από την Άρια Σωκράτους.

Το μυθιστόρημα του ήταν επιτέλους έτοιμο. Μετά από κόπους, ξενύχτια και αδιάκοπες αναλαμπές της έμπνευσης που διήρκησαν δύο χρόνια και πέντε μήνες, οι ιδέες του είχαν μετουσιωθεί σε έργο πεντακοσίων εβδομηνταέξι σελίδων.

Το βιβλίο αυτό ήταν ένα κομμάτι από την ψυχή του, ένας άλλος εαυτός που συνυπήρχε με αυτόν που κουβαλούσε. Μόλις έγραψε τη λέξη «ΤΕΛΟΣ», ένα δάκρυ κύλησε πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή του.

Θυμόταν με ακριβή λεπτομέρεια την ημερομηνία και την ώρα που έγραφε κάθε σελίδα. Το πρώτο κεφάλαιο το ξεκίνησε το πρώτο Φθινόπωρο που είχε περάσει στην Αμερική. Μόλις είχε ξεκινήσει τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο και παράλληλα ξεποδαριαζόταν στους δρόμους μέχρι να βρει δουλειά. Στην αρχή επισκέφθηκε όλους τους χώρους εστίασης. Προτιμούσε να κάνει την αρχή σε κάποιο ελληνικό εστιατόριο. Μόλις είχε φύγει από το σπίτι του και τους δικούς του. Οι μνήμες ήταν ακόμα νωπές και οι πληγές του ξενιτεμού του ανοικτές. Όσο κι αν η ψυχή του λαχταρούσε να εξερευνήσει νέους τόπους και μακρινούς, μέσα του κατοικούσε ακόμα εκείνο το παιδί των δέκα χρόνων που περνούσε τα καλοκαίρια του φτιάχνοντας με τη γιαγιά του στο χωριό κουλουράκια από χαρουπόμελο.

«Οι μνήμες κατοικούν μέσα μας», είχε διαβάσει κάποτε σ’ένα βιβλίο του Καρλ Γιουνγκ και τότε δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο της σημασίας αυτής της φράσης.

Ο ήρωας του γεννήθηκε μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Ήταν 3 Δεκεμβρίου του 2013 και το Νιου Τζέρσει με τη Νέα Υόρκη είχαν καλωσορίσει τον πιο παγωμένο χειμώνα των τελευταίων σαράντα ετών. Ο πρώτος χειμώνας που περνούσε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και παράλληλα ο πιο δύσκολος. Θυμόταν πως δεν άντεχε τον χλωμό, γκρίζο ουρανό, την κρυσταλλωμένη από τον πάγο βροχή.  Δεν ήθελε καν να σκέφτεται τις απαίσιες Κυριακές του χειμώνα μπροστά στις οποίες οι Κυριακές του Λονδίνου έμοιαζαν με εκδρομή. Αυτή η μέρα, της οποίας ο προορισμός είναι να τιμάται ο ουρανός, αποτελούσε την καλύτερη εικόνα της κόλασης που είδε πάνω στη γη.  Ίσως επειδή εκείνος ήταν γνήσιο παιδί του καλοκαιριού και των χρυσών ακρογιαλιών. Λάτρευε να μυρίζει τη μεθυστική αύρα της θάλασσας που τον αγκάλιαζε σχεδόν μητρικά, να πασπαλίζει με άμμο τα μαλλιά του, να ανιχνεύει τα βότσαλα μέχρι να βρει το δικό του χαμένο θησαυρό, να μυρίζει το γιασεμί στην πλακόστρωτη αυλή της γιαγιάς του και να κάθεται με τα υπόλοιπα ξαδέρφια του κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας λεμονιάς.

Ήθελε να φύγει τότε από την Αμερική, νόμιζε πως δεν άντεχε να ζήσει εκεί, ένιωθε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να συνηθίσει τους παγωμένους χειμώνες και την διαφορετική ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων.

Μετά ήρθε η άνοιξη. Γεννήθηκε η ηρωίδα του και μαζί της γεννήθηκε και ο μοναδικός και ασυμβίβαστος έρωτας της με τον πρωταγωνιστή του. Ένας έρωτας που αν και ήταν καταδικασμένος από την αρχή, καμία κακή συγκυρία δεν τον εμπόδισε να ανθίσει.

Νόμιζε πως δεν θα τελείωνε ποτέ εκείνο το βιβλίο. Δούλευε σκληρά, πάρα πολύ σκληρά στο εστιατόριο. Παράλληλα ξενυχτούσε στη μελέτη κάθε βράδυ αργά όταν γύριζε. Είχε βάλει ένα γερό στοίχημα με τον εαυτό του. Είχε πάει εκεί για να διαπρέψει. Δεν ταξίδεψε τσάμπα τόσες χιλιάδες μίλια μακριά, δεν ξεσηκώθηκε από τη χώρα του για να επιστρέψει πίσω τόσο σύντομα και αποτυχημένος. Αυτό δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του. Με το κεφάλι ψηλά θα γύριζε μόνο, αν δηλαδή γύριζε ποτέ.

Το αμερικανικό όνειρο σίγουρα δεν ήταν όπως το παρουσίαζαν οι ταινίες. Η αδηφάγα πραγματικότητα της Αμερικής κατάπινε την ενέργεια, τη φρεσκάδα, τα όνειρα ενός νέου. Απαιτούσε συνεχώς δουλειά, επιμονή και ατελείωτες ώρες αφοσίωσης στο στόχο. Όμως ήξερε καλά τον τρόπο να ανταμοίβει. Ακριβοδίκαια και απλόχερα. Φτάνει να είχε κάποιος όραμα και ανεξάντλητη όρεξη για δουλειά.

Κοιτούσε το δημιούργημα του κι ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε ολόκληρο το πρόσωπό του. Το πρώτο μεγάλο βήμα είχε ήδη γίνει. Το βιβλίο ήταν έτοιμο. Ακόμη δεν το πίστευε πως κατόρθωσε να το ολοκληρώσει. Ο κόπος που κατέβαλε ήταν διπλός επειδή το μυθιστόρημα δεν ήταν γραμμένο στη μητρική του γλώσσα αλλά στα αγγλικά. Ευτυχώς που είχε μεγάλη ευχέρεια με την αγγλική γλώσσα. Από μικρός είχε επιδείξει ένα αξιοζήλευτο ζήλο για το μάθημα των Αγγλικών. Βοηθούσε πολύ το γεγονός πως στην Κύπρο όπου περνούσε όλα τα καλοκαίρια του, ζούσαν πάρα πολλοί Άγγλοι και γενικά πάρα πολλοί ξένοι, με αποτέλεσμα τα αγγλικά να είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του νησιού.

Όσο καλά και να χειριζόταν όμως τα αγγλικά δεν έπαυε να είναι ένας ξένος που η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική. Το γεγονός αυτό διπλασίαζε το άγχος και την ευθύνη που είχε ως προς το γραπτό του. Ο Τιμ πριν καν ακόμη το τελειώσει, τον παρακινούσε να το στείλει σε ειδικούς ατζέντες για αξιολόγηση.

Το σύστημα στην Αμερική ήταν πολύ διαφορετικό από το σύστημα της Ελλάδας. Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει ο ίδιος απευθείας με κάποιο εκδοτικό οίκο και να του αποστείλει το έργο του αλλά έπρεπε να απευθυνθεί σε ατζέντη, ο οποίος ενεργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και στον εκδότη. Ο ρόλος του ήταν να εκπροσωπεί τον συγγραφέα ως μάνατζερ και να προωθεί τα συμφέροντα του. Αναλάμβανε την υποχρέωση να του βρει τον κατάλληλο εκδότη με τον οποίο θα υπέγραφε συμβόλαιο.

Η ανεύρεση του σωστού ατζέντη όμως όσο κι αν ακουγόταν ως εύκολη υπόθεση, απεναντίας ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Οι ατζέντες ειδικά σε μια εκρηκτική μεγαλούπολη όπως ήταν η Νέα Υόρκη, ήταν επαγγελματίες ιδιαίτερα απαιτητικοί και δύσκολοι, με πολύ ασφυκτικό πρόγραμμα. Λάμβαναν περίπου εκατό επιστολές τη μέρα από επίδοξους συγγραφείς κι επέλεγαν ελάχιστους. Έκριναν από ένα ελάχιστο δείγμα γραφής δύο παραγράφων αν ο συγκεκριμένος συγγραφέας πληρούσε όλα τα κριτήρια τους και αναλόγως απαντούσε είτε θετικά είτε αρνητικά.

Ο Αλέξης θεωρούσε πως το να βρει ένα σωστό ατζέντη ήταν άδικος και χαμένος κόπος. Γνώριζε πολλές περιπτώσεις συγγραφέων οι οποίοι προσπαθούσαν για χρόνια ολόκληρα να βρουν ένα καλό ατζέντη να τους εκπροσωπήσει αλλά αποτύγχαναν πανηγυρικά και αναγκάζονταν να εργαστούν σ’ένα σωρό άσχετα επαγγέλματα.

Δεν ήθελε να καταντήσει κι ο ίδιος έτσι. Το χάρισμα της υπομονής δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις αρετές που τον διέκριναν. Ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να στείλει μόνο σε δύο-τρεις, το πολύ πέντε ατζέντες και μετά θα παρατούσε την προσπάθεια. Άλλωστε είχε ήδη κάνει τις ανάλογες σπουδές για να διαπρέψει ως δικηγόρος. Δεν περίμενε να ζήσει από τη συγγραφή. Η συγγραφή για αυτόν ήταν η απελευθέρωση και η ψυχοθεραπεία του, ένας έρωτας της ψυχής. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν γι’αυτόν μια δουλειά καριέρας και βιοπορισμού.

Άρχισε να ψάχνει στο ίντερνετ για τα πιο αξιόλογα γραφεία ατζέντηδων στη Νέα Υόρκη. Υπήρχαν πράγματι αρκετά και η επιλογή ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολη. Ο Τιμ και κάποιοι  γνωστοί του που γνώριζαν καλά πως λειτουργούσε ο συγγραφικός χώρος στη Νέα Υόρκη του είχαν επισημάνει τέσσερα κορυφαία γραφεία με τους καλύτερους επαγγελματίες στον τομέα αυτό.

Άρχισε να διαβάζει με προσοχή και να κρατάει σημειώσεις. Ξαφνικά, η αισιοδοξία και η θετική διάθεση που τον διακατείχαν προηγουμένως εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας. Η πορεία που διαγραφόταν μπροστά του και όφειλε να ακολουθήσει του φάνηκε ένας δύσβατος και ανώμαλος δρόμος γεμάτος με ανώμαλες στροφές. Πώς θα μπορούσε αυτός, ένας άπειρος και ξένος εκκολαπτόμενος συγγραφέας να συναγωνιστεί τους Αμερικανούς συγγραφείς, οι οποίοι χειρίζονταν άψογα την αγγλική γλώσσα;

Επίσης, τα βήματα που έπρεπε να ακολουθήσει του φαίνονταν βουνό. Δεν θα έπρεπε απλώς να γράψει μια οποιαδήποτε επιστολή αλλά κάτι συνταρακτικό το οποίο θα δήλωνε το συγγραφικό του ταλέντο και θα τον διαφοροποιούσε από τους υπόλοιπους. Κάτι το οποίο θα ήταν τόσο εντυπωσιακό και αξιόλογο ούτως ώστε να τους έπειθε να ασχοληθούν μαζί του.

Το κεφάλι του από τη σκέψη κόντευε να σπάσει. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να μην ασχοληθεί άλλο με το θέμα και να βγει μια βόλτα. Η Ορτένσια, η γοητευτική Μεξικανή συμφοιτήτρια του του είχε προτείνει για τρίτη φορά στη σειρά να βγουν για ένα ποτό. Ήταν ντροπή να την αγνοήσει πάλι. Ο κώδικας καλής συμπεριφοράς που πάντα τον ακολουθούσε πιστά όσον αφορούσε στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν στις γυναίκες άναψε κόκκινο φως. Ήταν επιεικώς απαράδεκτος. Το αναγνώριζε κι ο ίδιος. Η Ορτένσια ήταν πολύ όμορφη και ιδιαίτερα ελκυστική, μια κινητή «σεξοβόμβα» όπως την αποκαλούσαν πίσω από την πλάτη της οι συμφοιτητές του που θα έδιναν τα πάντα για να βγουν έστω και μια βόλτα μέχρι τη γωνία της καντίνας μαζί της.

Δεν ήταν πως αμφισβητούσε τα εξωτερικά της προσόντα ή πως δεν αναγνώριζε πως ήταν ένα πολύ πρόσχαρο και πανέξυπνο κορίτσι. Ίσως να έφταιγε το γεγονός πως δεν του ασκούσε καμία απολύτως ερωτική έλξη. Αναγνώριζε πως ήταν όμορφη και την θαύμαζε αλλά μέχρι εκεί. Του άρεσε όσο μπορούσε να του αρέσει μια απλώς όμορφη γυναίκα. Μέχρι εκεί. Χωρίς να σημαίνει πως ήθελε να τη ρίξει στο κρεβάτι. Για την ακρίβεια το γεγονός αυτό τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Η Ορτένσια δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που θα τον προσέλκυε ερωτικά. Απολάμβανε τις συζητήσεις τους και την παρέα της αλλά τίποτα περισσότερο δεν μπορούσε να του προσφέρει. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και από την πλευρά της. Αρκετές ήταν οι φορές που συνέλαβε το βλέμμα της να τον κοιτά ονειροπόλα και κάποιες άλλες με βλέμμα γεμάτο ηδυπάθεια. Εκείνος ποτέ δεν της είχε δώσει την παραμικρή αφορμή να ελπίζει πως θα μπορούσε η γνωριμία τους να εξελιχθεί σε κάτι άλλο πέρα από μια τρυφερή φιλία.

Ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε απότομα τις σκέψεις του. Η Ορτένσια προέβαλε χαμογελαστή και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.

«You are not ready yet Greek lover?» είπε χαμογελώντας γλυκά και κατευθύνθηκε αμέσως προς τον μαύρο καναπέ.

«If you don’t mind can you bring me something to drink right away? I walked for 45 minutes and I’m so thirsty.”

Ο Αλέξης την κοίταξε αποσβολωμένος και χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να την ρωτήσει τι ήθελε να πιει. Η κατάσταση όπως εξελισσόταν δεν του άρεσε καθόλου. Ήταν ξεκάθαρο πως η κοπέλα ήθελε να περάσουν το βράδυ τους στο διαμέρισμα αντί να βγουν για ποτό. Τα περιθώρια στένευαν επικίνδυνα. Μα πότε θα γύριζε επιτέλους ο συγκάτοικος του από τη δουλειά για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση; Λογικά θα είχε τελειώσει η βάρδια του στο εστιατόριο.

«Well, what’s going on with that drink my Greeky?”,  είπε χαμογελώντας φιλήδονα και σταυρώνοντας προκλητικά τις γυμνές της γάμπες.

Φορούσε μια κοντή μαύρη φούστα και μια ροζ εφαρμοστή μπλούζα που δεν άφηνε πολλά στη φαντασία. Το μαγκιγιάζ της ήταν ανάλαφρο αλλά πολύ προσεγμένο. Οι καστανές μπούκλες της ακουμπούσαν παιχνιδιάρικα το πρόσωπό της. Αδιαμφισβήτητα ήταν μια πάρα πολύ όμορφη γυναίκα. Όμως αδυνατούσε να την δει με τον τρόπο που εκείνη επιθυμούσε. Τα όρια που υπήρχαν μεταξύ τους και τα οποία ο ίδιος είχε θέσει άρχισαν να γίνονται δυσδιάκριτα κι έτοιμα να εξαλειφθούν.

Ήταν άντρας κι εκείνη μια πολύ ωραία κι επιθυμητή γυναίκα. Αν έρχονταν κοντά σε μια στιγμή αδυναμίας δικής του, η σχέση μεταξύ τους θα γινόταν περίπλοκη και ιδιαίτερα άβολη. Η Ορτένσια δεν ήταν απλώς μια τυχαία κοπέλα που συνάντησε ένα βράδυ σε κάποιο μπαρ και δεν θα την έπαιρνε ποτέ ξανά τηλέφωνο. Ήταν συμφοιτήτρια του, είχαν κοινούς φίλους, αντάλλαζαν σημειώσεις. Ολόκληρος ο πυρήνας με το περιβάλλον που τους συνέδεε κινδύνευε να καταρρεύσει. Αν τον άκουγαν οι φίλοι του θα γελούσαν δυνατά κι επιδεικτικά και θα του έλεγαν πως λέει βλακείες και υπερβολές. Εκείνος όμως σκεφτόταν εντελώς διαφορετικά. Σεβόταν ακόμα κάποιες καταστάσεις. Ίσως να ευθυνόταν η διαφορετική του κουλτούρα και ο δικός του κώδικας αξιών γι’αυτό.

Πόσο διαφορετικά θα αισθανόταν αν απέναντι του είχε εκείνη τη σαγηνευτική άγνωστη που είχε γνωρίσει στο εστιατόριο εκείνη τη μέρα. Η γυναίκα αυτή είχε κάνει διάρρηξη στο μυαλό και στην καρδιά του κι ας μην είχαν ανταλλάξει ούτε μια λέξη. Τα σμαραγδένια μάτια της μίλησαν στη ψυχή του μ’ένα και μόνο βλέμμα. Η σκηνή στο εστιατόριο με τον βλάκα τον συνοδό της ζωντάνεψαν στη μνήμη του τη μορφή της. Έπρεπε επειγόντως να την ξαναδεί. Δεν γνώριζε τον τρόπο και το πότε αλλά βαθιά μέσα του ένιωθε πως οι δρόμοι τους θα συναντιόντουσαν ξανά.

Χαμογέλασε αφηρημένα στην Ορτένσια και έβαλε δύο ποτήρια ουίσκι με πάγο κι ευχήθηκε ακόμα μια φορά να μην αργούσε ο συγκάτοικός του να επιστρέψει.

Προτού καν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του, η ευχή του πραγματοποιήθηκε. Ο συγκάτοικος του, ο Ραλφ μπήκε μέσα αγκομαχώντας κρατώντας στα χέρια του αρκετές σακούλες με ψώνια.

«Έλεος βρε αδερφέ πλέον. Δεν είναι ζωή αυτή που ζούμε. Κινούμενα ρομπότ καταντήσαμε σε αυτή τη χώρα. Όλη μέρα στασίδι στη δουλειά και μόλις τελείωσα θυμήθηκα πως ήταν η σειρά μου να ψωνίσω από το σουπερμάρκετ σήμερα. Πήρα το τρένο και στην επιστροφή έκανα εκατό στάσεις με όλα αυτά που κρατούσα στα χέρια μου. Χρειαζόμαστε οπωσδήποτε ένα αμάξι. Έστω και είκοσι χρονών μεταχειρισμένο. Είναι αδύνατο να συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς. Στην Αμερική αν δεν έχεις αυτοκίνητο είσαι τελειωμένος. Ω, με συγχωρείτε. Με έπιασε ακατάσχετη φλυαρία και δεν πρόσεξα πως έχεις παρέα. Και ωραία παρέα μάλιστα. Μην ενοχλείστε καθόλου. Προσποιηθείτε πως δεν είμαι καν εδώ. Θα τακτοποιήσω τα πράγματα στην κουζίνα και θα πάω κατευθείαν στο δωμάτιο μου. Είμαι τόσο κουρασμένος που θα πέσω ξερός κατευθείαν. Ντροπή μου, τόση ώρα μιλάω μόνος μου και δεν έχω καν συστηθεί. Ραλφ», είπε χωρίς να πάρει ούτε μια ανάσα και πρότεινε στην Ορτένσια το χέρι του για χειραψία.

«Ορτένσια Πέρεζ. Είμαστε συμφοιτητές με τον Άλεξ στο Πανεπιστήμιο. Κάνω κι εγώ το μεταπτυχιακό μου στο Διεθνές Δίκαιο. Μα δεν είναι ανάγκη να πας στο δωμάτιο σου. Προς Θεού. Εξάλλου, δεν θα καθήσουμε εδώ. Ήρθα να πάρω τον Άλεξ για να πιούμε κανένα ποτό. Μπορείς να μας κάνεις κι εσύ παρέα αν θέλεις.», απάντησε χαμογελώντας του καλόκαρδα. Της άρεσαν πολύ οι ανοικτοί και πρόσχαροι άνθρωποι.

«Αλήθεια Ραλφ, θα πάμε στου Frankies για ποτό. Είναι Τρίτη βράδυ σήμερα και ευτυχώς δεν θα έχει πολλή κίνηση όπως τα Σαββατοκύριακα που γίνεται χαμός. Έλα κι εσύ μαζί μας. Θα είναι πολύ χαλαρά.», αποκρίθηκε ο Αλέξης πλήρως ανακουφισμένος που ο συγκάτοικος του έκανε τελικά την εμφάνισή του και ανέτρεψε τα όποια πονηρά σχέδια της Ορτένσιας. Τουλάχιστον τώρα η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται κατά κάποιο τρόπο. Στο μπαρ δεν θα ήταν αναγκασμένος να αποκρούσει κάποια περίεργη πρόκληση από μέρους της.

«Ευχαριστώ πολύ και τους δυο σας για την πρόσκληση αλλά είμαι τόσο πολύ κουρασμένος που ονειρεύομαι από τώρα το κρεβάτι μου με τα λευκά του σεντόνια και το μαλακό του στρώμα. Να πάτε οι δυό σας και να περάσετε καλά. Θα τα ξαναπούμε κι άλλη φορά Ορτένσια ελπίζω. Να έρθεις εδώ για φαγητό και να σας μαγειρέψω την σπεσιαλιτέ μου. Φτιάχνω φοβερά spaghetti meatballs. Θα σου μείνουν αξέχαστα. Δεν έχεις φάει πουθενά καλύτερα στο υπογράφω όσες φορές θέλεις.. Θα με θυμηθείς. Άλλωστε φαίνεται κι από την υπέρλαμπρη σιλουέτα μου», τόνισε δείχνοντας τη στρογγυλή κοιλιά του.

«Κατάλαβα. Δεν πρόλαβε να σε γνωρίσει κι άρχισε τις καυχησιολογίες για τις μαγειρικές του ικανότητες. Πάντα τα ίδια λέει σε όλους. Μην τον παρεξηγείς. Είναι λιγάκι στον κόσμο του», είπε ο Αλέξης περιπαικτικά απευθυνόμενος στην Ορτένσια.

«Ζηλεύει φριχτά. Δεν αντέχει την ισχυρή μου προσωπικότητα επειδή ο ίδιος είναι εντελώς υποτονικός και βαρετός. Απορώ τι του βρίσκεις και βγαίνεις μαζί του. Χίλιες φορές προτιμότερο να περνούσες τη μέρα σου κλεισμένη στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Μην βλέπεις εμένα. Τον αντέχω επειδή είμαι ένας πολύ καλός και υπομονετικός άνθρωπος.», αστειεύτηκε ο Ραλφ και ξέσπασαν και οι τρεις στα γέλια.

«Εγώ πάντως θα τιμήσω την πρόσκληση σου για δείπνο και θα έρθω να μου φτιάξεις τη φοβερή σπεσιαλιτέ σου. Είμαι σίγουρη πως θα είναι απίθανη. Ο καλός μάγειρας φαίνεται από μίλια μακριά. Χάρηκα πάρα πολύ που σε γνώρισα Ραλφ. Την επόμενη φορά θα έχουμε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας. Καλό σου βράδυ».

Η Ορτένσια τον φίλησε στο μάγουλο και τον αγκάλιασε εγκάρδια για αποχαιρετισμό. Συμπάθησε πολύ αυτόν τον ευχάριστο κι ευφυή συγκάτοικο του Άλεξ. Κάτι μέσα της της έλεγε πως θα γίνονταν πολύ καλοί φίλοι οι δυό τους και θα την βοηθούσε να έρθει πιο κοντά με τον Άλεξ που τόσο πολύ της άρεσε αλλά έμοιαζε με απόρθητο φρούριο.

Ο Ραλφ την κοιτούσε και σκέφτηκε πόσο ωραία θα ήταν αν ο ίδιος εκείνος που θα την συνόδευε για ποτό αντί ο συγκάτοικος του. Γνώριζε τον Αλέξη πολύ καλά και αυτό που διαπίστωνε από το ύφος και τις αντιδράσεις του ήταν πως η έξοδος του με την πανέμορφη μελαχρινή ήταν για εκείνον καταναγκαστικά έργα. Δεν μπορούσε με τίποτα να  κατανοήσει την αντίδρασή του. Η φύση του είχε παραχωρήσει απλόχερα όλα όσα θα ευχόταν να έχει ένας άνθρωπος. Κοφτερό μυαλό, μόρφωση, ευθυτενές και αθλητικό σώμα, ένα πρόσωπο που έμοιαζε ζωγραφισμένο από το χέρι του Μιχαήλ Άγγελου και που παράλληλα εξέπεμπε ένα ερωτισμό που ξετρέλαινε τις γυναίκες και ένα ειλικρινή και καλόβολο χαρακτήρα.

Ο συγκάτοικος του είχε όλα τα προτερήματα που λαχταρούσε να έχει και ο ίδιος αλλά η φύση στη δική του περίπτωση δεν υπήρξε το ίδιο γενναιόδωρη. Ο Ραλφ ήταν μεσαίου αναστήματος με στρογγυλό σώμα και πρόσωπο που δεν μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει ωραίο αλλά επιεικώς συμπαθητικό. Καταγόταν από την Βιρτζίνια και είχε μετακομίσει στο Νιου Τζέρσει πέντε χρόνια πριν για μια καλύτερη ζωή. Παρακολουθούσε αραιά και που κάποια μαθήματα γραφιστικής σε ένα κολλέγιο ενώ παράλληλα δούλευε ως σερβιτόρος σε ένα πολυτελές εστιατόριο. Ευτυχώς οι απολαβές ήταν εξαιρετικά καλές καθώς τα φιλοδωρήματα των πελατών ήταν γενναία κι έτσι ο Ραλφ μπορούσε να ζει αξιοπρεπώς και παράλληλα να βοηθά και την οικογένειά του που είχε άμεσα την ανάγκη του. Η δουλειά ήταν σκληρή κι επίπονη και οι ώρες ατελείωτες. Εργαζόταν περίπου δώδεκα ώρες τη μέρα και κάποιες βδομάδες από τον φόρτο εργασίας δεν μπορούσε να πάρει ούτε ρεπό. Όμως δεν παραπονιόταν, δούλευε αγόγγυστα και αδιαμαρτύρητα καθώς θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό που είχε κατορθώσει να προσληφθεί στο εστιατόριο και να βοηθά τους γονείς του.

Τον Αλέξη τον αγαπούσε σαν αδελφό του. Από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε, του έκανε εντύπωση ο εύθυμος χαρακτήρας του και η ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ που τον χαρακτήριζε. Συγκατοικούσαν δύο χρόνια και μοιράζονταν όλα τα έξοδα. Όταν μάλιστα χρειάζονταν κάποιες φορές σερβιτόρο στο εστιατόριο, ο Ραλφ πρότεινε πάντα τον Αλέξη επειδή ήξερε πόσο πολύ είχε ανάγκη τα χρήματα.Το ίδιο πίστευε ότι αισθανόταν και ο Αλέξης γι’αυτόν. Του το είχε απόδειξει εμπράκτως άπειρες φορές.

Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν εννέα το βράδυ και εκείνος είχε την αίσθηση ότι ήταν ήδη μεσάνυχτα.

«Γέρασα», μονολόγησε στον εαυτό του και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα του. Ήταν τόσο κουρασμένος που δεν είχε καν το κουράγιο να κάνει ντους. Ανυπομονούσε να βυθιστεί στην αγκαλιά του Ορφέα και να ονειρευτεί την όμορφη Ορτένσια. Άλλωστε μόνο στα όνειρα μπορούσε να την αγγίζει.

Κάποτε είχε διαβάσει μια ρήση του Λα Ροσφουκό που έλεγε «Η χαρά του έρωτα είναι ν’αγαπάς, και ευτυχεί κανείς με το πάθος που έχει παρά με αυτό που εμπνέει.»

«The story of my life», μονολόγησε αναστενάζοντας και έκλεισε το φως.