Γράφει ο Ερμής:

Πετά, λένε, ο χρόνος. Φεύγει, χάνεται και ό,τι παίρνει μαζί του γίνεται αρχικά αναπόληση και αργότερα μύθος που κανείς δεν ξέρει αν ήταν αληθινός ή απλώς ένα όνειρο που κάποιος θέλησε να πιστέψει σ’ αυτό.

Κάπως έτσι συνέβη και με μια ιστορία αγάπης που έκρυβε τόση δύναμη μέσα της που όσοι δεν τη βίωσαν, τη ζήλεψαν και την υποβίβασαν σε παραμυθένια λόγια.

Αφηγούνται λοιπόν πως μια φορά και έναν καιρό ζούσαν δυο νέοι και ερωτευμένοι τσιγγάνοι, ο Νικολάι και η Βιλελμίνα.

Εκείνος ήταν ένας αυθόρμητος και καλόκαρδος βιολιστής που του άρεσε η διασκέδαση και το γλέντι, ενώ εκείνη απέπνεε έντονο μυστήριο που οφειλόταν από τη μια πλευρά στην τελειότητα της μορφής της και από την άλλη στη μαγική τέχνη που εξασκούσε.

Το ζευγάρι είχε μετατρέψει σε σπίτι του μια ξύλινη άμαξα που ήταν βαμμένη με πολύχρωμα χρώματα και με αυτή μετακινούταν από χώρα σε χώρα και από Πολιτεία σε Πολιτεία ακολουθώντας το καραβάνι της φυλής του.

Οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι και τίποτα δεν σκίαζε τη χαρά τους. Αλλοίμονο όμως!!! Ήρθε κάποτε η στιγμή που τα σύννεφα σκοτείνιασαν τον ουρανό τους….

Ένας πλούσιος άρχοντας που αντίκρισε τη Βιλελμίνα, αποφάσισε να την κάνει δική του, αλλά εκείνη δεν θα πρόδιδε ποτέ τον Νικολάι και γι’ αυτό αρνήθηκε και τα δώρα και τις προτάσεις του άρχοντα, που θύμωσε, την άρπαξε με τη βία και την κλείδωσε σ’ έναν πύργο που βρισκόταν στο βάθος του δάσους.

Μάταια ο Νικολάι προσπάθησε να την ελευθερώσει. Ο πύργος φρουρούταν από άγρια σκυλιά και μισθοφόρους που δεν επέτρεπαν σε κανέναν να πλησιάσει.

Ήταν εντελώς μόνος και αβοήθητος, γιατί ακόμα και τα μέλη της φυλής του προτίμησαν να πάρουν τα χρήματα που τους έδωσε ο άρχοντας και να φύγουν.

Πέρασε ένας χρόνος και ο Νικολάι δεν είχε κατορθώσει να βρει λύση στο πρόβλημά του. Είχε κατασκηνώσει με την άμαξά του – όσο το δυνατόν πλησιέστερα του πύργου – και τις νύχτες έπαιζε με το βιολί του τους αγαπημένους σκοπούς της Βιλελμίνας.

Ωστόσο, ενώ στο παρελθόν η μουσική του ήταν χαρούμενη και ενθουσιώδης, τώρα οι νότες ήταν άτονες και θλιμμένες.

«Είναι άδικο. Ο άρχοντας δεν έχει δικαίωμα να κρατά φυλακισμένη τη Βιλελμίνα», σκέφτηκαν τα ζώα του δάσους που λυπήθηκαν τον Νικολάι και γι’ αυτό αποφάσισαν να δράσουν.

Συγκεντρώθηκαν λοιπόν και οι λύκοι επιτέθηκαν στα σκυλιά, ενώ τα υπόλοιπα ζώα κατατρόπωσαν τους φρουρούς. Τα δε τρωκτικά έσκαψαν τα θεμέλια του πύργου, ο οποίος σύντομα γκρεμίστηκε και έγινε ένας άμορφος σωρός από πέτρες.

Ο άρχοντας θάφτηκε μέσα στην ίδια τη φυλακή του, ενώ η Βιλελμίνα πρόλαβε να απελευθερωθεί κατεβαίνοντας από μια σκάλα που είχαν υφάνει οι αράχνες.

Όταν ο Νικολάι την είδε να στέκεται μπροστά του, δεν πίστευε ότι το μαρτύριό τους είχε τελειώσει.

Ευχαρίστησε τα ζώα που την είχαν οδηγήσει κοντά του και έπειτα την αγκάλιασε και της ορκίστηκε ότι δεν θα χωρίσουν ποτέ ξανά.

Τα χρόνια πέρασαν και κύλησαν όπως το νερό στο ποτάμι. Η ιστορία ξεχάστηκε και δεν υπάρχει τίποτα πια για να τη θυμίζει, παρά μονάχα ένας πέτρινος σωρός που κάποιοι ισχυρίζονται ότι κάποτε ήταν πύργος….

Συνταγή της Αμβροσίας: Ερωτική αμβροσία

Υλικά:

½ κιλό χρωματιστές πένες (μακαρόνια)

3 καβούρια

3 καραβίδες

3 φρέσκα κρεμμυδάκια (μόνο το άσπρο μέρος)

2 – 3 ραπανάκια

4 – 5 κλαδάκια άνηθος

Λίγη ρόκα

10 – 15 χρωματιστά ντοματίνια (κόκκινα – κίτρινα – μωβ)

Για τη σως:

1 φλιτζανάκι του καφέ λάδι

1 κουταλιά της σούπας πικάντικη μουστάρδα

Άσπρο ξίδι μπαλσάμικο

Αλάτι – πιπέρι

Εκτέλεση:

Βράζουμε και στραγγίζουμε τα μακαρόνια. Πλένουμε, καθαρίζουμε, βράζουμε και ψιλοκόβουμε τα καβούρια και τις καραβίδες. Πλένουμε και ψιλοκόβουμε τα λαχανικά.

Ετοιμάζουμε τη σως ανακατεύοντας όλα τα υλικά.

Στη συνέχεια τοποθετούμε σε μια σαλατιέρα τα μακαρόνια, τα θαλασσινά και τα λαχανικά και τα ανακατεύουμε. Περιχύνουμε με τη σως και ανακατεύουμε ξανά.

Πίνακας: Unknown title, Jesús Helguera.