από την Άρια Σωκράτους.

«Δεν με θέλει Ντόροθι. Η κόρη μου με μισεί. Είδα το μίσος και την οργή στα μάτια της. Ένας ξένος είμαι γι’αυτήν. Ένας απεχθής ξένος που σιχαίνεται. Έχασα το παιδί μου, Θέε μου. Το έχασα για πάντα».

Ήταν καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας κρατώντας με απελπισία το κεφάλι του. Προσπαθούσε ανεπιτυχώς να κρύψει τα δάκρυα που τον πρόδωσαν αναβλύζοντας από τα μάτια του. Ποτέ δεν ήταν ικανός να κρύψει τα συναισθήματα του. Το πρόσωπο του ήταν ένας καθρέφτης καταιγισμού συναισθημάτων.

«Σε παρακαλώ, ηρέμησε. Δεν αντέχω να σε βλέπω να καταρρακώνεσαι με αυτό τον τρόπο. Γιατί πήγες εκεί αγάπη μου; Ήταν μεγάλο λάθος. Δεν της έδωσες καν την ευκαιρία να προετοιμαστεί ψυχολογικά. Γι’αυτό αντέδρασε έτσι. Δεν σε μισεί ούτε σε απεχθάνεται. Άμυνα ήταν. Η άμυνα ενός πληγωμένου παιδιού.»

«Η άμυνα προυποθέτει επίθεση. Δεν της επιτέθηκα Ντόροθι. Τη επισκέφθηκα με τις καλύτερες προθέσεις. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει όταν την είδα να μπαίνει μέσα στο σπίτι. Δέκα ολόκληρα χρόνια είχα να τη δω. Δεν είμαι τέρας. Είμαι ο πατέρας της. Είναι το μοναχοπαίδι μου και την αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο. Μια ευκαιρία να της εξηγήσω μόνο ζητάω. Τίποτα άλλο. Μόνο μια ευκαιρία.»

«Πρέπει να την καταλάβεις. Εκείνη δεν γνωρίζει τίποτα από όλα όσα έγιναν. Βρίσκεται στο σκοτάδι. Τόσο εσύ όσο και η μητέρα της δεν την οδηγήσατε ποτέ στο φως. Ζούσατε και οι τρεις στη σιωπή. Η σιωπή όμως είναι αυτή που κάνει τον μεγαλύτερο κρότο.»

Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε με θέρμη ακουμπώντας το μάγουλο της στην κορυφή του κεφαλιού του. Τον κοίταξε και η καρδιά της άρχισε να πάλλεται με ακανόνιστους ρυθμούς. Η καταρράκωση του την διέλυε. Έμοιαζε μ’ένα τρομαγμένο παιδί χαμένο σε λαβύρινθο. Τόσο εύθραυστος και ευάλωτος. Τον αγαπούσε όσο ακριβώς και τότε που τον γνώρισε. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ολόκληρη η ζωή της. Δεν άντεχε να τον βλέπει σε αυτή την κατάσταση. Ενδόμυχα ήταν οργισμένη με εκείνη που το φάντασμά της ορθωνόταν απειλητικά ανάμεσα τους ακόμα μια φορά. Πώς μπορούσε να πολεμήσει κανείς μια άυλη παρουσία; Η σκιά της στοίχειωνε τη ζωή και τα όνειρά της. Αισθανόταν σαν να βρισκόταν σε μόνιμη θέση μάχης με ένα  εχθρό, ο οποίος δεν ήταν ούτε ορατός ούτε απτός. Για χρόνια ήταν θυμωμένη με την καταλυτική ανάμνηση της που καταλάμβανε τα όνειρα και τους εφιάλτες του. Αργότερα εξοργιζόταν με τον εαυτό της που ζήλευε απελπισμένα μια γυναίκα που δεν υπήρχε πια στη ζωή.

Μια γυναίκα που δεν υπήρχε μεν στη ζωή αλλά κυρίευε τις σκέψεις του. Μέσα του ήταν στοιχειωμένος από την παρουσία της που καταλάμβανε κάθε κύτταρο του. Η μορφή της τον καταδίωκε στον ύπνο και στην καθημερινότητά του. Πόσες φορές δεν τον άκουσε να φωνάζει στη μέση της νύχτας το όνομα της και άλλες τόσες να ξυπνάει κάθιδρος και να τρέμει σύγκορμος; Κάθε φορά που του έκανε νύξη, εκείνος άλλαζε θέμα απότομα και την απέφευγε όλη την υπόλοιπη μέρα. Ύψωνε ένα αδιόρατο τείχος ανάμεσα τους κι εκείνη ένιωθε πλήρως ανήμπορη και ανίκανη να το γκρεμίσει. Μέσα της παρακαλούσε να ξημέρωνε μια μέρα όπου η απειλή της σκέψης της να μην υπήρχε πια. Το οξύμωρο ήταν πως ποτέ στη ζωή της δεν είχε γνωρίσει από κοντά τη γυναίκα που έμελλε να γίνει ο χειρότερος της εφιάλτης. Όταν γνώρισε τον Τομ, εκείνη είχε ήδη πεθάνει κι εκείνος καταρρακωμένος έβρισκε κάθε βράδυ καταφύγιο στο Scotty’s, την μπυραρία που δούλευε ως μπαργούμαν. Η γνωριμία τους δεν διαπνεόταν από ίχνος ρομαντικής χροιάς. Ήταν απλώς μια τυχαία συνύπαρξη δύο ναυαγών της ζωής που αποφάσισαν να ενώσουν τις μοναξιές τους.

Εκείνη ήταν χωρισμένη και μητέρα ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, το οποίο μεγάλωνε εντελώς μόνη χωρίς βοήθεια από πουθενά. Ο πρώην άντρας της μπαινόβγαινε σε κέντρα αποτοξίνωσης και δεν μπορούσε να συντηρήσει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό. Αρκετές φορές είχε επιδείξει βίαιη και άκρως επιθετική συμπεριφορά τόσο προς εκείνη όσο και ως προς το παιδί τους, με αποτέλεσμα η Ντόροθι να προβεί σε περιοριστικά μέτρα εναντίον του. Τα τελευταία χρόνια η κόρη της δεν έβλεπε καθόλου τον πατέρα της, γεγονός που προβλημάτιζε από τη μία την Ντόροθι επειδή ανησυχούσε αν η απουσία του πατέρα στη ζωή της της δημιουργούσε δυσαναπλήρωτα κενά τα οποία θα εκδηλώνονταν στη συνέχεια αλλά από την άλλη πλευρά ένιωθε μια μεγάλη ανακούφιση. Η σχέση του Τομ μαζί της ήταν κάτι πολύ ζεστή και τρυφερή και την χαροποιούσε ιδιαίτερα. Η μικρή λάτρευε να περνάει τον ελεύθερο της χρόνο μαζί του και να πηγαίνουν για ψάρεμα και να κάνουν όλοι μαζί μπάρμπεκιου στην αυλή κάθε Κυριακή. Όσο καλός και άψογος κι αν ήταν όμως απέναντί της ο Τομ, δεν ήταν ο πατέρας της και η Βερόνικα το γνώριζε πολύ καλά αυτό. Τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα και τον σύστηνε στις συμμαθήτριες της ως ένα μεγάλο και πολύ καλό της φίλο.

Η Ντόροθι ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον τρόπο που εκείνος συμπεριφερόταν στο παιδί της. Γνώριζε πως βαθιά μέσα του αναπλήρωνε κι εκείνος ένα βαθύ και χαώδες κενό, κατάλοιπο της φυγής της δικής του κόρης. Ποτέ  δεν μίλησε ούτε διαμαρτυρήθηκε για την απότομη και βίαιη διαγραφή του από τη ζωή της χωρίς καν ένα ίχνος αποχαιρετισμού.

Ο πόνος του ήταν βουβός, σιωπηλός, αθόρυβος όσο και ο απαλός αέρας το χάραμα του φθινοπώρου. Όσα αρνούνταν να πουν τα χείλη του τα έλεγαν τα μάτια του. Εκείνα τα πελώρια και σχεδόν διάφανα γαλανά μάτια που την κοιτούσαν με ζωγραφισμένη πάνω τους την απορία ενός πεντάχρονου παιδιού.  Πάντοτε λιγομίλητος και εσωστρεφής προτιμούσε να παλεύει μόνος με τους εσωτερικούς του δαίμονες. Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης δεν το μάθαινε ποτέ, όμως μπορούσε να το μαντέψει από τις σφιγμένες του γροθιές, τα άδεια μπουκάλια μπίρας που ήταν πεταμένα στον κάδο της ανακύκλωσης και το βλέμμα του. Εκείνο το φουρτουνιασμένο πονεμένο του βλέμμα που δεν μιλούσε ποτέ κι όμως ήταν τόσο φλύαρο.

Ποτέ δεν έμαθε το πως και το γιατί. Ποτέ δεν της εξήγησε, ποτέ της δεν τον ρώτησε. Η μάχη με τις Ερινύες ήταν αποκλειστικά δική του, ένα πικρό επτασφράγιστο μυστικό. Το όνομα εκείνης δεν αναφερόταν ποτέ στις συζητήσεις τους. Το απέφευγε επιμελώς σαν ένα αυστηρώς απαγορευμένο θέμα. Το ίδιο και η Ντόροθι που αισθανόταν ολοένα και πιο πολύ ότι το πέπλο μυστηρίου γύρω από το άτομο της, προσέδιδε σε εκείνη μια απόκοσμη και μυθική διάσταση που η ίδια δεν θα αποκτούσε ποτέ. Εκείνες τις στιγμές τη ζήλευε και τη μισούσε ακόμα πιο πολύ.Ένιωθε πως βυθιζόταν σταδιακά και σταθερά στον ίλιγγο της παραφροσύνης. Να μισεί μια νεκρή γυναίκα. Κι όμως θα προτιμούσε να ζούσε, να ήταν όπως στις φωτογραφίες, πανέμορφη και αιθέρια με την αλαβάστρινη, λευκή επιδερμίδα και τα θεία χαρακτηριστικά που έμοιαζαν σαν να ήταν ζωγραφισμένα από  χέρι ζωγράφου μοναδικής και κορυφαίας τεχνοτροπίας.

Παρακαλούσε να ήταν ζωντανή κι ας ήξερε πως θα ήταν καταδικασμένη για όλη της τη ζωή σε μια μεταξύ τους αναμέτρηση. Είχε πλήρη επίγνωση της επιεικώς μέτριας εμφάνισης της με τα αδιάφορα χαρακτηριστικά και της σχεδόν ανύπαρκτης μόρφωσης της. Στη ζωή της αν έμαθε να κάνει κάτι καλά, αυτό ήταν να ζει και να πορεύεται χέρι χέρι με τις ανεπάρκειες και τις ανασφάλειές της. Αυτή ήταν και το είχε πλέον αποδεχτεί. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αλλάξει, τίποτα τουλάχιστον που να εμπίπτει μέσα στη σφαίρα των δυνατοτήτων της. Ήξερε να αγκαλιάζει και να αποδέχεται τα ελαττώματα της, να γίνεται ένα μαζί τους. Αυτή ήταν και η γοητεία της, όπως έλεγε ο Τομ.

Έμαθε να αποδέχεται τον εαυτό της και να πορεύεται μαζί του και να προσποιείται πως δεν υπήρχε παρελθόν ή έστω κι αν υπήρχε, ήταν τόσο μακρινό που δεν επηρέαζε πια τη ζωή τους. Όμως στη ζωή γίνεται σχεδόν πάντα με μαθηματική ακρίβεια αυτό το οποίο απεύχεσαι με όλη σου τη δύναμη. Ο ερχομός της κόρης του ζωντάνεψε τις σκοτεινές του μνήμες και μαζί τον χειρότερό της εφιάλτη. Η μορφή της νεκρής γυναίκας του ορθωνόταν απέναντι της πιο απειλητική από κάθε άλλη φορά.

Μέσα της ανάβλυζε απύθμενη οργή και θυμός. Οργή για την κόρη του που εμφανίστηκε από το πουθενά στο οποίο ήταν χαμένη και μαζί της επανέφερε όλες εκείνες τις μνήμες που είχε ο Τομ πριν από εκείνη, θυμό με τον Τομ που ποτέ δεν έκλεισε την πόρτα της καρδιάς του στο παρελθόν και βίωνε την άρνηση του παρόντος, θυμό αναμεμιγμένο με οίκτο για τον εαυτό της που ήταν τόσο αδύναμη, ευάλωτη και παθητική. Θύμωνε με την προσοχή με την οποία διάλεγε την κάθε λέξη προκειμένου να μην τον ανησυχήσει, την αθόρυβη και παρασκηνιακή παρουσία της στη ζωή του σε ένα ρόλο κομπάρσου με κακοφορεμένο κοστούμι και την αδυναμία της να εκφράσει έστω για μια και μοναδική φορά τις επιθυμίες της.

Ένα συνονθύλευμα αρνητικών συναισθημάτων που σαν ορμητικό κύμα παρέσυρε τα πάντα. Γνώριζε πως δεν διέθετε τα πνευματικά εφόδια να σταθεί επάξια δίπλα του. Ποτέ δεν της άρεσε το διάβασμα. Με το ζόρι αποφοίτησε από το λύκειο και δεν πήγε ποτέ στο πανεπιστήμιο. Και να το επιθυμούσε όμως, τα οικονομικά μέσα της οικογένειάς της δεν το επέτρεπαν. Από έφηβη ξεκίνησε να δουλεύει σερβιτόρα σε ντάινερς για να βγάζει τα προσωπικά της έξοδα. Ο πατέρας της είχε ανέκαθεν πρόβλημα αλκοολισμού και εργαζόταν μόνο σε εποχιακές δουλειές από τις οποίες τον απέλυαν με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ η μητέρα της εργαζόταν για χρόνια σε ένα πολυκατάστημα από το οποίο έπαιρνε τον κατώτατο μισθό. Η οικονομική τους κατάσταση ήταν κάτι περισσότερο από τραγική. Ο μεγάλος της αδελφός είχε φύγει πολύ νωρίς από το σπίτι και ζούσε σε άλλη Πολιτεία. Δεν τους επισκεπτόταν σχεδόν ποτέ. Σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ οικογένεια. Νέα του μάθαιναν πλέον πολύ σπάνια. Είχε παντρευτεί και είχε ήδη ένα παιδί το οποίο δεν γνώρισαν ποτέ. Σε πολύ νεαρή ηλικία η Ντόροθι γνώρισε τον Τζεφ, τον πρώην σύζυγό της. Ήταν τακτικός πελάτης σε ένα από τα ντάινερ που δούλευε. Το φλερτ του ήταν άγαρμπο αλλά επίμονο. Δεν τον ερωτεύτηκε ποτέ με την ακριβή σημασία της λέξης. Απλως τη δεδομένη στιγμή της ζωής της δεν είχε καλύτερες επιλογές. Για την ακρίβεια, δεν είχε καμία άλλη επιλογή. Άρχισαν να βγαίνουν και πολύ σύντομα εκείνη διαπίστωσε πως ήταν έγκυος. Η πρώτη της σκέψη ήταν η έκτρωση, ήταν πάρα πολύ μικρή για να γίνει μητέρα. Επιπλέον, ούτε η οικονομική τους κατάσταση το επέτρεπε. Ο Τζεφ εργαζόταν ως πωλητής σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, έτρωγε στο ντάινερ μετά τη δουλειά και συναντούσε τους φίλους του κάθε Κυριακή για να παρακολουθήσουν αμερικανικό ποδόσφαιρο. Μια πληκτική και ενοχλητικά επαναλαμβανόμενη ζωή. Η αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου ήταν η πεζή τους πραγματικότητα.

Προς μεγάλη της έκπληξη, εκείνος πέταξε από τη χαρά του όταν έμαθε πως εκείνη περίμενε παιδί. Ήταν γιος πολυμελούς οικογένειας και ανέκαθεν ήθελε να δημιουργήσει και ο ίδιος μια μεγάλη οικογένεια. Σε ανύποπτο χρόνο της έκανε πρόταση γάμου με ένα φτηνό δαχτυλίδι αρραβώνων κι εκείνη αποδέχτηκε παθητικά την πρόταση επειδή επιθυμούσε όσο τίποτα να φύγει όσο πιο μακριά μπορουσε από το πατρικό της σπίτι. Η ζωή της εκεί μέσα είχε γίνει πλέον αφόρητη με την αποτρόπαια συμπεριφορά του πατέρα της και την εκνευριστική στωικότητα και παθητικότητα της μάνας της. Για τη μητέρα της αισθανόταν μόνο αποτροπιασμό και οίκτο, ενώ για τον πατέρα της απέχθεια και οργή. Δεν ήταν σίγουρη αν ένιωσε ποτέ πραγματική αγάπη γι’αυτούς τους ανθρώπους. Ίσως επειδή η ίδια δεν την έλαβε ποτέ από εκείνους.

Παντρεύτηκαν σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο επειδή κανείς από τους δύο τους δεν είχε μεγάλη οικογένεια ούτε και πολλούς φίλους. Η Ντόροθι δεν μπήκε καν στον κόπο να προσκαλέσει στο γάμο τον αδελφό της. Ήταν σίγουρη πως ακόμα και να τον καλούσε, εκείνος αποκλείεται να έδινε το παρών.

Νοίκιασαν με τον Τζεφ ένα μικρό condo λίγο έξω από την πόλη της Wilmington, όπου τα ενοίκια ήταν πολύ πιο χαμηλά και ξεκίνησαν δειλά και συγκρατημένα τον έγγαμο βίο τους. Πολύ γρήγορα, η Ντόροθι άρχισε να παρατηρεί στον Τζεφ σημάδια που την ανησυχούσαν τρομερά. Αργούσε σχεδόν συστηματικά να πάει στη δουλειά και επέστρεφε στο σπίτι πολύ αργά και πάντα μεθυσμένος.  Στην αρχή προσπάθησε να δικαιολογήσει τους φόβους της και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, θεωρώντας πως με τον ερχομό του παιδιού όλα θα άλλαζαν. Όμως, η κατάσταση επιδεινωνόταν ραγδαία και τα σημάδια γίνονταν ολοένα και πιο ανησυχητικά. Παρατήρησε ακόμα πως εκείνος κλεινόταν με τις ώρες στην τουαλέτα του σπιτιού ή στο γκαράζ και όταν έβγαινε, η συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα αλλοπρόσαλλη. Νευρίαζε με το παραμικρό, της μιλούσε πολύ απότομα ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που πάνω στον ανεξέλεγκτο εκνευρισμό του έσπαγε διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν στο σπίτι.

Η δε οικονομική τους κατάσταση από δύσκολη είχε μετατραπεί σε άθλια. Δεν της έδινε σχεδόν ποτέ χρήματα για τους λογαριασμούς του σπιτιού, ενώ κατέληξαν στο σημείο να χρωστάνε δύο ενοίκια στον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Εκείνη αναγκάστηκε να δανειστεί από διάφορους γνωστούς της και από τον ιδιοκτήτη του ντάινερ στο οποίο δούλευε χρόνια, ο οποίος την αγαπούσε και την νοιαζόταν σαν δικό του παιδί.

Τότε άρχισε να τον παρακολουθεί πιο στενά και να ψάχνει τα πράγματά του μέχρι που βρήκε κρυμμένα στο γκαράζ του αυτοκινήτου ένα παλιό, ξύλινο κουτί καταχωνιασμένο στο βάθος ενός κουτιού με άχρηστα αντικείμενα. Χωρίς να ξέρει το γιατί, το κουτί εκείνο της κίνησε την περιέργεια. Ίσως επειδή γνώριζε κάθε αντικείμενο που υπήρχε μέσα στο σπίτι κι αυτό το κουτί το έβλεπε για πρώτη φορά.

Το άνοιξε με κάποια συστολή και αφού κοίταξε τρεις φορές γύρω της να βεβαιωθεί ότι βρισκόταν μόνη της στο χώρο. Αισθανόταν σαν δεκάχρονο παιδί που έκανε σκανταλιά και προσπαθούσε να ξεγελάσει τη μητέρα του για να μην το πιάσει επ’αυτοφώρω την ώρα που άνοιγε το βάζο με το γλυκό.

Η σκηνή εκείνη θα έμενε για πάντα ανεξίτηλη στη μνήμη της. Δεν θα την ξεχνούσε ποτέ στη ζωή της. Το φαινομενικά αθώο ξύλινο κουτί έκρυβε τον πιο μεγάλο κίνδυνο που θα μπορούσε να σκεφτεί ποτέ της. Ένα βουνό λευκής, ραφιναρισμένης σκόνης, τυλιγμένης σε αλουμινόχαρτο και στο πλάι τρεις αχρησιμοποιήτες σύριγγες. Ένιωσε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν και τη γη να υποχωρεί. Τα πάντα γύρω της άρχισαν να περιστρέφονται σε ένα ανεξέλεγκτο και ιλιγγιώδη ρυθμό. Κάπου στο βάθος νόμισε πως άκουσε το κλάμα του παιδιού της. Όμως δεν είχε πλέον δυνάμεις να τρέξει κοντά του. Ήταν ανήμπορη για οποιαδήποτε κίνηση. Ο Τζεφ ήταν χρήστης ηρωίνης. Έτσι εξηγούνταν η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του και η άθλια οικονομική τους κατάσταση. Το παράνομο σπορ του ήταν πανάκριβο και άκρως επικίνδυνο. Εκείνη μισούσε τα ναρκωτικά και τα φοβόταν. Είχε χάσει δύο παιδικούς της φίλους από υπερβολική δόση και δεν τα είχε αγγίξει ποτέ. Μόνο μια φορά σε ένα πάρτι παλιά, κάποιος της έδωσε να δοκιμάσει ένα τσιγάρο μαριχουάνας κι εκείνη από περιέργεια δοκίμασε. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε μια τεράστια δυσφορία και πέρασε το υπόλοιπο της βραδιάς της στην τουαλέτα κάνοντας εμετό. Έκτοτε δεν άγγιξε καν απλό τσιγάρο ούτε για μια φορά στη ζωή της. Σιχαινόταν τις εξαρτήσεις και την επίδραση που είχαν στον ανθρώπινο οργανισμό. Τρανό παράδειγμα εξαρτημένου από τις καταχρήσεις ατόμου ήταν ο ίδιος ο πατέρας της που είχε πλέον χάσει την αίσθηση του τόπου και του χρόνου.

Προσπαθούσε να σκεφτεί ένα αποτελεσματικό τρόπο για να χειριστεί την δύσκολη κατάσταση που καλούνταν να αντιμετωπίσει. Ένιωθε πως βρισκόταν παγιδευμένη σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο χωρίς παράθυρο και με διπλοαμπαρωμένη την μοναδική πόρτα από την οποία θα μπορούσε να διαφύγει. Το μυαλό της ήταν μια επίπεδη γραμμή με ανακατεμένες και θολές σκέψεις και ανύπαρκτη κρίση. Πλήθος τα πληγωμένα συναισθήματα ανάμικτα με ένα μεγάλο κύμα θυμού θόλωναν ακόμα περισσότερο την ήδη λαβωμένη της κρίση. Η πρώτη της παρόρμηση ήταν να αδειάσει όλο το περιεχόμενο του κουτιού με ορμή στη λεκάνη της τουαλέτας. Αυτό έκανε κι ένιωσε μια απροσδιόριστη, άγρια χαρά για την πράξη της. Σαν να τα έβαλε μαζί με το τέρας των ναρκωτικών και το νίκησε έστω κι αν αυτή η νίκη ήταν αμφίβολη σαν λευκή ρεβάνς. Έριξε τις σύριγγες στο πάτωμα και τις ποδοπάτησε με μανία μέχρι που διαλύθηκαν εντελώς. Περιστρεφόταν στη δίνη του φαύλου κύκλου της δυστυχίας. Τα ερωτήματα πολλά. Οι απαντήσεις ανύπαρκτες. Γιατί σε αυτήν; Γιατί η ζωή της όλη έμοιαζε με μια κακόγουστη και απαίσια φάρσα. Γιατί δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα; Γιατί ήταν όλα τόσο δύσκολα;