από τη Χριστίνα Καπράλου.

«Έλα! Έλα να παίξουμε  απόψε ένα παιχνίδι. Μην το μαρτυρήσεις σε  κανέναν. Αυτό θα είναι το δικό μας παιχνίδι»είπε ο Κωνσταντής στην Μαριώ.

«Αχ μωρέ Κωνσταντή εσύ και τα παιχνίδια σου. Είσαι ζαβολιάρης μωρέ δεν σε παίζω». Παραπονέθηκε η Μαριώ.

«Τιγράκι στο κλουβί σου» είπε ο Κωνσταντής επιτακτικά και τα μάτια του κάρβουνα αναμμένα άστραψαν στο σκοτάδι.

Τα μάτια του Κωνσταντή ήταν ίδιο το σκοτάδι.

Πείσμωσε η Μαριώ….

«Δεν σε παίζω μωρέ είσαι ζαβολιάρης. Παίζεις με τους δικούς σου όρους και με νευριάζεις.

Ψιτ Κωνσταντή κοίτα το φεγγάρι»!

«Τιγράκι στο κλουβί σου» είπε ο Κωνσταντής.

Το παιχνίδι του Κωνσταντή άδικο για την Μαριώ οι όροι δικοί του οι κανόνες δικοί του.

Η Μαριώ απορημένη ακολουθούσε και δεν ήξερε το γιατί.

Η Μαριώ είχε καθαρίσει την ψυχή της από τα πάθη της μιας και τα λάθη της την κυνηγούσαν .

Μια ζωή έβαζε εκείνη τους κανόνες στα παιχνίδια και στην ζωή και τώρα παραδομένη και κουρασμένη απλά ακολουθούσε.

«Τιγράκι στο κλουβί σου». Το είπε μια το είπε δύο το είπε τρείς ο Κωνσταντής  και τα αγγίγματα έγιναν βάσανο και τυραννία.

«Τύραννε» μούγγρισε η Μαριώ και τρύπωσε στην αγκαλιά του και χάθηκε στην υπομονή και την σιωπή.

Πόση σιωπή κουβαλά η υπομονή τόχει σκεφτεί  ποτέ κανείς!

Πόση υπομονή κουβαλά η σιωπή!

Και ένα φεγγάρι στον ουρανό να κάνει κόντρες με μια λάμπα.

«Λάμπω» ψιθύρισε η λάμπα.

«Λάμπε εσύ εγώ κουράστηκα» ψιθύρισε το φεγγάρι.

Άλλη μια νύχτα που κυλά και σε αυτή κυλιούνται αγωνίες και όνειρα και σχέδια και προσμονές και θέλω και πρέπει.

Τα θέλω να κοντράρονται με τα πρέπει και το «έτσι» να πλανιέται μάχαιρα πάνω από τα κεφάλια μας.

ΘΕΛΩ – ΠΡΕΠΕΙ – ΕΤΣΙ

Και εγώ που σας τα γράφω όλα αυτά και δεν σας γράφω μέρος του έργου,ειμαι  ένας ρόλος στο μικρό μας θεατράκι. Δώστε μου τον ρόλο που θέλετε, τον ρόλο που σας βολεύει γιατί εγώ κουράστηκα και θέλω να ξαποστάσω. Δεν ξέρω τι να κρατήσω τι να σας χαρίσω τι να ξεπουλήσω.

Κρατώ το ΕΤΣΙ, σας χαρίζω το ΠΡΕΠΕΙ και ξεπουλώ το ΘΕΛΩ.

«Τιγράκι στο κλουβί σου» βρυχήθηκε ο Κωνσταντής σαν η Μαριώ τον άγγιξε.

«Έτσι» ψιθύρισε η Μαριώ.

Και το φεγγάρι φωτοστέφανο ξεκουράζεται πάνω στην λάμπα, της δίνει λάμψη από την λάμψη του Και δεν της το λέει, την αφήνει να καμαρώνει στο φώς και στο σκοτάδι της.

«Κωνσταντή ε Κωνσταντή! Πού χάθηκες πάλι»; τσίριξε η Μαριώ και η αγωνία και ο θυμός έδεσαν και έφτιαξαν μια γεύση αλλιώτικη.

«Κωνσταντή ε Κωνσταντή μη μου κρύβεσαι εμένα άμα θέλω θα σε βρω! Εγώ είμαι λεύτερος άνθρωπος» τσίριξε η Μαριώ.

Τρομάρα σου Μαριώ, τρομάρα μου και μένα που είμαι θεατής σε τόσα δρώμενα γύρω μου.

Εγώ που κάποτε πήγαινα στην θάλασσα και κουβάλαγα ματσάκια πετσέτες στρώματα παγούρια, γάλατα και κουβαράκια και φτυαράκια πήγα σήμερα με τα χέρια άδεια στην κυρά θάλασσα.

Εγώ που κάποτε σε διακοπές έλυνα διαφορές  τώρα ακούω άλλους να λύνουν τις δικές τους διαφορές.

Εγώ που κάποτε έβλεπα ζευγάρια αγκαλιασμένα και βούρκωνα από ζήλια και θυμό τώρα χαμογελώ και χαίρομαι και κάνω ευχές να είναι οι αγκαλιές αληθινές.

Ανασαίνω λεύτερη!

«Τιγράκι;»

«Στο κλουβί μου!»

«Ναι Κωνσταντή στο κλουβί μου» είπε χαμογελώντας η Μαριώ και τρύπωσε στην αγκαλιά του γιατί αυτό το κλουβί είναι επιλογή της και το ησυχαστήριο της.

Εγώ στο κλουβί μου Κωνσταντή μου γιατί όταν είμαι λεύτερη είμαι ζημιάρα.

Και το φεγγάρι κουράστηκε να κάνει καλές πράξεις και πήγε και βούτηξε στην θάλασσα το φώς του.

Η λάμπα έμεινε να καμαρώνει το μεγαλείο της μετριότητας της.

Το ζευγάρι πλάι δεν ακούγεται πια …

«Εγώ είμαι κάθετος και απόλυτος» ήταν το τελευταίο ίχνος τους που ακούστηκε από αντρική φωνή, και ακολούθησε ένα κλαψούρισμα και μετά σιωπή.

«Τιγράκι?»

«Ναι Κωνσταντή μου! Στο κλουβί μου εγώ» είπε η Μαριώ γελαστή χωρίς δεύτερη σκέψη.