από τη Χριστίνα Καπράλου.

Εκεί στα βάθη του Ωκεανού ξεχασμένο από τον χρόνο και τους ανθρώπους άπλωνε την άμορφη μάζα του ένα ναυάγιο.

Σκαρί μεγαλεπήβολο….περασμένα μεγαλεία…δόξες….

Άρχοντες και κυρίες του καλού κόσμου πέρασαν από τα σαλόνια του. Αστραφτερά χαμογέλα χρυσάφια και  διαμάντια καθρεφτίστηκαν κάτω από τους πολυέλαιους του.

Πάνω στην κουπαστή της τρίτης σκάλας δεξιά που οδηγούσε στο πάνω σαλόνι ,ανάμεσα σε φύκια και κοράλλια ήταν ξεχασμένο ένα κλειδί περασμένο σε μια αλυσίδα.

Κλειδί και αλυσίδα- αλυσίδα και κλειδί κρυμμένα φυλαγμένα ξεχασμένα από Θεό και ανθρώπους.

Τα ψάρια που πέρναγαν πλάι τους έπαιζαν με την ουρίτσα τους χτυπώντας ρυθμικά την άκρη της αλυσίδας.

Οι αστερίες και τα χταπόδια τέντωναν τα ποδαράκια τους για να αγγίξουν  το κλειδί.

Μια σκανταλιάρα γαριδούλα κάνοντας νάζια στον γαριδούλη της του ζήτησε εκείνο το κλειδί με εκείνη την αλυσίδα δώρο για την επισφράγιση του αιώνιου έρωτά τους. Και ο γαριδούλης σαν παλληκαράς που ήταν της είπε με πυγμή και θάρρος.

«Δικό σου μάτια μου το κουτί ολάκαιρο που ανοίγει αυτό το κλειδί και όχι το κλειδί μοναχό του.»

Και βουτώντας  στα βαθειά με αλυσίδα και κλειδί περασμένα στον λαιμό του βάλθηκε να βρει το σεντούκι – το κουτί – το θησαυροφυλάκιο – την μυστική κρύπτη μαζί με το πολύτιμο περιεχόμενο της.

Η πρώτη του στάση στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο του ναυαγισμένου καραβιού. Άδικος κόπος – μάταιη προσπάθεια.

Ο γαριδούλης συνέχισε ακάθεκτος την αναζήτησή του. Μια κλειδωμένη ντουλάπα σε μια γυναικεία κρεβατοκάμαρα  ήταν ο επόμενος σταθμός…..μάταιη  στάση και αυτή.

Βουτιές και ξανά βουτιές και αγωνία και φόβος στα σκοτάδια αλλά η επιθυμία λάβαρο και η υπόσχεση δέσμευση.

«Θα σε βρω – ναι θα σε βρω» ‘έλεγε και ξανάλεγε ο γαριδούλης. Αποκαμωμένος καθώς ήταν ξάπλωσε κάτω από ένα κοράλλι και ο ύπνος ήρθε γλυκός και τον πήρε.

Ψάρια και αστακοί και χταπόδια και αχιβάδες πέρναγαν δίπλα του και μικρά κυματάκια του βυθού  παράσερναν  στο πέρασμά  τους  μικρά και  μεγάλα αντικείμενα.

Ένα παπούτσι, ένα ρολόι, ένα βάζο, δυο κουτάλια, τρείς πίνακες ζωγραφικής και ένα χρυσό ολόχρυσο λαμπερό κλουβί.

Το κλουβί ήρθε και κάθισε δίπλα στον γαριδούλη που ξύπνησε τρομαγμένος από τον ήχο του.

Ένα ολόχρυσο κλουβί με μια ολόχρυση κλειδαριά και ένα κουδουνάκι στην κορυφή του.

Ο γαριδούλης με μίας δοκίμασε το κλειδί στην κλειδαριά…και….και….να   το θαύμα έγινε.

Η πορτούλα άνοιξε και ο γαριδούλης αντιμέτωπος με το απόλυτο τίποτα.

Και τώρα; Αναρωτήθηκε.

Η υπόσχεση που της έδωσα;  Τι να της πάω μωρέ που της έταξα θησαυρούς ολάκαιρους;

Tι να της πω ο κακότυχος με τούτο το κακό που με βρήκε; 

Ο γαριδούλης έβαλε στην πλάτη του το χρυσό κλουβί και βουτιά την βουτιά,  απλωτή την απλωτή πήρε τον δρόμο της επιστροφής γεμάτος ντροπή και απόγνωση.

Θάλασσα έπαιρνε, θάλασσα άφηνε… κύμα το κύμα βότσαλο το βότσαλο πήγαινε και σκεφτόταν.

Να γεμίσω το κλουβί με τον πρώτο θησαυρό που θα βρω σε εκείνο το ναυάγιο….. Μα δεν ξέρω θα με πιστέψει…. Να αιχμαλωτίσω έναν ιππόκαμπο να της τον κάνω δώρο να έχει ένα άλογο δικό της; Μα άλογο σε κλουβί;

Nαα βρω μια γοργόνα να την αιχμαλωτίσω στο κλουβί; Μα τι λέω ο μπουμπούνας….

Να βγάλω την καρδιά μου να την κρύψω στο χρυσό κλουβί και να της την κάνω δώρο….

Νααααααα βρω ένα χαμόγελο να το ξεγελάσω να το βάλω στο άδειο κλουβί….

Το παραμιλητό του αδιάκοπο, οι σκέψεις του χείμαρρος…. Ένα κύμα μπαμπέσικο έσκασε με δύναμη στον πλαϊνό βράχο….Το  κλουβί κύλησε ο βυθός αναταράχτηκε ο γαριδούλης έχασε κάθε οπτική του επαφή με το περιβάλλον.

Σαν άνοιξε τα ματάκια του είδε γύρω του κάγκελα. Έβλεπε τον κόσμο μέσα από χρυσά κάγκελα…. Χριστουλάκο  μου! …..είπε πανικόβλητος….Tι έπαθα ο κακότυχος!

Την  επόμενη φορά που άνοιξε τα ματάκια του την είδε μπροστά του….. Στεκόταν έξω από το χρυσό κλουβί με τα ματάκια της γεμάτα απορία και ένα χαμόγελο γεμάτο αγάπη.

Χωρίς κουβέντα πέρασε την πόρτα και βρέθηκε και αυτή πίσω από τα χρυσά κάγκελα.

Αγάπη μου! Του είπε.

Δίκιο έχεις αγάπη μου! Εσύ είσαι το πολυτιμότερο δώρο του κόσμου.

Μα και οι δύο μαζί με την αγάπη μας σύντροφο κάνουμε τον μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου.

Είσαι τρελή! Της είπε. Έκλεισες την πόρτα πίσω σου και τώρα πως θα βγούμε από εδώ;

Πανικόβλητος ο μαριδούλες κολυμπούσε σαν τρελός μέσα στο κλουβί αγγίζοντας τα χρυσά κάγκελα.

Κακούργα με φυλάκισες! Της είπε με θυμό.

Η γαριδούλα  έκπληκτη δεν πίστευε στα αφτιά της. Που πήγε η αγάπη του; Που πήγε η τρυφερότητα και η στοργή του;

Το χρυσό κλουβί από καταφύγιο   αγάπης μεταμορφώθηκε  με μιας σε φυλακή.

Ο  θυμός μεταμόρφωσε τα χρυσά κάγκελα σε αδιαπέραστο τοίχο.

Τα δάκρυα της γαριδούλας πολλά όλο και πιο πολλά και η στάθμη να ανεβαίνει και το οξυγόνο να λιγοστεύει θανάσιμα.

Με κορόιδεψες! Με εξαπάτησες! Με άφησες να ονειρεύομαι και μου έδωσες με μιας το όνειρο πίσω άδειο άχρωμο άοσμο.

Και η στάθμη από τα δάκρυα όλο και ανέβαινε και ο γαριδούλης πανικόβλητος ένοιωθε το τέλος να έρχεται.

Και εσύ που διαβάζεις  τούτες τις γραμμές θα απορείς αν πνίγονται οι γαρίδες και τα ζωντανά της θάλασσας.

Η ζωή με έμαθε πως η αγάπη μπορεί να πνίγει κάθε μορφής ζωή που κινείται πάνω στην Γή, πετάξει στον ουρανό η κολυμπάει στην θάλασσα.

Δύστυχοι αυτοί που την δύναμή τους δεν κατάλαβαν και τον κίνδυνο της δεν ένοιωσαν.

Εμένα που με βλέπετε μια μέρα που έπεσα στην θάλασσα να πνιγώ από την αγάπη που έχασα σκόνταψα πάνω στο χρυσό κλουβί και τους είδα….Τους  είδα σας λέω με τα ίδια μου τα μάτια.

Δυο μεταλλαγμένα   τέρατα της θάλασσας   άσχημα και κακιασμένα  πνιγμένα στον θυμό και τις μομφές ο ένας για τον άλλο.

«Το σπίτι με πνιγεί, οι τοίχοι δεν με χωρούν» μονολογούσε η κυρά ασχημογαρίδα.

«Δεν με χωρά ο τόπος μια μέρα θα φύγω» κρυφομουρμουραγε ο κυρ ασχημογαρίδος.

Τι κι αν το χρυσό κλουβί  γέμισε  με παιδιά γαριδόπουλα τι και αν οι δύο  έγιναν  πολλοί.

Μια φυλακή το σπίτι τους και η ζωή τους- μια φυλακή και ο κόσμος έξω από το κλουβί.

-Να φύγεις!

Θα φύγω!

Φύγε!

Έφυγα μα δεν ξέφυγα!

Έφυγες  μα δεν ξέφυγες!