από τη Χριστίνα Καπράλου.

Ουρανός βαρύς σύννεφα γκρίζα πάνω από το κεφάλι του.

Ήταν δύσκολη η χθεσινή βραδιά, ύπνος δεν ήρθε να χαϊδέψει τα βλέφαρα του, όνειρα είχε σταματήσει να βλέπει εδώ και πολλά χρόνια, ούτως ή άλλως.

Ο Ήλιος κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα και αυτός επέμενε να κοιτάζει μέσα από τα μαύρα γυαλιά ηλίου.

Είχε μια περίεργη σχέση με την μέρα.

Το φώς τον ενοχλούσε, το σκοτάδι ήταν ο καλύτερος του φίλος . Φίλος κατ’ επιλογή; Φίλος που του ανέβηκε στον σβέρκο χωρίς να τον ρωτήσει; Κανείς δεν ήξερε!

Κανείς δεν είχε δει με τα μάτια του. Όλοι ερχόντουσαν αντιμέτωποι με τα μαύρα του γυαλιά.

Περπατούσε με βήμα αγέρωχο ισορροπούσε πάνω στην ανοιχτόχρωμη ευθεία του πεζοδρόμιου. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά – μόνο ευθεία, όπου τον πήγαινε η ευθεία του πεζοδρομίου.

Οι αποστάσεις που έκανε ήταν μικρές. Λες και είχε χαράξει μια πορεία που δεν παρέκλινε ποτέ.

Η πρώτη στάση ο κάδος των απορριμμάτων, με το αριστερό χέρι άνοιγε το καπάκι με το δεξί χέρι πέταγε την σακούλα με τα σκουπίδια του.

Δεύτερη στάση το μίνι μάρκετ της γειτονιάς στην επομένη γωνία, αγόραζε τρία πακέτα τσιγάρα και μια σοκολάτα.

Τελειώνοντας την συναλλαγή του με τον Χρήστο τον μαγαζάτορα έκανε στροφή και έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού.

Ο Χρήστος δεν έλεγε πολλές κουβέντες. Λες και μεταξύ τους υπήρχε ένας κώδικας επικοινωνίας.

Εκείνο το πρωινό κάτι αλλαξε στην προκαθορισμένη ρουτίνα.

Βγήκε από την καγκελόπορτα, πέταξε τα σκουπίδια, ακολούθησε την γραμμή  του πεζοδρόμιου μπήκε στο μίνι μάρκετ στάθηκε στην ίδια θέση που στεκόταν πάντα και περίμενε.

Δεν άκουσε τον ήχο της σακούλας άπλωσε το χέρι του με τα χρήματα και αυτό έμεινε κρεμασμένο στο κενό.

Και τότε την άκουσε……

Μια φωνή τραγουδιστή ένα γέλιο γάργαρο.

«Μα τι θέλετε; Μα γιατί δεν μου μιλάτε; Με κοιτάζετε πίσω από τα μαύρα σας γυαλιά τόση ώρα!»

«Χα! Χα! Χα!»

Την άκουγε να μιλάει και να γελάει με θάρρος και θράσος.

«Ναι; Τι; Χαχαχαχαχαχαχααχ»

Τον ενοχλούσε αυτή η παρουσία. Τον έβγαζε από τα νερά του.

Και ξαφνικά εκεί που ήταν αποφασισμένος να φύγει, λίγο πριν την στροφή των 180 μοιρών τον άγγιξε!

Ένοιωσε ένα ζεστό απαλό χέρι μικροκαμωμένο να ακουμπάει το δικό του.

Κεραυνοί και αστραπές! Στο μυαλό του; Στον ουρανό; Μπερδεύτηκε!

Δεν ήξερε που ήταν η αλήθεια και που το ψέμα.

Το γέλιο της γάργαρο αντήχησε στα αφτιά του.

«Μα δεν μου μιλάς! Μου το είχε πει ο πατέρας μου πως αυτή η γειτονιά έχει παράξενους ανθρώπους.

Μα πες μου μια κουβέντα!

«Δεν θέλω να γελάς!»

Η φωνή του βγήκε από τα σώθηκα του σαν βήχας, σαν δύσκολη ανάσα.

Δεν θέλω να γελάς!

Έφτυνε μια τις λέξεις σαν βρισιές.

Σιωπή! Έκανε στροφή 180 μοίρες και βγήκε από το μαγαζί με άδεια χέρια.

Το γέλιο της πάγωσε, το χέρι της έμεινε άδειο και έπεσε αμήχανα στο πλάι.

Και μου το έλεγε ο πατέρας μου! Ψιθύρισε

Η Μαιρούλα ήταν η κόρη του Χρήστου 18 χρονών φρέσκια και δροσερή.

Φρέσκια στα χρόνια, φρέσκια και στο Πανεπιστήμιο. Ήταν η περηφάνια του Χρήστου. Το βλαστάρι του που τον έκανε περήφανο με τις επιτυχίες της και τις πρωτιές της.

Όταν η Μαιρούλα ζήτησε από τον πατέρα της να τον ξεκουράζει λίγες ώρες στο  μαγαζί εκείνος αρχικά αρνήθηκε.

Δεν σε έχω εγώ για μικρά πράγματα εσένα. Εσύ αστέρι μου είσαι για σπουδαία πράγματα. Κάτσε στα βιβλία σου και άσε με εμένα. Οι άνθρωποι δεν είναι εύκολοι. Η γειτονιά κρύβει πολλά.

Η Μαιρούλα συμβιβάστηκε μα εκείνη την μέρα που ο πατέρας της ψηνόταν στον πυρετό δεν το διαπραγματεύτηκε.

Θα πάω εγώ να ανοίξω. Θα το καταφέρω μια χαρά. Ξέρω σου λέω.

Με την ευγένεια και το γέλιο μου όλα θα πάνε καλά. Και ήταν σίγουρη για αυτό που έλεγε. Θεωρούσε την ευγένεια της και το γέλιο της δύο ισχυρά κεφάλαια. Κάνεις δεν της χάλαγε χατίρι κανείς δεν αμφισβητούσε την παρουσία της.

Και να που τώρα τα δεδομένα άλλαξαν.

Μα τι είπε αυτός;

Μα πως τόλμησε να με κοιτά έτσι έντονα μέσα από τα μαύρα γυαλιά του.

Ποσό αγενής Θεέ μου!

Τι είπε; Πως το είπε;

Δεν ήθελε να γελάω; Και ποιος τον ρώτησε; Σιγά μην του πάρω την άδεια.

Η Μαιρούλα άστραφτε και βροντούσε από θυμό.

ΤΟ πάθος των 18της χρόνων την κυρίεψε και ήθελε εδώ και τώρα να αποκαταστήσει  την τάξη- την δική της τάξη.

Βγήκε τρέχοντας έξω από τα μαγαζί, κοίταξε δεξιά- κοίταξε αριστερά και τον είδε να μπαίνει στην καγκελόπορτα στο τέλος του δρόμου.

«Εγώ θα γελάω όσο θέλω και όταν θέλω» φώναξε με φωνή δυνατή από τα βάθη της ψυχής της. Ακούς;

Eγω θα γελάω όσο και όποτε θέλω.

ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ Ακούς; XA XA XA XA XA

To γέλιο της έσκισε τον αέρα έφτασε στα αφτιά του δυνατό και γάργαρο.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΛΑΣ

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΛΑΣ

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΛΑΣ! Είπα!

Η φωνή του βραχνή! Οι λέξεις έφυγαν μέσα από τα δόντια του με θυμό, άχτι και φθόνο.

Έκλεισε την πόρτα πίσω του με μίσος.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΛΑΣ! Είπα!

Κλείστηκε και πάλι στα σκοτάδια του. Με η χωρίς τα μαύρα του γυαλιά το μαύρο ήταν το χρώμα του.

ΤΟ σπίτι μετρημένο σε βήματα.

Τρία βήματα δεξιά η κουζίνα, ένα άπλωμα του χεριού αριστερά ο καφές, η ζάχαρη, το shaker.

Ένα βήμα πίσω και αριστερά το ψυγείο. Στην πόρτα του το μπουκάλι με το νερό το αγγίζει και θυμάται το χρώμα του. Κόκκινο ήταν! Και το ψυγείο άσπρο και τα πλακάκια άσπρα και το δάπεδο μωσαϊκό ασπρόμαυρο.

Όλα τα θυμόταν! Τίποτα δεν είχε ξεχάσει! Όλα τα θυμόταν μόνο ένα ήθελε να ξεχάσει.

ΤΟ γέλιο της! Το γέλιο της Άννας που ήταν η ζωή του και δεν ήταν η επιλογή της όταν το χρώμα του έγινε το μαύρο.

Η Άννα ο εφηβικός του έρωτας!

Το απόλυτο ταιριαστό ζευγάρι που άλλοι καμάρωναν και άλλοι ζήλευαν.

Η Άννα η γυναίκα της ζωής του.

Αυτός και τα μαύρα γυαλιά του που δεν ήταν πια ο άντρας της ζωής της.

Την μέρα που ο γιατρός του ανακοίνωσε πως ήταν θέμα χρόνου η ζωή του να αλλάξει ριζικά, η Άννα αρνήθηκε να μοιραστεί το πρόβλημά του. Όταν αυτός της ζήτησε να γίνει τα μάτια του εκείνη γύρισε την πλάτη και έφυγε χωρίς να πει κουβέντα.

Σε δύο μέρες μάζεψε τα πράγματα της και έφυγε το σπίτι.

Δεν έψαξε ούτε δικαιολογία να βρει.

«Θα σε θυμάμαι» του είπε λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω της και γέλασε.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΛΑΣ ψιθύρισε αυτός.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΛΑΣ λέει κάθε φορά που ένα γέλιο γυναικείο χαϊδεύει τα αφτιά του.

Δείξε κατανόηση! Δεν θέλει να γελάς!