Η εικόνα της πανέμορφης μελαχρινής με τα αμυγδαλωτά γαλάζια μάτια που τον κοιτούσαν εξεταστικά δίνοντας του την αίσθηση ότι διείσδυαν στα άδυτα της ψυχής του, στριφογύριζε αδιάκοπα μέσα στο κουρασμένο του μυαλό. Μα τι στο καλό είχε πάθει; Είχε μαγευτεί από μια παντελώς άγνωστη προς αυτόν γυναίκα λες και ήταν κανένα άβγαλτο σχολιαρόπαιδο. Ποιός; Αυτός ο οποίος δεν χρειάστηκε ποτέ να γίνει κυνηγός επειδή η επιτυχία του στις γυναίκες κάθε ηλικίας ήταν παροιμιώδης. Ήταν μόλις δώδεκα ετών όταν το ωραιότερο κορίτσι του σχολείο του, τρία χρόνια μεγαλύτερη του, για την οποία όλα τα αγόρια έκαναν ουρά για ένα της μόνο βλέμμα, τον περίμενε στο προαύλιο του σχολείου για να του δώσει ένα ραβασάκι με το οποίο του ζητούσε να την συναντήσει σε κάποια απόκρυφη αποβάθρα. Εκείνος τα έχασε, κοκκίνησε και φυσικά δεν πήγε ποτέ. Ήταν ακόμα παιδί, εντελώς αθώος και χωρίς ορμές. Ποτέ του δεν παρατήρησε τα κλεφτά και γεμάτα πόθο βλέμματα των συμμαθήτριων του. Εκείνος ενδιαφερόταν μόνο για τον αθλητισμό, το ποδόσφαιρό και φυσικά για τα μαθήματά του. Η μεγάλη έκρηξη ορμονών παρατηρήθηκε λίγο αργοπορημένα, στα δεκαπέντε του χρόνια αλλά ήταν τόσο κατακλυσμιαία που αναπλήρωσε όλο το χαμένο χρόνο. Οι γυναίκες του άρεσαν, του άρεσαν πολύ, δεν χωρούσε καμία απολύτως αμφιβολία. Τρελαινόταν για μεγαλύτερες κοπέλες με εκρηκτική μεσογειακή ομορφιά. Τον ζάλιζαν οι πλούσιες, γεμάτες χυμούς καμπύλες τους, τα σαρκώδη χείλη, η ατίθαση μελαχρινή χαίτη και τον μεθούσε το έντονο ταμπεραμέντο τους . Ευτυχώς τόσο στην Κύπρο που ήταν η καταγωγή της μητέρας του και την επισκέπτονταν πάρα πολύ συχνά όσο και στην Ελλάδα, το είδος γυναικών που προτιμούσε άνθιζε. Βέβαια, στην Κύπρο, η κοινωνία ήταν κάπως πιο κλειστή και παραδοσιακή και τα κορίτσια πιο συγκρατημένα και σεμνότυφα αλλά αυτή ήταν μόνο η επίφαση, μια συγκεκαλυμμένη πραγματικότητα. Η αλήθεια ήταν πως αρκετά από τα κορίτσια αυτά ήταν σωστά ηφαίστεια, γεμάτες σαγήνη κι ερωτισμό. Απλώς κρατούσαν τα προσχήματα. Τρελαίνονταν για την ελληνική προφορά του που ήταν εμπλουτισμένη με μια ανεπαίσθητη κυπριακή χροιά. Τους προκαλούσε ένα μίγμα οικειότητας και μυστηρίου συνάμα που εξίταρε την περιέργεια και αναζωπύρωνε το ενδιαφέρον τους.

Δεν μπορούσε να πει πως ήταν πιστός σε καμία, το αντίθετο. Το γεγονός αυτό ερχόταν σε άμεση αντίθεση με τον συνεσταλμένο κι ευγενικό χαρακτήρα του και υπερβολικά επικεντρωμένο στους στόχους του. Όμως αισθανόταν πως ήταν συνεπής μέσα στην ασυνέπεια του. Δεν είχε υποσχεθεί σε καμία αιώνια πίστη και δεν είχε ποτέ εξομολογηθεί σε κάποια τον έρωτά του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού ο έρωτας ήταν ένα άγνωστο προς αυτόν συναίσθημα; Ένιωθε πόθο, πάθος, ερωτισμό, αναστάτωση αλλά έρωτα ποτέ. Καμία γυναίκα δεν κατάφερε ποτέ να του εμπνεύσει το μεγαλείο του έρωτα. Ούτε ο ίδιος πίστευε πως υπήρχε. Πώς να το πιστεύει άλλωστε όταν από παιδί παρακολουθούσε να εκτυλίσσονται μπροστά του ομηρικοί καυγάδες με πρωταγωνιστές τους γονείς του; Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, άκουγε τη μαμά του να εκτοξεύει δριμύτατες κατηγορίες και βρισιές στον πατέρα του, ο οποίος με τη σειρά του την κοιτούσε με παροιμιώδη απέχθεια και αηδία. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί αυτοί οι δύο άνθρωποι παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια τη στιγμή που μετά βίας ανεχόταν ο ένας την ύπαρξη του άλλου στον ίδιο χώρο. Ακόμα περισσότερο απορούσε πώς ήταν δυνατόν να παρέμεναν μαζί μετά από τόσα χρόνια καθημερινών εντάσεων και ανελέητων καυγάδων. Όταν ήταν μικρός, θυμόταν τη γιαγιά του να του καλύπτει βεβιασμένα τα αυτιά με τα χέρια της για να μην ακούσει τις βωμολοχίες που αντάλλαζαν και στη συνέχεια να του φτιάχνει το αγαπημένο του γλυκό προκειμένου να ξεχάσει όλα όσα διαδραματίστηκαν.

Άπειρες φορές την άκουσε να βάζει τις φωνές στη μητέρα του και να της συστήνει να πάψει να τσακώνεται μπροστά στα παιδιά. Όμως εκείνη δεν άκουγε ποτέ τις συμβουλές της. Απεναντίας, είχε την κακή συνήθεια να απαριθμεί σε εκείνον και στην αδελφή του μια σειρά από λόγους που ο πατέρας τους ήταν κακός άνθρωπος και της έκανε τη ζωή δύσκολη και πως ο μοναδικός λόγος που έμενε κοντά του ήταν εξαιτίας τους. Η αδελφή του είχε μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση της κατάστασης. Αδυνατούσε να διαχειριστεί το γεγονός ότι οι γονείς της συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλο σαν τους χειρότερους εχθρούς. Όποτε γινόταν άθελα της μάρτυρας σκηνών, άρχιζε να τρέμει ολόκληρη, να βάζει τα κλάματα και να τρέχει και να κλειδώνεται για ώρες στο δωμάτιό της. Ο Αλέξης την άκουγε να κλαίει κάποια βράδια ασταμάτητα και όταν εκείνος ανήσυχος της χτυπούσε την πόρτα, εκείνη εξαγριωμένη και εκσφενδονίζοντας διάφορα αντικείμενα στους τοίχους του έλεγε να φύγει. Η Ιφιγένεια είχε πολύ διαφορετική ιδιοσυγκρασία από τη δική του. Ήταν ευέξαπτη, παρορμητική και κάποιες φορές υπερβολικά εσωστρεφής. Έμοιαζε με Σφίγγα που δεν αποκάλυπτε σε κανένα και για οποιοδήποτε λόγο τις μύχιες σκέψεις της.

Ανησυχούσε πολύ για την ευαίσθητη και συνάμα πολυσύνθετη ψυχοσύνθεση της αδελφής του. Κανένας από τους γονείς του δεν έδειχνε να απασχολείται σοβαρά με την περίπτωσή της. Ήταν ιδιαίτερα απορροφημένοι στις μεταξύ τους διαμάχες που οποιαδήποτε ενασχόληση με τα παιδιά τους την θεωρούσαν περιττή. Μόνο η γιαγιά του ανησυχούσε φοβερά και προσπαθούσε να την πλησιάσει αλλά η Ιφιγένεια είχε υψώσει ένα ανυπέρβλητο τείχος. Είχε κλειστεί στον εαυτό της και δεν επέτρεπε σε κανένα να εισβάλει στον μικρό γυάλινο κόσμο που είχε δημιουργήσει γύρω της. Προσπαθούσε να κάνει την παρουσία της ανεπαίσθητη στο περιβάλλον της, να περάσει εντελώς απαρατήρητη και να παραμείνει εγκλωβισμένη στο σκοτεινό αδιέξοδο του μυαλού της. Δεν άντεχε να την βλέπει σε αυτή την κατάσταση απελπισίας και παραίτησης. Κυρίως όμως δεν άντεχε τη δική του ανημπόρια να της απλώσει ένα χέρι βοηθείας.

Πάντα ήθελε να φύγει, να πετάξει μακριά. Όσο πιο μακριά μπορούσε για να μπορέσει να κλείσει αυτιά και μάτια σε όλα όσα του βάραιναν τη ψυχή. Αγαπούσε τους γονείς του χωρίς αμφιβολία, όμως σκεφτόταν πολλές φορές με θλίψη πως αν είχε τη δυνατότητα να τους επιλέξει, δεν θα τους επέλεγε ποτέ. Η αλήθεια τον σκότωνε αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να την αλλάξει. Αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν είχαν πλέον καμία ψυχική επαφή μαζί του και διατηρούσε αμφιβολίες αν είχαν και ποτέ. Η υποτροφία στο πανεπιστήμιο της Αμερικής ήταν για εκείνον πολύτιμο δώρο Θεού. Γνώριζε πως η πενιχρή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του δεν θα του επέτρεπε ποτέ να υλοποιήσει τα φιλόδοξα σχέδιά του. Τα όνειρα του δεν περιορίζονταν στα στενά γεωγραφικά όρια της πατρίδας του με τις ολοένα και περισσότερο περιορισμένες επιλογές. Αρνούνταν πεισματικά να συγκαταλεγεί στην άμορφη μάζα της γενιάς των τριακοσίων ευρώ. Του προκαλούσε την μεγαλύτερη απέχθεια η παραμονή στο πατρικό του με τους φθαρμένους από την πολυκαιρία τοίχους, την παλαιομοδίτικη διακόσμηση και το κλειστοφοβικό του εφηβικό δωμάτιο. Απορούσε πώς ήταν δυνατόν αρκετοί συμφοιτητές του να ανέχονται να ζουν στο ίδιο σπίτι από τότε που ήταν παιδιά επαναλαμβάνοντας επί καθημερινής βάσεως το ίδιο θλιβερό μοτίβο της ανούσιας ζωής τους. Σκεφτόταν ότι ζωή αυτών των ανθρώπων είναι εκείνη που δεν θα ήθελαν να έχουν αλλά την ζουν χωρίς να κάνουν τίποτα για να την αλλάξουν. Κάποιες φορές ενώ η ζωή τους δεν είναι αυτή που θα θελαν,  το μόνο που εύχονταν ήταν να μην αλλάξει γιατί αυτή τη ζωή την ήξεραν και τους ήξερε. Τους βολεύε. Μπορεί να μην τους έκανε να γελούν αλλά δεν τους έκανε και να κλαίνε. Όλα αυτά τους έκαναν ένα οργανωμένο άνθρωπο ή τελοσπάντων ένα οργανωμένο απάνθρωπο. Έκαναν εγγραφή στο γυμναστήριο της γειτονιάς τους, επειδή κατά βάθος γνώριζαν πολύ καλά πως δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ γειτονιά. Οργάνωναν ένα ταξίδι έξι μήνες πριν, επειδή γνώριζαν εκ των προτέρων πως δεν θα συνέβαινε τίποτα που θα μπορούσε να ανατρέψει τα σχέδια τους. Μια ολόκληρη ζωή τοποθετημένη σε  κουτάκια άρτια οργανωμένα, στα οποία έχουν τη δυνατότητα να ανατρέξουν ανά πάσα στιγμή. Οποιαδήποτε ανακατάταξη συνεπάγεται αυτόματη ανατροπή της ισχύουσας τάξης πραγμάτων που είναι η δεύτερη φύση τους. Γι’αυτό και έχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην αποδοχή της εξαίρεσης που αποκλίνει από τον δικό τους κανόνα. Αυτό που δεν έχουν βιώσει ποτέ, το αντιμετωπίζουν ως απειλή που τρίζει συθέμελα το σύστημα αξιών, το οποίο έχουν ασπαστεί και τηρούν με ευλαβική προσήλωση.

Αυτός δεν ήταν φτιαγμένος από το ίδιο υλικό. Δεν υποτασσόταν ποτέ στη μοίρα του, ήταν γεννημένος επαναστάτης.Ένας μοναχικός καβαλάρης που χάραζε μόνος του το μονοπάτι της ζωής του. Δική του η ευθύνη, δικός του και ο ώμος.  Σιχαινόταν όσο τίποτα στον κόσμο τη λογική της μάζας, την καταρράκωση της προσωπικότητας και κάθε ψήγματος αξιοπρέπειας. Δεν ήθελε να είναι ένας απλός αριθμός, μια μαριονέτα που απλώς υπάρχει και μετά πεθαίνει χωρίς να την πάρει κανένας είδηση. Αυτός ήταν γεννημένος για να ζει, να δημιουργεί και να συμβάλει σε μεγάλα έργα. Δεν είχε ιδέα τι έργα θα ήταν αυτά, θα του τα έδειχνε η ζωή στην πορεία, σημασία είχε πως ήταν ικανός για δημιουργία. Θα έφτανε ψηλά πάσει θυσία. Θα ξέφευγε από τη μιζέρια. Τα βράδια προτού πήγαινε για ύπνο, είχε τη συνήθεια και κατέγραφε τα πάντα σε ένα μικρό ημερολόγιο το οποίο με την πάροδο των χρόνων έγινε αχανές. Του άρεσε να γράφει πολύ. Για εκείνον ήταν η ψυχοθεραπεία του, η απελευθέρωση από όλα όσα τον βάραιναν. Δεν είχε ιδέα που θα τον οδηγούσε το δαιδαλώδες μονοπάτι της γραφής. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν πως για εκείνον ήταν μια αναγκαιότητα ψυχής.

Μόλις πάτησε το πόδι του στην Αμερική, τα πενιχρά οικονομικά του τον ανάγκασαν να νοικιάσει ένα ασφυκτικά μικρό διαμέρισμα στην πόλη Camden του Νιου Τζέρσει μαζί με ένα Αργεντινό συμφοιτητή του. Ήταν από τις πιο κακόφημες περιοχές της Πολιτείας αλλά την επέλεξε επειδή τα κτίρια της Νομικής Σχολής στην οποία φοιτούσε στεγάζονταν εκεί. Έκανε μεταπτυχιακό στο Διεθνές Δίκαιο που ήταν ένας τομέας ο οποίος τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά του ήταν να αγορεύει στα Διεθνή Δικαστήρια ανά τον κόσμο. Όταν είσαι νέος κι έχεις ολόκληρη τη ζωή μπροστά σου, τότε πιστεύεις πως μπορείς να κλείσεις ολόκληρο τον κόσμο στη χούφτα του χεριού σου. Αυτό πίστευε ακράδαντα ο Αλέξης. Τα όνειρα του δεν είχαν όρια, δεν έφταναν ως τον ουρανό όπως έλεγαν παλιά με τους συμμαθητές του στα διαλείμματα και έσκαγαν στα γέλια αλλά τον υπερέβαιναν. Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελε να πετύχει στη ζωή του και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού όλα τα όνειρά του έμοιαζαν πιο πιθανά από ποτέ.

Την πρώτη φορά που επισκέφτηκε τη Νέα Υόρκη, αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. Κυριολεκτικά η Νέα Υόρκη ήταν το κέντρο του κόσμου. Η Μητρόπολη του κοσμοπολιτισμού, η αρχή όλων των ωραίων και μεγάλων έργων για τα οποία ήταν προορισμένος. Τον τραβούσαν σαν μαγνήτης οι υπέρογκοι ουρανοξύστες, τα εκτυφλωτικά φώτα, οι πολυσύχναστοι δρόμοι που έσφυζαν από ζωή και πολυπολιτισμικότητα. Όλες οι φυλές δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, ένα εξωτικό μπουκέτο κοσμοπολιτισμού και διαφορετικότητας. Κάποια βράδια φιλοξενήθηκε στο διαμέρισμα κάποιου συμφοιτητή του με τον οποίο έκανε πολύ στενή παρέα και που καταγόταν από πάμπλουτη οικογένεια του Μανχάταν. Γυρνούσαν στα ωραιότερα εστιατόρια και τα πιο εξεζητημένα μπαρ. Η Νέα Υόρκη φημιζόταν πως ήταν η εστία που συγκέντρωνε όλες τις κουζίνες του κόσμου. Μπορούσες να παραγγείλεις και να φας ό,τι τραβούσε η ψυχή σου εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Όταν γυρνούσαν στο διαμέρισμα του φίλου του, το οποίο βρισκόταν στον εικοστό πέμπτο όροφο ενός νεόκτιστου ουρανοξύστη κοντά στην Union Square, έπαιρνε τα κυάλια του θεάτρου του φίλου του και κατασκόπευε τις ξένες ζωές. Δεν τον ενδιέφερε πόσο κοινά ήταν όλα όσα έβλεπε. Πίστευε στη γοητεία των μικρών περιπτώσεων οφθαλμοπορνείας, στη γοητεία που ασκούν τα φωτεινά παράθυρα μέσα στη νύχτα. Άπλωνε το βλέμμα του από παράθυρο σε παράθυρο και σκεφτόταν συγκινημένος πως κάποια μέρα θα είχε κι εκείνος τη ζωή που επιθυμούσε και δεν είχε καταφέρει να ζήσει ακόμη.

Ο φίλος του, ο Τιμ, γελούσε ακατάπαυστα κάθε φορά που τον παρακολουθούσε να επιδίδεται στο αγαπημένο του σπορ. Διασκέδαζε με το αδηφάγο του βλέμμα που έδειχνε να απολαμβάνει την κάθε κλεμμένη στιγμή της ζωής των άλλων, που εκείνον τον άφηνε παγερά αδιάφορο και βαριεστημένο. Απορούσε μάλιστα τι το αξιόλογο κι ενδιαφέρον έβρισκε ο Αλέξης στην πολύβουη πόλη που εκείνον τόσο είχε κουράσει και αδημονούσε να εγκαταλείψει με την πρώτη ευκαιρία. Ο ίδιος αν και είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σε μια από τις πιο ακριβές συνοικίες του Lower Manhattan, λαχταρούσε στο μέλλον όταν θα είχε δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, να ζήσει μια πιο ήρεμη ζωή σε ένα πανέμορφο τεράστιο σπίτι με κήπο σε ένα καταπράσινο προάστειο της Νέας Υόρκης. Κατανοούσε όμως και τη λαχτάρα του Αλέξη για τον συναρπαστικό κόσμο που απλωνόταν μπροστά του προκαλώντας τον να βυθιστεί στη δίνη των εμπειριών και των προκλήσεων της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται. Όλοι οι ξένοι λάτρευαν το Μανχάταν και είχαν ως όνειρο ζωής να ταξιδέψουν και να το γνωρίσουν έστω και για μια μόνο φορά. Αγνοούσαν εντελώς όμως την σκληρή και αδυσώπητη όψη του. Τη μοναξιά, την αποξένωση, τις επιφανειακές γνωριμίες, την δυσκολία να εμπιστευτείς και να σε εμπιστευτούν, τις ατελείωτες ώρες δουλειάς σε απρόσωπους οργανισμούς, οι οποίοι σε αντιμετώπιζαν ως εξάρτημα μιας μηχανής και όχι ως άνθρωπο με ανάγκες κι ευαισθησίες και το υπέρογκο κόστος ζωής. Ως παιδί εκείνος ποτέ δεν θυμόταν τον πατέρα του στο σπίτι να τρώει μαζί με τη μαμά του ως οικογένεια στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας. Ποτέ δεν τον συνόδευσε σε καμία εξωσχολική δραστηριότητά του, σε κανένα παιδικό πάρτι. Ούτε καν στο δικό του δεν μπορούσε να είναι παρών πολλές φορές εξαιτίας των πολλαπλών επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Πάντοτε έβλεπε τον πατέρα του τα βράδια μισή ώρα προτού πάει για ύπνο. Του χαίδευε το κεφάλι και τον φιλούσε πεταχτά στο μάγουλο για καληνύχτα και μετά βύθιζε το βλέμμα του στα άπειρα έγγραφα που έβγαζε από τον χαρτοφύλακά του. Ο μπαμπάς του ήταν ο ιδιοκτήτης και ο Πρόεδρος μιας από τις μεγαλύτερες και πιο αξιόπιστες νομικές εταιρίες της Νέας Υόρκης. Γι’αυτό και ο Τιμ θα ακολουθούσε την επαγγελματική πορεία του πατέρα του. Κάπως ανόρεχτα βέβαια, καθώς εκείνος επιθυμούσε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία την οποία λάτρευε αλλά γνώριζε καλά πως δεν είχε κανένα περιθώριο επιλογής, με αποτέλεσμα να υποταχτεί στην προκαθορισμένη μοίρα του.

Από την πρώτη στιγμή που είδε τον Αλέξη να κάθεται δίπλα του στην αίθουσα των παραδόσεων ένιωσε αμέσως ένα αίσθημα οικειότητας σαν να τον γνώριζε ήδη χρόνια. Οι αύρες τους έδεσαν αμέσως και η φιλία τους άνθισε. Για τον Τιμ ήταν ο αδελφός που δεν απέκτησε ποτέ και ο καλύτερος φίλος που θα μπορούσε ποτέ να έχει. Τόσο πρόσχαρος και τόσο διαφορετικός από όσους φίλους είχε κάνει μέχρι τώρα και συνειδητοποιούσε πως τελικά δεν ήταν φίλοι αλλά απλοί γνωστοί που είχαν ως απώτερο σκοπό να πάρουν από εκείνον όσα περισσότερα μπορούσαν. Ο Αλέξης αντιθέτως δεν συμπεριφερόταν με γνώμονα τη λογική αλλά με το συναίσθημα.Από την πρώτη στιγμή του άνοιξε την καρδιά του και ζητούσε τη γνώμη του για κάθε πρόβλημα που τον απασχολούσε. Η αμέριστη εμπιστοσύνη που του έδειχνε ήταν γι’αυτόν το καλύτερο δώρο που του είχαν κάνει ποτέ στη ζωή του. Θαύμαζε τη ζωντάντια του, τον αυθορμητισμό του και την ακόρεστη λαχτάρα που είχε για τη ζωή σε αντίθεση με τον εαυτό του που μόλις στα εικοσιτρία του χρόνια ένιωθε σαν ένας νεαρός γέρος που κουβαλούσε ένα ασήκωτο φορτίο στην πλάτη του. Ο Αλέξης δεν είχε οικονομικούς πόρους και έπρεπε να εργαστεί για να ζήσει καθώς οι γονείς του δεν είχαν τη δυνατότητα να τον στηρίξουν αλλά το γεγονός αυτε ό αντί να τον καταρρακώνει, τον πείσμωνε και τον δυνάμωνε. Ο Τιμ είχε τα πάντα, εξασφαλισμένη επαγγελματική σταδιοδρομία, πανάκριβα ακίνητα γραμμένα στο όνομά του και παχυλούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους ενίσχυε συνεχώς ο πατέρας του. Ο Αλέξης χωρίς να έχει τίποτα, είχε τα πάντα και τον ζήλευε γι’αυτό. Ζήλευε την ελευθερία που είχε να είναι κυρίαρχος του εαυτού του και της ζωής του, τη ζωντάνια του, την ανεξαρτησία και τη διάθεση του για δημιουργία. Δεν ήταν μια θλιβερή μαριονέτα με κινούμενα νήματα μιας προδιαγεγραμμένης πορείας αλλά ένα ελεύθερο πνεύμα και ένας ακούραστος νους.

Από εκείνη τη μέρα που ο Αλέξης είδε την πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα στο ελληνικό εστιατόριο που βρισκόταν δίπλα από το σπίτι του Τιμ, στο οποίο πήγαιναν συχνά και είχε γίνει το δεύτερο σπίτι τους, δεν μπορούσε να την βγάλει ούτε λεπτό από το μυαλό του. Η εικόνα της έκανε κατάληψη στο μυαλό του, στις σκέψεις του. Σε κάθε βήμα του έβλεπε τη μορφή της να τον κοιτάει καλώντας τον να τον ακολουθήσει. Η γυναίκα αυτή δεν ήταν απλώς μια εντυπωσιακά ωραία γυναίκα με χυμώδεις και λαχταριστές καμπύλες που θα μπορούσε να γοητεύσει κάθε άντρα. Είχε μια απροσδιόριστη μαγεία που τον υπνώτιζε και τον ξεσήκωνε συνάμα. Απέπνεε ένα μαγνητισμό, μια αύρα ιδιαίτερη που τον σαγήνευε και τον δελέαζε. Του προκαλούσε ένα άκρατο ρομαντισμό κι ένα σκοτεινό, σχεδόν ζωώδες ερωτισμό. Ένα πρωτόγνωρο και ασαφές συναίσθημα που τον τρέλαινε από πόθο και απόγνωση. Πώς θα μπορούσε να την ξαναδεί; Μήπως αν ξαναπήγαινε στο εστιατόριο; Ανόητη απόπειρα. Από το εν λόγω εστιατόριο, καθώς και από όλα τα εστιατόρια στο Μανχάταν παρέλαυνε πλήθος κόσμου, την συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν υπήρχε ούτε μισή πιθανότητα στο εκατομμύριο να δει κανείς δεύτερη φορά. Εκτός αυτού η κοπέλα εκείνη τη μέρα συνοδευόταν από κάποιο νέο, κομψό και πολύ ωραίο άντρα που από χιλιόμετρα φαινόταν η ανθηρή οικονομική του κατάσταση. Τι επιδιώξεις θα μπορούσε να έχει ένας φτωχός φοιτητής που σπούδαζε με υποτροφία και έκανε δουλειές του ποδαριού για να βγάζει τα έξοδά του; Πολύ φιλόδοξος ήταν τελικά. “He has no chance in hell»[1] όπως έλεγαν και οι Αμερικάνοι.

Όμως η μορφή της δεν έλεγε να εξαφανιστεί από τη σκέψη του. Ξαφνικά μια τρελή ιδέα πέρασε από το μυαλό του. Θα μιλούσε με τον Υπεύθυνο του εστιατορίου που τον γνώριζε πολύ καλά λόγω του ότι για μια χρονική περίοδο εργάστηκε ως σερβιτόρος εκεί και τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Τον Υπεύθυνο τον έλεγαν Τάσο και ήταν Ελληνοαμερικανός με καταγωγή από τη Λήμνο. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Αλέξη για τη συνέπεια και την εργατικότητα του. Του είχε προτείνει μάλιστα και καθημερινή απασχόληση επειδή ήταν γρήγορος, ευγενικός και αποτελεσματικός στη δουλειά του αλλά εκείνος είχε αρνηθεί λόγω του όγκου της μελέτης που είχε στο πανεπιστήμιο καθώς και λόγω απόστασης επειδή με την συγκοινωνία και την κίνηση της Νέας Υόρκης χρειαζόταν τουλάχιστον δύο ώρες από το σπίτι του στο εστιατόριο.

Ευτυχώς τη μέρα εκείνη που είχαν πάει για φαγητό, ο Τόνι ήταν εκεί και το μαγαζί δεν είχε πάρα πολύ κόσμο. Μάλιστα τον είχε πάρει είδηση που συνεχώς κοιτούσε την κοπέλα και τον πείραζε συνεχώς. Θα ρωτούσε τον Τόνι ευθέως αν την γνώριζε. Ήταν σίγουρος πως θα την θυμόταν επειδή παρόμοια ομορφιά  με τη δική της δεν περνά ποτέ απαρατήρητη. Υπήρχε μόνο ένα μικρό εμπόδιο στα σχέδια του. Η κοπέλα εκείνη τη μέρα συνοδευόταν από εκείνο τον άντρα ο οποίος φαινόταν ιδιαιτερα κτητικός απέναντί της, γεγονός που δήλωνε πως η σχέση τους δεν ήταν απλώς φιλική ή επιφανειακή. Εκείνη μάλιστα κάποια στιγμή έμοιαζε αμήχανη και νευρική. Σταμάτησε αμέσως το παιχνίδι με τα μάτια και όταν τον ξανακοίταξε μετά από πάρα πολλή ώρα το βλέμμα της ήταν φευγαλέο και φοβισμένο σαν να προσπαθούσε να μην γίνει αισθητό από τον άντρα που είχε απέναντί της.

Η ομορφιά της παρέπεμπε σε μυστηριώδη ντίβα του κινηματογράφου της δεκαετίας του ’30 . Είχε ψηλόλιγνη σιλουέτα με τονισμένη μέση και πλούσιο στήθος, χυτές γραμμές, αλαβάστρινη επιδερμίδα, σαρκώδη χείλη σαν ώριμα κεράσια και κυματιστά εβένινα μαλλιά. Αν του ζητούσαν να γίνει πιο συγκεκριμένος, θα την περιέγραφε ως μια ομορφιά ιδιαίτερα σπάνια που κυμαινόταν μεταξύ στην εκρηκτική ομορφιά της Άβα Γκάρντνερ και τη θεσπέσια σαγήνη της Ρίτα Χέιγουορθ.

Ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει πως ήταν δυνατόν να υπάρχει μια τέτοια γυναίκα. Κάποιες στιγμές νόμιζε πως δεν την είχε δει πραγματικά και ήταν απλά ένα αποκύημα της ζωηρής του φαντασίας. Είχε την ιδανική περιγραφή για ηρωίδα μυθιστορήματος. Η μορφή της του προκαλούσε χίλιες δυό φαντασιώσεις, ξυπνούσε όλες τις αισθήσεις του που για πολύ καιρό βρίσκονταν σε χειμέρια νάρκη. Άνοιξε τον υπολογιστή του και άρχισε να γράφει ασταμάτητα. Μια νέα ιστορία είχε αρχίσει να κυριεύει το μυαλό του με πρωταγωνίστρια εκείνη. Αυτό που του συνέβαινε ήταν κατακλυσμιαίο. Η έμπνευση του αποφάσισε να τον επισκεφτεί ξανά.Τα δάχτυλα του πετούσαν πάνω στο πληκτρολόγιο καθώς περιέγραφε τη μορφή της. Έψαχνε να βρει το όνομα που θα της έδινε. «Ήρα», βροντοφώναξε στον εαυτό του. Πανέμορφη, επιβλητική, κυριαρχική. Δεν θα μπορούσε να της δώσει άλλο όνομα εκτός από το όνομα της βασίλισσας των Θεών. Η ηγεμονική και αριστοκρατική μορφή της δεν θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα. Έπρεπε να μάθει τις πληροφορίες για το άτομό της σύντομα, προτού χάσει εντελώς το μυαλό του. Άραγε ήταν Ελληνίδα; Τα χαρακτηριστικά της δεν έδειχναν κάτι τέτοιο αλλά ούτε Αμερικανίδα θα μπορούσε να ήταν. Όσες είχε γνωρίσει μέχρι τώρα τον είχαν απογοητεύσει οικτρά. Μία κατηγορία αποτελούσε την κλασική περίπτωση της χαζοχαρούμενης ανέμελης ξανθιάς με τα ροδαλά μάγουλα και το μονίμως αποτυπωμένο ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη που ήταν ιδανική για διαφήμιση οδοντόπαστας αλλά εντελώς ακατάλληλης για οποιαδήποτε επαφή πέραν της τυπικής καλημέρας, την συζήτηση για τον καιρό και την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις καινούριες τάσεις της μόδας. Άλλη κατηγορία ήταν η  γυναίκα καριέρας με το συντηρητικό μαύρο ταγιέρ, το αυστηρό σινιόν και την απρόσωπη τυποποιημένη έκφραση χωρίς ίχνος ανθρώπινης υπόστασης. Κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων που ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχε μάθει να παρατηρεί τους ανθρώπους και να καταγράφει αντιδράσεις και συμπεριφορές. Θεωρούσε πως το καλύτερο σχολείο που είχε πάει στη ζωή του ήταν η ίδια η ζωή στην Αμερική. Εδώ έμαθε πραγματικά τον εαυτό του και τα όρια του. Αυτή η χώρα του έμαθε να αυτοπροσδιορίζεται από την αρχή, να ξεχνά όλα όσα γνώριζε ως δεδομένα και να ρίχνεται με ορμή σε μια καινούρια πηγή γνώσης. Τον δίδαξε πως να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω του αφού πρώτα εξερευνήσει διεξοδικά τον εαυτό του. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συστήθηκε με τον εαυτό του από την αρχή. Έμαθε να τον παρατηρεί διεξοδικά, να καταγράφει τις σκέψεις, τους φόβους και τις επιθυμίες του και να συνδιαλέγεται μαζί τους. Κατανόησε για πρώτη φορά πως τίποτα και κανένας δεν είναι δεδομένος στη ζωή των ανθρώπων, ούτε καν ο ίδιος τους ο εαυτός επειδή ακόμα κι αυτός πολλές φορές μπορούσε να τους εκπλήξει με τις πολυποίκιλες αντιδράσεις κι εξάρσεις του. Βεβαιώθηκε πως τίποτα το στέρεο δεν μπορεί να θεμελιωθεί πάνω σε μια προσωπικότητα με χάσματα και εκείνος είχε σκοπό να δημιουργήσει ένα σύστημα σκέψης, να δουλέψει σκληρά και να αναδειχθεί. Αγαπούσε με πάθος τη ζωή με όλα τα σκαμπανεβάσματα της. Ήθελε να την γευτεί μέχρι το μεδούλι, να πιάσει πάτο και να ξανασηκωθεί. Ο κατήφορος όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή επειδή αν είναι μεγάλος  τότε οδηγεί τα βήματα σε μια γυαλιστερή και λεία επιφάνεια χωρίς καμία δυνατότητα επανάκαμψης.


[1] Δεν έχει ουδεμία πιθανότητα.