Από την Λίλιαν Σίμου

Σπιναλόγκα, ένα νησί που φέρνει στο νου ανάμεικτα συναισθήματα, κυρίως όμως τον πόνο και την απελπισία από τον εκτοπισμό κάποιων ανθρώπων, που μέσα στην ατυχία της ανίατης (για την εποχή εκείνη) μολυσματικής ασθένειας, θεωρήθηκαν απόκληροι της κοινωνίας.

Στην πρόσφατη επίσκεψή μου στο νησάκι αυτό, απέναντι από την Ελούντα περίπου και την αρχαία πόλη Όλους, η εντύπωση που μου άφησε, δεν είναι μόνο η πικρή γεύση…

Κι αυτό γιατί η Σπιναλόγκα είναι ένας ιδιαίτερος χώρος. Ας ξεκινήσουμε όμως με μία ιστορική αναδρομή, καθώς έχει μία μακρά διαδρομή.

Απέχει 800 μέτρα από την Ελούντα. Το αρχαίο της όνομα ήταν Καλυδών. Το όνομά της είναι από τις λατινικές λέξεις “spina lunga”  που σημαίνει  «μακρύ αγκάθι». Μία δεύτερη εκδοχή είναι να ονομάστηκε έτσι από μία παραφθορά των Ενετών του τοπωνύμιου «στην Ολούντα».

Ο Ενετός χαρτογράφος Βιντσέντσο Κορονέλλι υποστηρίζει πως η Σπιναλόγκα δεν ήταν πάντα νησί, αλλά ήταν φυσικά ενωμένη με την γειτονική χερσόνησο Κολοκύθα. Αναφέρει πως το 1526, οι Ενετοί κατέστρεψαν μέρος της χερσονήσου και δημιούργησαν το νησί.

Οι Ενετοί κατακτητές έχτισαν ένα πολύ σημαντικό οχυρό της εποχής εκείνης. Τα τείχη που υπάρχουν μέχρι σήμερα, είναι ιδιαίτερης αισθητικής και αρχιτεκτονικής. Οι Οθωμανοί που κατέλαβαν στη συνέχεια την Κρήτη, έκαναν συνθήκη με τους Ενετούς, οι οποίοι αποχώρησαν αφήνοντας το οχυρωμένο νησί ανέπαφο. Σε περιόδους κρίσεων και επαναστατικών κινημάτων,  οι Οθωμανοί πήγαιναν στη Σπιναλόγκα, όπου ένιωθαν πιο ασφαλείς.

Σημαντικός ερευνητής των θησαυρών της Σπιναλόνγκα

Σημαντικό εμπορικό πέρασμα το σημείο εκείνο, για τους Ενετούς και τους Οθωμανούς αργότερα, ήταν ένα ασφαλές λιμάνι επίσης, καθώς τα νησάκια μπροστά από την Ελούντα μοιάζουν με ένα φυσικό τείχος προστασίας απέναντι στους αέρηδες. Η οχύρωση ξεκίνησε από το 1574 όταν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την Κύπρο και οι Ενετοί ένιωσαν πως ο κίνδυνος πλησιάζει. Ταυτόχρονα όμως, τους ενδιέφερε η διαφύλαξη των συμφερόντων τους και για τις αλυκές της Ελούντας. Η περιοχή ήταν πολύτιμη από κάθε άποψη. Το νησί παρέμεινε στην κατοχή των Ενετών για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως το 1715, όπου και παραδόθηκε με συνθήκη στους Οθωμανούς. Μετά την αποχώρηση των Ενετών όμως, οι χριστιανοί κάτοικοι του νησιού πουλήθηκαν σαν δούλοι και πολλοί πέθαναν από τις κακουχίες. Ο τελευταίος Οθωμανός του νησιού έφυγε το 1898.

Η ασθένεια του Χάνσεν είχε ήδη αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της και αποφασίστηκε από τις Αρχές να απομακρυνθούν οι ασθενείς σε διάφορα μέρη, κυρίως νησιά. Ένα από αυτά, ήταν η Σπιναλόγκα. Με συνθήκη που υπογράφηκε στις 30 Μαΐου του 1903, προσδιορίστηκε σαν τόπος εξορίας για τους λεπρούς. Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία, οι πρώτοι ασθενείς μεταφέρθηκαν εκεί την 13η Οκτωβρίου 1904. Ήταν στον αριθμό 251, 148 άνδρες και 103 γυναίκες. Όταν αργότερα η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα, έστειλαν στο νησί και ασθενείς από άλλες χώρες, θεωρώντας το ως «Διεθνές Λεπροκομείο».

Παιχνίδια στρατηγιτκής στην Σπιναλόνγκα άλλων εποχών….

Οι ασθενείς έμεναν σε δύσκολες συνθήκες, καθώς έπρεπε να εγκατασταθούν με δικά τους μέσα, να στήσουν το νοικοκυριό τους, να επιβιώσουν στις καιρικές συνθήκες, να μην έχουν ρεύμα και άλλες δυνατότητες που τους παρείχε η πρότερη ζωή τους. Ολόκληρες οικογένειες οδηγήθηκαν εκεί σταδιακά, όταν παρουσίασαν σημάδια της αρρώστιας. Στην περίοδο της κατοχής, οι Ιταλοί και Γερμανοί δεν ανέβηκαν στο νησί και για να τροφοδοτηθούν, οι εκτοπισμένοι περνούσαν απέναντι στο χωριό Πλάκα, για να παραλάβουν τα απαραίτητα για τη διαβίωσή τους. Το θετικό ήταν πως είχαν τότε τη δυνατότητα να λειτουργούν έναν παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό και να αναμεταδίδουν ειδήσεις από το Λονδίνο και το Κάιρο.

Επιτύμβιες οθωμανικές στήλες, που είχαν ένα πολύ συγκινητικό λυρικό ποίημα ως αφιέρωμα…

Οι τελευταίοι ασθενείς έφυγαν το 1957, και όσοι δεν είχαν δυνατότητα να ζήσουν μόνοι, μεταφέρθηκαν σε νοσοκομείο της Αθήνας. Η ασθένεια είχε βρει το φάρμακό της, τα σημάδια της όμως στην Σπιναλόγκα ήταν πολλά, όπως και σε άλλους χώρους εκτοπισμού των χανσενικών.

Μετά το 1957 για αρκετές δεκαετίες έμεινε αναξιοποίητη. Σταδιακά, είτε για λόγους προσκυνήματος στη μνήμη όσων πέρασαν τα δύσκολα χρόνια της ασθένειας εκεί, είτε για τουριστικούς λόγους, ξεκίνησε η αναστήλωση και επισκευή των οχυρωματικών τειχών, των κατοικιών, των κτισμάτων τους νησιού.

Η πρόσβαση στο νησί είναι σε ελάχιστο χρόνο με καραβάκι από την Πλάκα, αλλά μπορεί κάποιος να πάει και από την Ελούντα.

Φθάνοντας με το καραβάκι, αντικρύζεις την μεγαλοπρέπεια των τειχών, που ορθώνονται σαν αναλλοίωτα στην πορεία των αιώνων και αγκαλιάζουν περιμετρικά το νησί.

Η αλήθεια είναι πως βαδίζεις με δέος στα καλντερίμια, αισθάνεσαι πως βιώνεις τη δόνηση εκείνων των δύσκολων χρόνων, θαυμάζεις όσα κτήρια έχουν αναστηλωθεί και φιλοξενούν τις ιστορικές ενότητες και φωτογραφικό υλικό με ενδιαφέρουσες πληροφορίες, θλίβεσαι όμως για όσα έχουν ερημωθεί, κυρίως στο κέντρο του νησιού.

Καθώς προχωράμε από την κεντρική πύλη στα καθαρά μονοπάτια και ανάμεσα στους πλίνθους και τα χαλάσματα, αγριολούλουδα δίνουν την ελπίδα της ζωής ακόμη κι εκεί που βιώθηκε τόσος πόνος και θάνατος.

Στα κτίσματα που περιέχουν τις χρονικές ενότητες και τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα του νησιού, νιώθεις να ταξιδεύεις σε άλλες εποχές, να χάνεσαι στις μνήμες. Υπάρχουν αντικείμενα των κατοίκων, ιατρικά εργαλεία, σκεύη της καθημερινής χρήσης, ακόμη και μία καρέκλα ασθενούς.

Μία δεύτερη πύλη, εκείνη στην οποία γίνονταν παλιά τα δρομολόγια για το “ταξίδι δίχως επιστροφή” των εκτοπισμένων, υπάρχει ένας μεγάλος χώρος όπου ήταν άλλοτε το στρατηγείο των κατακτητών και στη συνέχεια, ένας κλίβανος, να θυμίζει την απαραίτητη απολύμανση της περιόδου των χανσενικών και όσων πήγαιναν εκεί για να τους θεραπεύσουν.

Πολύ γραφικό είναι το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα, στο οποίο σήμερα πλέον τελούνται γάμοι και λειτουργεί σε μεγάλες γιορτές μόνο.

Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης

Ένα ειδικό αφιέρωμα υπάρχει στον Επαμεινώνδα Ρεμουνδάκη, ο οποίος οδηγήθηκε στο νησί νεαρός και δραπέτευσε, έζησε κάποιο διάστημα στην Αθήνα και όταν έγιναν εμφανή τα σημάδια της ασθένειας, συνελήφθη και οδηγήθηκε ξανά πίσω. Όμως ήταν ένα ανένταχτο πνεύμα, διεκδίκησε τα δικαιώματα των λεπρών, ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε στο νησί και λέγεται πως στο τέλος της ζωής του, είχε χάσει σχεδόν το 80% της φωνής του. Ο Ρεμουνδάκης, που ήταν τριτοετής φοιτητής της Νομικής όταν αρρώστησε, φαίνεται πως ήταν ο άνθρωπος που βοήθησε να διεκδικήσουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής.

Τα σπίτια στην Σπιναλόγκα ασβεστώθηκαν μετά από πολλά χρόνια, άνοιξε ο περιμετρικός δρόμος, συστάθηκε υπηρεσία καθαριότητας των εξωτερικών χώρων, έχτισαν θέατρο, κινηματογράφο και από τα μεγάφωνα του δρόμου ακουγόταν συνεχώς κλασική μουσική. Είχαν κουρείο, καφενείο και στον Άγιο Παντελεήμονα,  λειτουργούσε ένας γενναίος ιερέας που, χωρίς να είναι άρρωστος, δέχτηκε εθελοντικά να μοιραστεί τη ζωή του με αυτή των εξόριστων λεπρών.

Προσπάθησαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια και κάποιοι κατόρθωσαν να αγαπήσουν τη ζωή και να παλέψουν για τη ζωή τους. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν στη Σπιναλόγκα. Έκαναν παιδιά, που μερικά από αυτά μεγάλωσαν μαζί τους χωρίς να αρρωστήσουν ποτέ. Αν και λέγεται πως τα υγιή παιδιά, από ένα σημείο και μετά, τα απομάκρυναν και τα έδιναν σε συγγενείς που ήταν έξω από το νησί.

Ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης ίδρυσε την  «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας» και έδωσαν όλοι το μήνυμα της ελπίδας ξανά για ζωή. Ο Επαμεινώνδας μεταφέρθηκε μαζί με την γυναίκα του, Αναστασία, στο λεπροκομείο της Αγ. Βαρβάρας, όταν έκλεισε οριστικά το λεπροκομείο του νησιού. Εκεί είπε σε διάφορους εκπαιδευόμενους γιατρούς όλα του τα απομνημονεύματα, καθώς ήθελε να βγει στο φως της δημοσιότητας η αληθινή ιστορία του για να μάθει ο κόσμος πώς πάλεψαν όλοι τους τότε, την πραγματική ιστορία του Νησιού, “Αϊτός χωρίς φτερά” είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του.

Περπατώντας σήμερα στα μονοπάτια της Σπιναλόγκα, θαυμάζεις τους τεράστιους τείχους της οχύρωσης, τις πολεμίστρες, την αρχιτεκτονική όσων κτισμάτων είναι συντηρημένα, και ανάμεσα στα χαλάσματα νομίζεις πως βλέπεις μορφές εκείνων που ένιωσαν άλλοτε την αγωνία κι άλλοτε την προστασία σ’ αυτό το μικρό νησί.

Πιστεύω πως αξίζει να το επισκεφθεί κάποιος και να το περπατήσει σιωπηλά, να αφεθεί στην θαλασσινή αύρα και στο απέραντο γαλάζιο και να επιτρέψει στην καρδιά του να νιώσει…

Είναι, κατά την γνώμη μου, μία μοναχική διαδρομή.

Γι’ αυτό θα συνιστούσα να πάει ο επισκέπτης είτε εκτός μεγάλης τουριστικής σαιζόν, είτε νωρίς το πρωί με τα πρώτα καραβάκια, για να έχει χρόνο να απολαύσει όσα προσφέρει ο τόπος, με ηρεμία.

Νομίζω, αν θυμάμαι καλά, πως έχει συμπεριληφθεί ή σύντομα θα συμπεριληφθεί στον κατάλογο Μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

Για μένα, θα είναι κυρίως ένας τόπος θαυμασμού και προσκυνήματος…