγε τρέχοντας να επεγκλωβίσει το γατί και μετά από ένα μαραθώνιο αγώνα μισής περιπου ώρας το κατόρθωσε. Έτσι, μπήκε στη ζωή της η six thirty, η οποία ήταν για εκείνη η δεύτερη κόρη της. Δεν την αποχωρίστηκε ποτέ από το σπίτι και το μαγαζί της. Σε οποιοδήποτε σημείο και να βρισκόταν η κ. Λέσλι, συνοδευόταν από την six thirty.

Για ποιό λόγο όμως έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο της την Six Thirty στην αγκαλιά της μητέρας της; Ποιό ήταν το μήνυμα που ήθελε να της μεταφέρει; Η ψυχίατρος της επέμενε πως το όνειρο δεν είχε καμία απολύτως συμβολική σημασία, παρά μόνο εξέφραζε το παρατεταμένο άγχος της που αδυνατούσε να διαχειριστεί κατά τη διάρκεια της ημέρας σε συνδυασμό με την αδυναμία διαχείρισης της απώλειας της μητέρας της. Όμως, αδυνατούσε να το πιστέψει. Μια εσωτερική φωνή την καλούσε να επισκεφτεί την πόλη της, να πάει ξανά στο πατρικό της και να διαβεί όλα εκείνα τα μονοπάτια που περπατούσε όταν ήταν παιδί. Μέσα της γνώριζε πως μόνο εκεί θα μάθαινε ττην αλήθεια. Ήξερε επίσης πως είχε ορκιστεί να μην επιστρέψει ποτέ ξανά εκεί. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί με τον πατέρα της που για εκείνη πλέον ήταν ένας μακρινός συγγενής που έβλεπε αραιά και που σε καμιά καρτ ποστάλ την περίμεναν για άμεση διευθέτηση. Πώς θα μπορούσε να τον αντικρύσει μετά από τόσα χρόνια που είχε να τον δει; Ξαφνικά ένιωσε απολύτως μόνη, αβοήθητη, παρατημένη. Συνειδητοποίησε πως τελικά ήταν ένα δέντρο χωρίς ρίζες, χωρίς κανένα στήριγμα από πουθενά. Κάποιες φορές που ολοένα και γίνονταν και πιο πολλές, αισθανόταν πως υπήρχε απλά και μόνο από σύμπτωση και πως σαν από θαύμα στεκόταν ακόμα όρθια. Πόσες γιορτές των Ευχαριστιών είχε περάσει μόνη, πόσες φορές τα Χριστούγεννα τα πέρασε μόνη δίπλα από ένα θλιβερά στολισμένο δέντρο, με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί που στη συνέχεια γίνονταν δύο, τρία και στο τέλος κατέληγε να ξυπνά ντυμένη με την σινιέ κόκκινη τουαλέτα στον μαύρο δερμάτινο καναπέ της;

Ακόμα θυμόταν τη μέρα που αγόρασε το πανάκριβο εκείνο φόρεμα που δέσποζε αγέρωχο στη βιτρίνα του Barneys στην 5η Λεωφόρο. Ήταν σαν να της φώναζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου που βρισκόταν να εισβάλει μέσα στο κατάστημα και να το αγοράσει. Στεκόταν στην ουρά να πάρει καφέ και περίμενε περίπου μισή ώρα για να φτάσει η σειρά της. Όταν όμως σχεδόν έφτασε, εκείνη έφυγε γυρίζοντας την πλάτη κι άρχισε να διασταυρώνει με γοργό βήμα το δρόμο. Το χάζευε αποσβολωμένη για είκοσι περίπου λεπτά και σχεδόν υπνωτισμένη αποφάσισε να ανοίξει την τεράστια γυάλινη πόρτα.

“May I help you ma’am?”[1], της είπε χαμογελώντας διάπλατα μια υπέρκομψη και πολύ αδύνατη πωλήτρια.

Την κοίταξε αμίλητη για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αν η πανέμορφη, ξανθιά κοπέλα με αναλογίες αγγέλου της Victoria Secret ήταν όντως πωλήτρια ή κανένα διάσημο τοπ μόντελ που αποφάσισε ξαφνικά να της κάνει πλάκα και στη συνέχεια υπέδειξε με το δάχτυλο της το φόρεμα της βιτρίνας.

«Oh, the Lanvin dress. I can assure you is the best choice. It will look great on you”.[2]

Ούτε που κατάλαβε πότε το δοκίμασε και πότε κατευθύνθηκε μηχανικά στο ταμείο να το πληρώσει. Είχε ερωτευτεί το φόρεμα και θα το αγόραζε, ασχέτως αν σχεδόν ποτέ δεν πήγαινε σε χλιδάτες δεξιώσεις. Όταν είδε την τιμή μετά βίας γλίτωσε το εγκεφαλικό αλλά ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. «Εξάλλου, μια φορά ζει ο άνθρωπος», έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της για να το εμπεδώσει. «Μία μόνο φορά αλλά θα την πληρώνει για όλη του τη ζωή», είπε σιγοψιθυριστά μια άλλη φωνούλα στο κεφάλι της. Χωρίς να το σκεφτεί περαιτέρω, έδωσε την πιστωτική της κάρτα και βγήκε από το κατάστημα κατά τρισίμισι χιλιάδες δολάρια ελαφρύτερη. Σχεδόν ενός μήνα δουλειά είχε μετατραπεί σε κόκκινο μεταξωτό ύφασμα αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου. Ένιωθε σαν να ικανοποιούσε έστω και για μία μόνο φόρά τις χρόνια καταπιεσμένες της επιθυμίες.

Εκείνο το κόκκινο μεταξωτό φόρεμα φορούσε κάθε Χριστούγεννα που περνούσε μόνη καθισμένη στην δερμάτινη κουνιστή πολυθρόνα της. Δεν το είχε δει ποτέ κανείς εκτός από αυτήν. Είχε ξοδέψει μια περιουσία για ένα φόρεμα που έβλεπε μόνο αυτή και δεν μπορούσε καν να το χαρεί. Πώς μπορεί να χαρεί κανείς μια μοναξιά τόσο θλιβερή; Υπήρχαν φορές που δεν άντεχε τον ίδιο της τον εαυτό. Αισθανόταν σαν να κουβαλούσε στους ώμους της ένα ασήκωτο και αχρείαστο φορτίο. Το σώμα της το ένιωθε σαν ένα άψυχο σαρκίο. Κάποιες φορές της ήταν αδιανόητο να αισθανθεί χαρά ή λύπη. Οποιαδήποτε έκφραση συναισθήματος ήταν γι’αυτήν ύψιστη πολυτέλεια. Τώρα που βρισκόταν στην πόλη της, κάτι είχε αλλάξει. Ένιωθε ένα αίσθημα σαν συγκίνηση να σκιρτά μέσα της και να της θυμίζει πως ήταν ακόμα ένα ζωντανό πλάσμα με σάρκα, οστά και ψυχή.

Άνοιξε την πόρτα με τα παλιά της κλειδιά που είχαν πια σκουριάσει αλλά δεν είχαν χάσει ακόμα την χρησιμότητα τους. Τα πάντα ήταν στη θέση τους σαν να μην πέρασε μια μέρα. Η παρουσία εκείνης μόνο έλειπε. Θέε μου πόσο πολύ της έλειπε. Τώρα το μόνο που μπορούσε να συνειδητοποιήσει ήταν ένας αβάσταχτος πόνος σε όλη του την έκφανση. Αδύναμη να κρατηθεί στα πόδια της, σωριάστηκε πάνω στην κουνιστή ξύλινη πολυθρόνα που κάποτε καθόταν εκείνη και ξέσπασε σε λυγμούς. Πρέπει να έκλαιγε για μια ώρα, ίσως και περισσότερο επειδή όταν συνήλθε, ο ήλιος που έφεγγε έξω από τα παντζούρια είχε πλέον δύσει. Όπως ακριβώς είχε δύσει και η καρδιά της τόσα χρόνια. Αποφάσισε να σηκωθεί. Όλα τα μέλη του σώματος της πονούσαν φριχτά. Μετά βίας μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο της. Τα εκφραστικά μάτια του Τζέημς αναβόσβησαν στην οθόνη του κινητού της. Δεν είχε καμία διάθεση να μιλήσει σε άνθρωπο ειδικά τη δεδομένη χρονική στιγμή. Όμως ήταν η τέταρτη φορά που την καλούσε. Κάποτε έπρεπε να του απαντήσει.

«Γειά σου Τζέημς. Έχω φτάσει. Είμαι καλά αλλά πολύ κουρασμένη. Να σε καλέσω λίγο αργότερα επειδή έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω; Ναι, μην ανησυχείς, θα σε καλέσω εγώ λίγο πιο μετά και θα σου πω τι θα κάνουμε με την περιοδεία. Γειά σου και πάλι.»

Δεν την έφταναν όλα όσα περνούσε, είχε να αντιμετωπίσει και τον Τζέημς με τις εκνευριστικές απαιτήσεις του. Είχε κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της που κοιμήθηκε μαζί του. Τελικά η πρώτη της εντύπωση για εκείνον ήταν και η πιο σωστή. Σαν αρχάρια όμως την αγνόησε και ενέδωσε στη γοητεία του. Να της άρεσε τουλάχιστον εξαιρετικά ή να τον είχε ερωτευτεί παράφορα, θα το καταλάβαινε. Όμως εκείνη μετά από την μοναδική ερωτική τους συνεύρεση, δεν ήθελε πλέον να τον ξαναδεί και το πρόβλημα ήταν ότι τον εκπροσωπούσε ως ατζέντης του. Εκείνος στην αρχή λειτούργησε σαν αρσενικό με πληγωμένο εγωισμό και την είχε τρελάνει στα τηλέφωνα και στις προσκλήσεις για εξόδους και όταν είδε πως εκείνη δεν ανταποκρινόταν, θύμωσε και τσακώθηκε μαζί της. Μετά συνειδητοποίησε πως η κατάσταση μεταξύ τους δεν θα οδηγούσε πουθενά και δεν την ξαναπλησίασε ερωτικά. Της είχε γίνει όμως στενός κορσές στα επαγγελματικά θέματα. Όπως πολύ σωστά είχε προβλέψει εκείνη, ο Τζέημς δεν διέφερε σε τίποτα από τους υπόλοιπους άντρες συγγραφείς με τους οποίους είχε συναναστραφεί στην καριέρα της. Είχε ένα υπερτροφικό εγωισμό και μια ναρκισσιστική προσωπικότητα και θεωρούσε πως όλα περιστρέφονταν γύρω από το άτομο του. Μόνο ο εαυτός του και η περιβόητη καριέρα του τον ενδιέφεραν στην ουσία. Εκείνη την θεωρούσε απλώς ως ένα έπαθλο, ως μια επιβράβευση της γοητείας του. Η άρνηση της να συνεχίσει μαζί του τον εξόργισε επειδή προκαλούσε ρωγμές και ανυπέρβλητες αμφιβολίες στο αντρικό του κύρος.

Όφειλε όμως να παραδεχτεί ότι το βιβλίο του ήταν αρκετά ενδιαφέρον. Με μια καλή προώθηση από την πλευρά της και με τις σωστές κινήσεις, τους σωστούς ανθρώπους στη σωστή στιγμή θα μπορούσε ίσως να διεκδικήσει μια θέση στο τοπ 10 της New York Times. Το πρόβλημα ήταν πως της ήταν πολύ δύσκολο να συνεργαστεί μαζί του. Την εκνεύριζαν τα πάντα πάνω του, η αυθάδικη αλαζονεία του, το κίβδηλο διανοουμενίστικο ύφος, η υπέρμετρη αυτοπεποίθησή  που υπερέβαινε τα όρια του ναρκισσισμού, η αδιάκριτη στάση του. Μα πώς ήταν δυνατόν να πέσει στην παγίδα του σαν την τελευταία αρχάρια; Τουλάχιστον σταμάτησε την ιστορία μεταξύ τους νωρίς. Μία φορά ίσον καμία επαναλάμβανε στον εαυτό της ξανά και ξανά για να παρηγορηθεί.

Στο μυαλό της κυριαρχούσε ένας μοναδικός άντρας. Ο γοητευτικός άγνωστος του εστιατορίου. Πρώτη φορά ένιωσε την καρδιά της να σκιρτά σε ένα μόνο κοίταγμα. Να μην υπακούει εντολές και κανόνες αλλά να πάλλεται ατίθαση μέσα στο στήθος της. Οι πιθανότητες να τον ξαναδεί ήταν μηδαμινές. Πιο εύκολα θα έβρισκε το ίδιο κοχύλι στην παραλία της Wilmington παρά εκείνον στη χαώδη Νέα Υόρκη. Ίσως να μην ήταν γραμμένο στη μοίρα της να ερωτευτεί παθιασμένα κάποιον κι αυτός ο έρωτας να έχει την ίδια  ακριβώς ανταπόκριση. Τουλάχιστον αυτή η μέχρι τώρα ζωή της δεν έδειχνε να της επιφυλάσσει τίποτα άλλο εκτός από αβάσταχτη και αφόρητη μοναξιά. Μια μοναξιά που λάτρευε και μισούσε την ίδια ακριβώς στιγμή. Έμαθε να ζει μαζί της, να της μιλάει, να την ακολουθεί σαν σκιά, να είναι ολόκληρη η ζωή της. Της προκαλούσε όμως ένα αφόρητο βάρος που την πλάκωνε και την εμπόδιζε να αναπνεύσει. Σαν ευχή και κατάρα ήταν για εκείνη η μοναξιά. Ένιωθε τόσο άβολα μακριά της και τόσο αποπνικτικά κοντά της. «Βάλε την στο περιθώριο, κλείδωσέ την σε ένα κουτάκι του μυαλού σου και άνοιγε της μόνο όποτε εσύ κρίνεις απαραίτητο. Εσύ έχεις τα δικά της κλειδιά, όχι εκείνη τα δικά σου.», της έλεγε η ψυχαναλύτρια της κοιτώντας την με εκείνα τα υγρά πράσινα μάτια.

Η Σάρον ήταν ο πιο κοντινός της άνθρωπος, η μοναδική που γνώριζε όλα τα μυστικά της. Την συμπαθούσε πολύ, κι εκείνη το ίδιο. Η ιατρική δεοντολογία όμως απαγόρευε ρητά να πλησιάσουν περισσότερο από τα στενά επαγγελματικά όρια. Η Σάρον είχε διαφορετικό ερωτικό προσανατολισμό από την ίδια. Ζούσε για χρόνια με μια Ιταλίδα ζωγράφο, λίγο μικρότερη της. Πρόσφατα είχαν χωρίσει. Θα μπορούσε να ορκιστεί πως τα βλέμματα που της ξέφευγαν από καιρού εις καιρόν και έκαναν βόλτες στο πρόσωπο και στο κορμί της απείχαν πολύ από το γνήσιο ενδιαφέρον που επιδείκνυε ο γιατρός στον ασθενή του. Στην αρχή αισθάνθηκε άβολα, στη συνέχεια συνήθισε να τα αγνοεί και να συμπεριφέρεται σαν να μην είχε προσέξει τίποτα. Ποτέ δεν θα μπορούσε να ερωτευτεί γυναίκα, το γνώριζε καλά. Μόνο μια φορά σε ένα πάρτι των αδελφοτήτων στο πανεπιστήμιο, μετά από το πέμπτο ποτήρι βότκας, αντάλλαξε μερικά φιλιά με μια συμφοιτήτριά της. Ένιωθε το κεφάλι της ασήκωτο από το ποτό και πολύ μειωμένες τις αντιδράσεις της. Δεν κατάλαβε ούτε ένιωσε απολύτως τίποτα. Δεν συνέβη το ίδιο όμως με  τη συμφοιτήτρια της, η οποία μετά από εκείνη τη βραδιά ξεκίνησε να την φλερτάρει αδιάκοπα και όταν συνειδητοποίησε πως εκείνη δεν έτρεφε τα ίδια συναισθήματα απέναντί της, παρά μόνο θεωρούσε πως ό,τι έγινε μεταξύ τους εκείνο το βράδυ ήταν απόρροια του αλκόολ που έρρεε άφθονο, ισοπεδώθηκε.

Άρχισε να την παρακολουθεί στενά και να την κυνηγάει σε κάθε της βήμα, μέχρι που η Νταιάνα αγανάκτησε και την απείλησε πως αν δεν σταματήσει να την παρενοχλεί θα την κατήγγειλλε στην Διοίκηση του πανεπιστημίου. Εκείνη φοβήθηκε και έπαψε πλέον να την ενοχλεί. Έκτοτε η Νταιάνα απέφευγε το υπερβολικό ποτό όταν έβγαινε.

Ένας περίεργος γδούπος που προερχόταν από τη βιβλιοθήκη την έβγαλε βίαια από την αναδρομή στα φοιτητικά της χρόνια. Η τεράστια βιβλιοθήκη της μητέρας της με τις σπάνιες συλλογές και τους κλασικούς θησαυρούς των μεγάλων συγγραφέων και για την οποία ήταν ιδιαίτερα περήφανη, καταλάμβανε σχεδόν όλο το σαλόνι. Αυτή ήταν και η μόνιμη πηγή των κλιμακωτών εντάσεων ανάμεσα στους γονείς της. Ακόμα αντηχούσαν στα αυτιά της οι φωνές του όταν την απειλούσε πως μια μέρα θα έκαιγε όλα της τα βιβλία και εκείνη ξέσπαγε σε λυγμούς λέγοντας του πως καλύτερα να σκότωνε εκείνη την ίδια παρά να έκανε κακό στα βιβλία της. Η λύσσα που διακατείχε τον πατέρα της ήταν υπερβολική και αδικαιολόγητη σαν να καλούνταν να αναμετρηθεί με ένα επίδοξο εραστή. Τον εξόργιζαν οι αμέτρητες ώρες που η μητέρα της περνούσε στην πολυθρόνα της βυθισμένη στον κόσμο του φαντασιακού που για εκείνη ήταν πιο πραγματικός και από την πιο απτή πραγματικότητα. Ζήλευε την προσήλωση και την ευλάβεια που αφιέρωνε στα βιβλία της αντί σε αυτόν. Απαξιούσε και απεχθανόταν όλα όσα ήταν γι’αυτόν δυσνόητα. Ζήλευε αφόρητα που αδυνατούσε να ξεκλειδώσει τον κόσμο της και να κάνει διάρρηξη στο μυαλό της. Θεωρούσε απειλή την εκλεπτυσμένη καλλιέργεια της που εκείνος αδυνατούσε να κατακτήσει, πόσω μάλλον να κατανοήσει.

Από τη μάνα της κληρονόμησε την λατρεία της για το διάβασμα, τη λαχτάρα να χάνεται στους μυστηριώδεις και αχανείς κόσμους της λογοτεχνίας που για αυτήν ήταν η υπέρτατη μορφή τέχνης. Θεωρούσε τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τον Προυστ τους γίγαντες της λογοτεχνίας, πλάσματα μαγικά που είχαν ήδη υπερβεί τη θνητή φύση τους και το θείο έργο τους ήταν το εισιτήριο για την μετάβαση τους στην αθανασία.

Απορημένη απέμεινε να κοιτάει το βιβλίο που έπεσε στο πάτωμα. Αισθάνθηκε σαν να υπήρχε στο χώρο ακόμα μία φυσική παρουσία εκτός από τη δική της. Αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να βρεθεί το βιβλίο εκεί χωρίς να έχει προηγηθεί απολύτως καμία κίνηση. Εκείνη καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα ακριβώς απέναντι από τη βιβλιοθήκη, άρα αποκλείεται να είχε προκαλέσει αυτή την πτώση. Διστακτικά πλησίασε στο σημείο κι έσκυψε να σηκώσει το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με ευλάβεια και όταν είδε το εξώφυλλο κρατήθηκε με το ζόρι για να μην βγάλει μια κραυγή. Στα χέρια της κρατούσε το αγαπημένο βιβλίο της μητέρας της, το οποίο δεν αποχωριζόταν ποτέ. Όσο εκείνη ζούσε, το βιβλίο βρισκόταν είτε δίπλα της στην κουζίνα, στο σαλόνι ή στον κήπο και το βράδυ στο προσκεφάλι της. Ποτέ δεν κατάλαβε την εμμονή που είχε η μητέρα της με αυτό το βιβλίο. Σαφώς και αποτελούσε το κορυφαίο ερωτικό μυθιστόρημα όλων των εποχών αλλά αυτό που εκείνη αδυνατούσε να κατανοήσει ήταν γιατί η μητέρα της ήταν τόσο εμμονικά συνδεδεμένη με το βιβλίο αυτό. Στη μνήμη της ανασύρθηκε ξαφνικά μια θολή ανάμνηση. Τον πατέρα της εξαγριωμένο να απειλεί να κάψει ένα βιβλίο. Όχι οποιοδήποτε βιβλίο αλλά εκείνο το συγκεκριμένο. Την Άννα Καρένινα. Γιατί όμως; Τι ήταν αυτό που τον εξόργιζε τόσο πολύ σε αυτό το κλασικό αριστούργημα; Κοίταζε το εξώφυλλο του βιβλίου περιμένοντας να λάβει τις απαντήσεις που έψαχνε αλλά εκείνες δεν της έκαναν την τιμή να εμφανιστούν. Η ηρωίδα του βιβλίου είχε πάρα πολλά κοινά στο χαρακτήρα με τη μητέρα της. Είχαν την ίδια εκλεπτυσμένη και αιθέρια ομορφιά, εσωστρεφή συμπεριφορά, γλυκύτητα, μια συγκαλυμμένη δυναμική και ένα δικό τους σύστημα αξιών. Η διαφορά τους ήταν πως η Άννα Καρένινα επαναστάτησε αντίθετα στις νόρμες της καθεστηκύιας τάξης και πλήρωσε ακριβά το τίμημα του μετεωρισμού ανάμεσα στο καθήκον προς τον σύζυγο της και το πάθος για τον έρωτα της.

Όλη της τη ζωή αναρωτιόταν πως ένα πλάσμα τόσο εκλεπτυσμένο κι αιθέριο κατέληξε να φτιάχνει μηλόπιτες κάθε Κυριακή σε ένα μικροαστικό σπίτι στη Βόρεια Καρολίνα. Από πολύ τρυφερή ηλικία με το έντονο και ένστικτο που μόνο τα παιδιά διαθέτουν, είχε συνειδητοποιήσει πως οι γονείς της ήταν εντελώς αταίριαστοι μεταξύ τους και οι λεπτές ισορροπίες πάνω στις οποίες ακροβατούσαν επικίνδυνα είχαν υποστεί ανεπανόρθωτες ρωγμές. Εκείνος ήταν λαικός, πληθωρικός, τραχύς και αυθόρμητος. Εκείνη εσωστρεφής, ντροπαλή, γλυκιά κι εκλεπτυσμένη. Στην αδιαμφισβήτητα ντελικάτη της φύση κυριαρχούσε η περηφάνια και η αξιοπρέπεια που αναδείκνυε μια σπάνια ποιότητα ανθρώπου. Ποτέ δεν κατάλαβε αν η μητέρα της αγάπησε ποτέ τον πατέρα της. Αντίθετα για ό,τι αφορούσε σε εκείνον, είχε αντιληφθεί πως έτρεφε ένα αρρωστημένο πάθος για εκείνη αναμεμιγμένο με θυμό και οργή. Οι σκληρές παρατηρήσεις του, το δηκτικό και κυνικό του βλέμμα προκαλούσαν την σιωπηλή αλλά περήφανη υποταγή της που τον εξαγρίωνε ακόμα περισσότερο. Εκείνη υπέμενε τα πάντα στωικά, χωρίς καμία διαμαρτυρία σαν να ξεπλήρωνε μια παλιά και δυσβάσταχτη οφειλή. Θυμόταν πάντα τους γονείς της ως δύο ξεχωριστά και ανεξάρτητα όντα, ποτέ ενωμένους ως ζευγάρι. Όσο η ίδια μεγάλωνε, τόσο περισσότερο επιδεινώνονταν οι ήδη τεταμένες σχέσεις τους. Πολλές φορές αισθάνθηκε πως εκείνη ήταν η αιτία που προκαλούσε τις διαφωνίες και τις εντάσεις τους και το αίσθημα αυτό της προκαλούσε αβάσταχτες ενοχές. Σε κάθε καυγά τους έβρισκε καταφύγιο στη μικρή σοφίτα που ήταν το κρησφύγετό της. Καθόταν στην αγαπημένη της γωνία στην άκρη ενός μικρού ξύλινου κρεβατιού και κάλυπτε τα αυτιά της με τα χέρια της για να μην ακούει τις φωνές τους. Η καρδιά της κάθε φορά που γινόταν μάρτυρας παρόμοιων σκηνών χτυπούσε σε ακανόνιστους ρυθμούς και τα χέρια της έτρεμαν από την ένταση και τον φόβο. Είχε την ψευδαίσθηση πως αν έκλεινε αυτιά και μάτια, οι τσακωμοί τους θα σταματούσαν με ένα τρόπο μαγικό. Δυστυχώς όμως δεν συνέβαινε ποτέ και γι’αυτό ήταν καταδικασμένη να περνάει το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας κλεισμένη στην υγρή, αφιλόξενη σοφίτα.

Σε εκείνη την υγρή σοφίτα περνούσε τις περισσότερες ώρες της μέρας και ο μόνος τρόπος για να περάσουν ανώδυνα χωρίς να σκέφτεται τα προβλήματα που την απασχολούσαν, ήταν το διάβασμα. Ήταν μόλις δέκα ετών όταν ξεκίνησε να διαβάζει μετά μανίας οποιοδήποτε βιβλίο έπεφτε στα χέρια της. Η πλούσια βιβλιοθήκη της μητέρας της που ανέκαθεν της ασκούσε μια μυστηριώδη γοητεία, την καλούσε να ανακαλύψει τους ανεξερεύνητους κόσμους της. Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια της εντελώς συμπτωματικά ήταν το «Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ Μίτσελ όταν αδέξια προσπάθησε να πάρει από το τρίτο ράφι ένα άλλο βιβλίο, το «Λογική κι ευαισθησία» της Τζέην Όστεν απλά και μόνο επειδή της άρεσε το εξώφυλλο με τις δύο γυναικείες φιγούρες που την κοιτούσαν κατάματα. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» το οποίο ήταν τοποθετημένο ακριβώς πάνω από το βιβλίο της Τζέην Όστεν, έπεσε κατευθείαν πάνω στα χέρια της σαν να διεκδικούσε τη δική του θέση στις προτιμήσεις της.

Όταν ξεκίνησε να το διαβάζει, δεν μπορούσε να το αφήσει από τα χέρια της ούτε όταν την φώναζε θυμωμένα η μητέρα της για το δείπνο. Την συνεπήραν οι έντονοι και πολυδιάστατοι χαρακτήρες και ο μεγαλειώδης άγνωστος κόσμος που απλωνόταν μπροστά της. Ερωτεύτηκε με πάθος τον ακαταμάχητο Ρετ Μπάτλερ και εξοργίστηκε με τον αδάμαστο κι εγωκεντρικό χαρακτήρα της Σκάρλετ Ο’Χάρα. Αυτό το βιβλίο ήταν το βάπτισμα της στον σαγηνευτικό και δαιδαλώδη κόσμο της λογοτεχνίας. Τότε συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως ο κόσμος αυτός ήταν ο δικός της προορισμός. Στην λογοτεχνία ανακάλυψε τη δική της αλήθεια, που ήταν ίσως και η μοναδική, μια εναλλακτική πραγματικότητα την οποία ήθελε να βιώσει μέχρι το τέλος. Σε αυτή την τρυφερή ηλικία συνειδητοποίησε πως το φαντασιακό και το πραγματικό ήταν απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο έρωτας της για την λογοτεχνία ήταν σαρωτικός, παθιασμένος και αδιαπραγμάτευτος. Διάβαζε πάντα κρυφά μόνη της στη σοφίτα χωρίς να γνωρίζει κανείς το μικρό της μυστικό. Ούτε καν η μητέρα της που θα χαιρόταν απίστευτα με αυτή την εξέλιξη. Δεν ήθελε να την κάνει συνένοχο στο μυστικό της. Ίσως επειδή γνώριζε την αντίδραση του πατέρα της και την απέχθεια του για την λογοτεχνία. Αυτό που αδυνατούσε να καταλάβει ήταν για ποιό λόγο έτρεφε τόσο μίσος και οργή για την πιο όμορφη τέχνη του κόσμου. Ίσως κάποτε να μάθαινε την απάντηση.

Έβαλε το βιβλίο πίσω στη θέση του και αποφάσισε να βγει έξω να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Ξαφνικά ένιωσε την αύρα του σπιτιού να την πνίγει. Έπρεπε να βγει επειγόντως έξω διαφορετικά αισθανόταν πως θα της κοβόταν η ανάσα. Πάλι την έπιασε εκείνο το απαίσιο πλάκωμα στο στήθος κι εκείνη η περίεργη έξαψη που συνοδευόταν με ένα αίσθημα λιποθυμίας και σκοτοδίνης. Η ίδια ακριβώς αίσθηση που την έκανε να παραλύει όταν ήταν μικρή και κλεινόταν με τις ώρες στη σοφίτα. Την πρώτη φορά που της συνέβη ήταν όταν προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα της σοφίτας και εκείνη δεν άνοιγε. Άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει με λυγμούς και στη συνέχεια όλα έγιναν ένα λευκό κενό μέσα στο μυαλό της. Είχε λιποθυμήσει και όταν συνήλθε, βρισκόταν στο κρεβάτι της με τη μαμά να κάθεται στο προσκεφάλι της, να την κοιτά ανήσυχη και να της χαιδεύει τα μαλλιά. Αισθάνθηκε το παρελθόν να αναβιώνει ολοζώντανο μπροστά της.


[1] Μπορώ να σας βοηθήσω κυρία;

[2] Α το φόρεμα Lanvin. Σας διαβεβαιώ πως είναι η καλύτερη επιλογή. Σας ταιριάζει θαυμάσια.

Please follow and like us:
Please follow and like us:
Facebook0
Twitter

Comments

comments