από την Άρια Σωκράτους.

Βρισκόμουν και πάλι στο γυάλινο και απρόσωπο γραφείο μου. Όλα εδώ μέσα μου θυμίζουν εκείνες τις άψυχες κούκλες με τα γυάλινα μάτια που μου έκανε δώρο ο μπαμπάς κάθε Χριστούγεννα. Το μοναδικό πλεονέκτημα του που απολάμβανα τις σπάνιες φορές που η διάθεση μου βρισκόταν σε ανεκτά επίπεδα ήταν η θέα που προκαλούσε δέος σε όλους τους επισκέπτες.

Το γραφείο μου βρίσκεται στον 26ο όροφο ενός σχετικά νεόκτιστου και υπερπολυτελούς ουρανοξύστη στο Upper East Side του Μανχάταν. Η θέα του Central Park που απλωνόταν σε αφθονία μπορστά στα αδηφάγα κάθε φορά μάτια μουενεργούσε ως το πιο ισχυρό καταπραυντικό στα μονίμως τεντωμένα νεύρα μου. Όταν έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, λατρεύω να χαζεύω τα νεαρά ζευγάρια να φιλιούνται παθιασμένα μπροστά από τις τεχνητές λίμνες, τις Νεουρκέζες μαμάδες να σουλατσάρουν ανέμελα μαζί με τα παιδιά τους και τους μοναχικούς περιπατητές να ρεμβάζουν και να απολαμβάνουν αυτή την σπάνια όαση ομορφιάς και ηρεμίας μέσα στην καρδιά της πιο πολύβουης πόλης του κόσμου. Θαύμαζα την ανεμελιά και την ηρεμία τους τόσο πολύ που πολλές φορές άγγιζε τα όρια της ζήλιας.

Εγώ ποτέ δεν είχα το χρόνο να απολαύσω ούτε το πιο απλό χαρακτηριστικό μιας βαρετής καθημερινότητας. Η ζωή μου έμοιαζε με ένα χρονόμετρο που υπολόγιζε με μαθηματική ακρίβεια την χιλιομετρική απόσταση. Ένα υπερσύγχρονο, προγραμματισμένο και καλοκουρδισμένο ρολόι που χρονομετρούσε με απόλυτη ακρίβεια την κάθε κίνηση. Δώδεκα λεπτά και τριανταένα δευτερόλεπτα με τα πόδια από το σπίτι μου στο μετρό σε ευνοικές καιρικές συνθήκες, τρία λεπτά αναμονή για το τρένο της γραμμής E και δεκαπέντε λεπτά μέχρι να φτάσει στη στάση της 91ης οδού. Από τη στάση μέχρι το γραφείο, η διαδρομή ήταν ακριβώς επτά λεπτά και εικοσιδύο δεύτερα.

Έφτανα βιαστική και με κομμένη την ανάσα στο γραφείο, χαιρετούσα την Ροζ στην είσοδο που κάθε μέρα είχε κι ένα διαφορετικό χτένισμα και έπινε τον ίδιο καφέ από τα Starbucks, μόκα φραπουτσίνο με μπόλικη σαντιγύ από πάνω. Της παρήγγελνα κι εγώ τον δικό μου και κάθε φορά επαναλαμβάναμε τον ίδιο βαρετό διάλογο. Εκείνη προσπαθούσε να με πείσει να παραγγείλω μια φορά τον ίδιο καφέ που έπινε και η ίδια, ενώ εγώ ήμουν  σταθερή στην επιλογή μου που πρόσταζε παγωμένο καφέ με γάλα. Δεν είχε σημασία αν ήταν καλοκαίρι ή χειμώνας βαρύς με αρκετά εκατοστά χιόνι, κάτι πολύ συνηθισμένο για τη Νέα Υόρκη. Εγώ αρνούμουν πεισματικά να δοκιμάσω καφέ με διαφορετική γεύση. Κάποιες συνήθειες ήταν πάντα σταθερές.

Στο γραφείο είχα καθημερινά υπερβολική δουλειά, πολλές συναντήσεις με γνωστούς και επίδοξους συγγραφείς, επαφές με τα στελέχη των εκδοτικών οργανισμών, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με τα πιο γνωστά διαφημιστικά γραφεία. Η κάθε μέρα ήταν ασφυκτικά γεμάτη, αρκετές φορές το μεσημερί έτρωγα ένα σάντουιτς στο πόδι την ώρα που διάβαζα τις διάφορες επιστολές που μου έστελναν όλοι όσοι θεωρούσαν πως είχαν ταλέντο στη γραφή και για κάποιο λόγο θεωρούσαν πως εγώ θα μπορούσα να τους αναλάβω και να εκπροσωπήσω επάξια τα συμφέροντά τους.

Τις περισσότερες επιστολές τις παρατούσα μετά από τις πρώτες τρεις φράσεις. Μπορούσα να διακρίνω από την επιλογή της πρώτης λέξης ποιός άξιζε τον χρόνο μου και ποιός όχι. Ο χρόνος μου ήταν πολύτιμος. Κόστιζε περισσότερο και από χρυσάφι και θύμωνα πολύ όταν κάποιος έστω και άθελα του έκανε κατάχρηση του. «Η υπομονή είναι η μητέρα της επιτυχίας» είχα διαβάσει κάπου κι εγώ γέλασα με την ψυχή μου επειδή αυτό σήμαινε πως εγώ ήμουν η μάνα της αποτυχίας. Η υπομονή ουδέποτε συγκαταλέχθηκε ανάμεσα στις αρετές μου. Για την ακρίβεια η υπομονή κι εγώ είμαστε δύο έννοιες πλήρως ασύνδετες χωρίς κανένα κοινό σημείο επαφής. Ανέκαθεν θεωρούσα τους υπομονετικούς ανθρώπους τρομερά πληκτικούς και βαρετούς. Άφηναν τη ζωή να κυλάει ανεπαίσθητα από πάνω τους επιδεικνύοντας παράλληλα μια ενοχλητική εμμονή με την αναμονή. Ο χρόνος περνούσε, δεν ζούσαν τη στιγμή αλλά αντίθετα περίμεναν να έρθει η πιο κατάλληλη. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αυτό τον ηττημένο τρόπο σκέψης. Πώς μπορούσε κάποιος να περιμένει να ζήσει τη ζωή που δεν ζούσε επειδή περίμενε κάτι αμφίβολο και ίσως ατελέσφορο.

Η υπομονή είναι προνόμιο των ηττημένων. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Η ζωή δεν σου δίνει το προνόμιο να περιμένεις. Σου επιτρέπει μόνο να τρέξεις και να κυνηγήσεις. Να επιδιώξεις, ν’αγαπήσεις, να λατρέψεις, να πέσεις στα πατώματα, να φας τα μούτρα σου. Η ζωή σου επιτρέπει μόνο να την ζήσεις. Γι’αυτό κι εγώ δεν έχανα ποτέ το χρόνο μου σε ανούσιες σχέσεις με αδιάφορους άντρες, επιδίωκα πάντα να διαπραγματεύομαι τα καλύτερα συμβόλαια στη δουλειά μου και δεν έδινα ποτέ ευκαιρία σε όποιον έκρινα πως δεν την άξιζε. Σκληρό; Ίσως. Είναι όμως το σωστό. Το δικό μου σωστό ή το δικό μου λάθος. Αυτό είχε πάντα σημασία για μένα. Να παίρνω η ίδια τις αποφάσεις μου και ολόκληρη την ευθύνη γι’αυτές. Δικό μου το βάρος, δικός μου και ο ώμος. Δεν σήκωνα ποτέ καμία κουβέντα. Ούτε ψίθυρους. Με ενοχλούν οι ψίθυροι. Απεχθάνομαι την ανικανότητα ευθύτητας στους ανθρώπους. Αγαπώ την αλήθεια. Την ωμή και κυνική αλήθεια. Οι περισσότεροι γύρω μας φοράνε μάσκες και υποδύονται ρόλους. Ο πιο δύσκολος ρόλος όμως είναι να υποδυθείς τον ίδιο τον εαυτό σου. Στοιχίζει ακριβά η αξιοπρέπεια φίλε μου. Ακόμα πιο ακριβά στοιχίζει όμως η αλήθεια. Να μη κρύβεσαι πίσω από ψιθύρους και μισοειπωμένες υπόνοιες. Ίσως γι’αυτό ζούσα πάντα μόνη μου. Η αλήθεια είναι βαρύ φορτίο για όποιον δεν την κουβαλάει. Δεν αντέχεται.

Λένε πως είμαι σκληρή με τους ανθρώπους. Αυτό που τους διαφεύγει όμως είναι πως πρωτίστως είμαι αμείλικτη με τον εαυτό μου. Δεν του συγχωρώ ποτέ τίποτα, τον βασανίζω ανελέητα, τον ταλαιπωρώ, τον στήνω στον τοίχο. Δεν λυπάμαι γι’αυτό όχι. Αντίθετα, από μέσα μου πηγάζει μια άγρια χαρά που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού. Το απολαμβάνω. Η ψυχολόγος μου λέει πως η απόλαυση βρίσκεται στο μεταίχμιο ηδονής και οδύνης. Ίσως να είναι κι έτσι. Αρνούμαι να το ψάξω. Μου φτάνει που το νιώθω.

Η ψυχολόγος μου λέει επίσης πως βρίσκομαι σε μόνιμη άρνηση να κάνω βουτιά στα ενδότερα μου και να δω τη δική μου αλήθεια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να δω την αλήθεια. Μου αρκεί που την αναγνωρίζω, αισθάνομαι και βιώνω. Υποστηρίζει ότι το μυαλό μου σκέφτεται απλές έννοιες σε πολύπλοκα σχήματα και αυτή είναι η γενεσιουργός αιτία του μόνιμου άγχους μου. Δεν θεωρώ ότι είναι αλήθεια επειδή δεν υπάρχει απλή έννοια. Μόνο και μόνο ο όρος «έννοια» προυποθέτει πολυπλοκότητα και πολλαπλές ερμηνείες.

Με συμβούλευσε να μην σκέφτομαι τόσο πολύ το βράδυ πριν πάω για ύπνο. Αντίθετα να βγαίνω για φαγητό και ποτό και να περνάω καλά. Η μοναχικότητα μου επιδεινώνει την κατάσταση της υγείας μου. Δεν νιώθω την ανάγκη να βγω το βράδυ. Η Νέα Υόρκη αργά το βράδυ μεταμορφώνεται και με τρομάζει. Το σκοτάδι είναι πολύ βαθύ και πολύ πυκνό παρόλα τα εκτυφλωτικά φώτα. Μου προκαλεί άγχος να βλέπω άγνωστους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται αμίλητοι στους δρόμους και στις λεωφόρους. Μου δίνουν την εντύπωση πως κανένας από αυτούς δεν είναι ευτυχισμένος. Η πόλη αυτή είναι από μόνη της μια τεράστια πηγή άγχους. Δεν θέλω όμως να φύγω από δω. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου και το οξύμωρο είναι πως ενώ εντείνει τη μοναξιά των ανθρώπων παράλληλα σου παρέχει τις κατάλληλες ικανότητες να την διαχειρίζεσαι και να μάθεις να ζεις μαζί της. Στη Νέα Υόρκη μαθαίνεις να ζεις ακόμα κι αν δεν το θέλεις. Η αλήθεια είναι πως πάντοτε ήμουν πολύ μοναχικό άτομο. Αγαπώ την μοναξιά μου και νιώθω άβολα όταν την αποχωρίζομαι. Αυτή είναι και η μόνιμη διαφωνία μας με την ψυχαναλύτρια μου. Εκείνη θεωρεί πως επέτρεψα στη μοναξιά μου να καταλάβει υποδόρια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου επειδή υποσυνείδητα θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Ίσως και να έχει δίκιο, ίσως πάλι και όχι. Βαριέμαι να το ψάξω. Κουράζομαι. Έχω τόσα πολλά προβλήματα που με απασχολούν. Το απόγευμα στη συνάντηση μας θα της μιλήσω για τα σημειώματα της μαμάς. Δεν έχω κανένα άλλο με τον οποίο μπορώ να το μοιραστώ.

Κάποιες στιγμές αισθάνομαι τη μοναξιά να με πνίγει σαν θηλιά. Δεν είναι φίλη πια, είναι μια άγνωστη εισβολέας που με τρομάζει, με παγώνει. Έχω κουραστεί να ζω μόνη, να τρώω μόνη, να κοιμάμαι μόνη. Έχω ανάγκη να μοιραστώ τις σκέψεις που κάνουν κατάληψη στο μυαλό μου και το οδηγούν στην απόγνωση και στο χάος. Χρειάζομαι κάποιον να με σφίξει στην αγκαλιά του όπως έκανε εκείνη, να μου χαιδέψει τα μαλλιά και να μου υποσχεθεί πως η επόμενη μέρα θα είναι καλύτερη επειδή θα φροντίσει εκείνος να είναι. Έχω παρατηρήσει πως όταν αισθάνομαι πολύ μόνη, οι παλμοί μου αυξάνονται με ιλιγγιώδη ρυθμό, το στομάχι μου γίνεται κόμπος και η ανησυχία κάνει το στήθος μου έτοιμο να εκραγεί. Η Σάρον το αποκαλεί κρίση πανικού. Εγώ όμως το αποκαλώ κρίση μοναξιάς. Δεν πιστεύω πως είμαι άρρωστη όπως εκείνη ισχυρίζεται. Είμαι ένας βαθιά πληγωμένος άνθρωπος που ζητά απεγνωσμένα αγάπη, έστω κι αν αυτό σημαίνει πως όταν του χτυπήσει την πόρτα θα την διώξει μανιασμένα. Γιατρεύεται άραγε η έλλειψη αγάπης; Πώς μπορώ να κάνω κάποιον να με αγαπήσει; Απαραίτητη προυπόθεση είναι να αγαπήσω πρώτα εγώ τον εαυτό μου, υποστηρίζει η Σάρον και με κοιτάει αυστηρά με εκείνα τα διεισδυτικά γκρι μάτια που μοιάζουν με τον φουρτουνιασμένο Ατλαντικό.

Πώς μπορώ να αγαπήσω τον εαυτό μου; Με τον ζόρι τον ανέχομαι κάποιες στιγμές. Κάποιες μέρες μου προκαλούν αβάσταχτο άγχος ακόμα και οι ακτίνες του ήλιου που εισβάλλουν στο δωμάτιο μου από τη χαραμάδα. Σηματοδοτούν το ξεκίνημα μιας καινούριας μέρας, την οποία εγώ δεν είμαι έτοιμη να αντιμετωπίσω. Θέλω να κλείσω τα μάτια μου και να μην τα ανοίξω ποτέ. Μου είναι ανυπόφορος πια εκείνο το έντονο βάρος στο στήθος. Στην αρχή προσπάθησα να βρω την αιτία που τον προκαλούσε. Μάταιος κόπος. Τα πάντα με φόβιζαν. Δεν μπορούσα καν να ανεχτώ τον χτύπο του τηλεφώνου. Με αποσυντόνιζε, μου προκαλούσε έντονο άγχος για μια απροσδιόριστη απειλή που πλησίαζε. Ευτυχώς οι θεραπείες με βοήθησαν αρκετά αλλά αυτός ο ανεξήγητος φόβος για το κάθε τι δεν με εγκατέλειψε εντελώς. Κάποιες φορές ήμουν καλά, υπερβολικά καλά θα έλεγα. Χαιρόμουν για το κάθε τι, πήγαινα για ψώνια και αγόραζα ο,τιδήποτε μου άρεσε χωρίς να σκεφτώ το κόστος. Μια φορά μάλιστα είχα χρησιμοποιήσει ολόκληρο το διαθέσιμο ποσό της πιστωτικής μου κάρτας την οποία μάλιστα και ξέχασα να πληρώσω, με αποτέλεσμα να με καλούν συνεχώς από την τράπεζα. Πολύ συχνά ξεχνούσα να πληρώσω τους λογαριασμούς μου γι’αυτό και είχα δώσει εντολή στην τράπεζα να ρυθμίζονται αυτόματα όλες οι οφειλές μου. Δεν ήθελα να βλέπω λογαριασμούς. Μου προκαλούσε άγχος.

Κάποιες άλλες φορές αισθανόμουν μια απέραντη και ανεξήγητη ευφορία τόσο μεγάλη που είχα πολυποίκιλες και απρόβλεπτες αντιδράσεις όπως να βγαίνω έξω με τυχαίους γνωστούς με τους οποίους βρισκόμουν μία φορά το χρόνο σε ειδικές περιπτώσεις και να ξενυχτώ μαζί τους σε μπαρ μέχρι την επόμενη μέρα το πρωί. Χόρευα, γελούσα και διασκέδαζα μέχρι τελικής πτώσεως. Έπινα πολύ, τόσο πολύ που την επόμενη μέρα δεν θυμόμουν καθόλου τι είχα κάνει την προηγούμενη. Μια φορά είχα ξυπνήσει κουλουριασμένη στο πάτωμα του μπάνιου, με το ίδιο βραδινό φόρεμα που φορούσα το προηγούμενο βράδυ, αισθανόμουν σαν να είχαν γίνει στο κεφάλι μου μικρές απανωτές εκρήξεις και όταν κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη μετά βίας κρατήθηκα να μην βάλω τις φωνές. Η μάσκαρα είχε κυλήσει κατά μήκος του προσώπου μου δημιουργώντας μικρούς ανόμοιους σκούρους κύκλους, το κραγιόν στα χείλη μου ήταν πασαλειμμένο ακατάσταστα, το δέρμα μου είχε μια ωχρή, τρομακτική όψη, ενώ τα μάτια μου έμοιαζαν με μικρές αγριωπές οπές που θύμιζαν άγριο ζώο σε κίνδυνο. Το χειρότερο από όλα όμως ήταν πως εγώ αδυνατούσα να θυμηθώ το παραμικρό που θα μπορούσε να επεξηγήσει το αποτέλεσμα της τραγικής μου κατάντιας. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς και να χτυπάω τον καθρέφτη με τις γροθιές μου. Δεν μπορύσα να καταλάβω πως έφτασα σε αυτό το σημείο εξευτελισμού, με ποιό τρόπο βρέθηκα στο σπίτι μου, τι έκανα πριν καταλήξω στο μπάνιο. Το μυαλό μου ήταν μια λευκή σελίδα. Η ζωή μου μια ανακατεμένη τράπουλα με δυσοίωνες προβλέψεις. Βάδιζα στην καταστροφή. Ευτυχώς οι εξάρσεις μου αυτές δεν είχαν μεγάλη διάρκεια και δεν πρόλαβαν να μου δημιουργήσουν προβλήματα στην επαγγελματική μου ζωή. Σύντομα ξεκίνησα να πηγαίνω στις συνεδρίες με την Σάρον και η κατάσταση μου ήταν όσο το δυνατόν πιο ελεγχόμενη. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε πως οι συνάδελφοι μου με συμπαθούσαν. Κάθε άλλο θα έλεγα. Ασκούσα ένα επάγγελμα κατά κόρον ανταγωνιστικό. Προσπαθούσα να βρω το καλύτερο δυνατό υλικό για τη δουλειά μου και να το προωθήσω στην αγορά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ήθελα όλοι οι συγγραφείς που εκπροσωπούσα όχι μόνο να αγγίζουν την κορυφή αλλά να την ξεπερνούν.

Ήμουν πολύ απαιτητική μαζί τους, ιδιαίτερα πιεστική. Περνούσα ώρες σημειώνοντας τις παρατηρήσεις μου στα χειρόγραφά τους, τους παρότρυνα να υιοθετήσουν το δικό τους στυλ, την δική τους προσωπική σφραγίδα στο γραπτό τους. Γινόμουν έξαλλη όταν διαπίστωνα φτηνούς μιμητισμούς κι επαναλαμβανόμενες κλισέ εκφράσεις. Θύμωνα πολύ με την έλλειψη φαντασίας και την δημοσιουπαλληλική νοοτροπία. Θεωρούσα το γράψιμο ως μια ύψιστη μορφή τελετουργίας, μια ιερή στιγμή δημιουργίας και έκρηξης της φαντασίας. Οι πεπατημένες τακτικές και οι τροποποιημένες συνταγές που έμοιαζαν με οδηγίες παρασκευής ετοιματζίδικης σούπας με εξόργιζαν. Γνώριζα πως υπήρχαν πολύ μεγάλα ονόματα στο χώρο που ακολουθούσαν αυτές τις εμετικές πρακτικές και γνώριζαν μάλιστα μεγάλη επιτυχία. Αυτό που δεν γνώριζαν όμως οι ίδιοι ήταν πως η επιτυχία τους είχε την αξία μιας λευκής σελίδας. Αυτή ήταν η αξία του έργου τους. Πολύ σύντομα δεν θα τους θυμόταν πλέον κανείς. «Συγγραφείς του ενός βιβλίου». Με αυτό τον τρόπο τους αποκαλούσαμε όλοι στο χώρο.

Την προσοχή μου τράβηξε μια επιστολή με ένα παράξενο όνομα. «Αν δεν θέλετε να με διαβάσετε δεν θα σας αδικήσω καθόλου. Μετά βίας θα διάβαζα κι εγώ κάτι δικό μου αν βρισκόμουν στη θέση σας. Όμως αν δεν έχετε κάτι άλλο καλύτερο να κάνετε τη δεδομένη χρονική στιγμή που πίνετε ίσως τον πρωινό σας καφέ ή το τσάι σας, θα σας ήμουν υπόχρεος αν διαβάζατε τις λίγες αυτές γραμμές.»

Άρχισα να γελάω νευρικά. Αν μη τι άλλο ο τύπος είχε χιούμορ. Άξιζε να του δώσω μια ευκαιρία. Τι στο καλό; Τόσα και τόσα άχρηστα γράμματα λάμβανα κάθε μέρα, γιατί να αγνοήσω κάτι που μου πρόσφερε αβίαστα τόσο γέλιο; Ούτε που θυμόμουνα ποιά ήταν η τελευταία φορά που είχα έστω χαμογελάσει αμυδρά.

«Αλέξης Παπασωτηρίου» ήταν το όνομα του χιουμορίστα επίδοξου συγγραφέα. Πρωτότυπο όπως και το χιούμορ του.Έλληνας σίγουρα. Μόνο οι Έλληνες είχαν τόσο ιδιαίτερα ονόματα που αντηχούσαν σαν παράξενη μουσική στα αυτιά. Δεν είχα γνωρίσει αρκετούς όσα χρόνια ζω στη Νέα Υόρκη, όμως όλοι όσοι γνώρισα ήταν άνθρωποι ευχάριστοι, διασκεδαστικοί και άκρως κοινωνικοί. Ο πρώτος που είχα γνωρίσει ήταν ο ιδιοκτήτης ενός ελληνικού ντάινερ δίπλα από το πρώτο μου σπίτι στην Αστόρια, μια περιοχή όπου το ελληνικό στοιχείο κυριαρχούσε έντονα. Λεγόταν Τόμας και ήταν ένας φαλακρός μεσόκοπος άντρας με μεγάλη κοιλιά και μια καρδιά μάλαμα. Άνοιγε το μαγαζί του και την καρδιά του σε όλους τους πελάτες και τους έκανε να αισθάνονται πως ήταν μέλη της οικογένειας τους. Αυτό ακριβώς συνέβη και στη δική μου περίπτωση. Λάτρεψα αυτόν τον πρόσχαρο και καλοσυνάτο άντρα που διέφερε τόσο πολύ από τους απρόσιτους και ψυχρούς Αμερικανούς με τα ψεύτικα χαμόγελα και την μόνιμη, προσποιητή έκφραση ευγένειας αποτυπωμένη στο παγερό πρόσωπό τους. Τον συνάντησα σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, όπου είχα κόψει κάθε σχέση με το παρελθόν και με τις ρίζες μου. Από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί μου και αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν πως ενώ ήταν ένας άνθρωπος φαινομενικά απλοικός και αμόρφωτος, είχε την πιο βαθιά καλλιέργεια και την πιο αξιοθαύμαστη διακριτικότητα που είχα συναντήσει ποτέ σε άνθρωπο. Με αγκάλιασε με αγάπη σαν να ήταν πατέρας μου. Ποτέ δεν με ρώτησε το παραμικρό για την οικογένειά μου, σαν να γνώριζε πως αν το έκανε θα ενεργοποιούσε μέσα μου μια χειμέρεια νάρκη. Μου έφερνε πάντοτε τις καλύτερες σπεσιαλιτέ του μαγαζιού και τις περισσότερες φορές αρνούνταν πεισματικά να μου φέρει τον λογαριασμό, με αποτέλεσμα να αφήνω θυμωμένη τα χρήματα στο τραπέζι και αυτός να με κυνηγάει έξαλλος έξω από το εστιατόριο για να μου τα επιστρέψει.

Πολύ σύντομα του άνοιξα την καρδιά μου και του εκμυστηρεύτηκα όλα όσα με απασχολούσαν. Πολλές φορές έκλαψα στην αγκαλιά του κι εκείνος σκούπισε τα δάκρυα μου συγκρατώντας μετά βίας τα δικά του.

Για μένα ήταν ο πατέρας που δεν είχα πια. Με συμβούλευε σε κάθε πρόβλημα μου, με βοηθούσε σε κάθε δυσκολία που συναντούσα και κάθε Χριστούγεννα τα περνούσα στο σπίτι του μαζί με την οικογένειά του που πλέον είχε γίνει και δική μου. Στη ζωή μου όμως φαίνεται πως όλες οι ωραίες στιγμές ήταν προδιαγεγραμμένες να λήξουν άδοξα και όλοι οι άνθρωποι που αγάπησα να χάνονται από κοντά μου σαν το φύσημα του ανέμου. Ο Τόμας αρρώστησε μια μέρα ξαφνικά και τον μετέφεραν με φορείο στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Εκείνη τη μέρα είχα πάει όπως κάθε μεσημέρι στο εστιατόριο για να φάμε μαζί και να ανταλλάξουμε τα νέα της ημέρας και το βρήκα κλειστό. Πήρα έντρομη τηλέφωνο στο σπίτι του και δεν απάντησε κανείς. Τελικά εντόπισα τη γυναίκα του στο κινητό, η οποία μέσα στα αναφιλητά της μου είπε πως ο Τόμας έπαθε καρδιακή προσβολή και τον μετέφεραν στο πλησιέστερο νοσοκομείο.

Ξαφνικά χάθηκαν τα πάντα από μπροστά μου. Αισθάνθηκα ότι ο κόσμος μου γκρεμιζόταν για ακόμα μια φορά. Εκείνο το απαίσιο συναίσθημα πως χανόταν από κοντά μου όποιος αγαπούσα επανήλθε ξανά. Δυστυχώς για ακόμα μια φορά είχα δίκιο και το προαίσθημα μου βγήκε αληθινό. Ο Τόμας δεν θα ήταν πια κοντά μου. Έτρεξα στο νοσοκομείο να τον δω αλλά δεν πρόλαβα να του πω ένα αντίο, να του πω πόσο μεγάλη ευγνωμοσύνη ένιωθα που μπήκε στη ζωή μου, έστω και για λίγο. Έσβησε σε ένα λευκό δωμάτιο νοσοκομείου προτού καν οι γιατροί προλάβουν να δώσουν την τελευταία μάχη. Ένιωσα ότι ορφάνεψα για Τρίτη φορά μετά το θάνατο της μητέρας μου και την αποξένωση από τον πατέρα μου.

 Γιατί οι άνθρωποι που αγαπάμε τόσο πολύ να μένουν κοντά μας μόνο για λίγο; Αυτό το ερώτημα φαίνεται θα με βασάνιζε μέχρι το τέλος της ζωής μου. Προσπαθούσα να βρω πιθανές επεξηγήσεις, σκεφτόμουν πως ίσως έρχονταν κοντά μας για ένα συγκεκριμένο σκοπό, επειδή τη δεδομένη χρονική στιγμή τους χρειαζόμασταν για να μας φωτίσουν τον δρόμο.  Όταν η αποστολή τους τελείωνε τότε έφτανε η ώρα για να μας αποχαιρετήσουν. Όμως η απουσία τους δεν μπορούσε ποτέ να γίνει συνειδητή.

Πήρα ξανά την επιστολή στα χέρια μου και χαμογέλασα. Πραγματικά δεν θυμόμουν ποιά ήταν η τελευταία φορά που ένα γραπτό απέσπασε την προσοχή μου. Πόσω μάλλον το χαμόγελο μου. Προς το τέλος, ειχε σημειωμένα τα στοιχεία επικοινωνίας του. Τηλεφώνησα αμέσως στη γραμματέα μου και της είπα να συντάξει μια επιστολή με την οποία θα τον καλούσα να έρθει στο γραφείο για προγραμματισμένο ραντεβού, αφού προηγουμένως απέστελνε ένα αντίγραφο του έργου του. Ήμουν πολύ περίεργη να μάθω πως θα ήταν η πλοκή του έργου που έγραψε ένας άνθρωπος που είχε αυτή την αίσθηση του χιούμορ και τον συγκεκριμένο γλαφυρό λόγο. Στη δουλειά μου ήμουν λαγωνικό. Ήξερα πως να εντοπίζω ένα ακατέργαστο διαμάντι που μπορούσε να ήταν κρυμμένο κάτω από την πιο βαθιά λάσπη. Όλοι το αναγνώριζαν αυτό, πως στη δουλειά μου δεν αποτύγχανα ποτέ και για κανένα απολύτως λόγο. Ήμουν σίγουρη πως αυτή τη φορά είχα στα χέρια μου ένα σπάνιο υλικό που θα απογειωνόταν στον κόσμο της λογοτεχνίας.

Η γραφή του είχε ένα ασύγκριτο βάθος, ένα υποδόριο κυνισμό και λιτή εκφραστικότητα χωρίς όμως να φτάνει στα όρια της απλοικότητας. Μπορούσα να διακρίνω αυτά τα χαρακτηριστικά από τις πρώτες τρεις γραμμές.

Ένας διακεκομμένος χτύπος στην πόρτα απέσπασε την προσοχή μου. Εκνευριζόμουν πολύ όταν με ενοχλούσαν σε ώρα εργασίας.

«Ποιός είναι;», είπα απότομα και έτοιμη για επίθεση.

Η καστανή κόμη του Τζέημς προέβαλε  από την μισάνοιχτη πόρτα. Ο εκνευρισμός μου άρχισε να αυξάνεται αστραπιαία. Να συναντήσω πρόσωπο με πρόσωπο αυτόν τον ανεκδιήγητο αλαζονικό τύπο ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί σε μια καθόλα συμπαθητική μέρα που προμήνυε μια θετική έκβαση.

«Τι θες εσύ εδώ;», τον ρώτησα σε αυστηρό τόνο προσπαθώντας με κόπο να διατηρήσω την αυτοκυριαρχία μου.

Το ελαφρύ ειρωνικό μειδίαμα που σχηματίστηκε στην άκρη των χειλιών του εκόξευσε τον εκνευρισμό μου στα ύψη. Αυτός ο άντρας είχε το μαγικό χάρισμα να με εξοργίζει απίστευτα χωρίς καν να προφέρει ούτε μία λέξη.

«Καλημέρα και σε σένα γλυκιά μου», είπε προφέροντας αργόσυρτα την κάθε λέξη χωρίς το κυνικό του χαμόγελο να τον εγκαταλείπει ούτε στιγμή.

«Ρώτησα τι θέλεις εσύ εδώ; Δεν θυμάμαι να έχεις κλείσει κάποιο ραντεβού για σήμερα».

«Δηλαδή χρειάζομαι ραντεβού για να δω την ατζέντη μου και μέχρι πρότινος ερωμένη μου; Πολύ αυστηρή είσαι μαζί μου γλυκιά μου, δεν νομίζεις;», είπε καρφώνοντας το βλέμμα του προκλητικά στο δικό μου.

«Δεν έχω καμία όρεξη για παιχνίδια Τζέημς. Αν ήρθες εδώ για να μου πεις αυτές τις αηδίες, διάλεξες μια πολύ άσχημη μέρα και θα σε παρακαλέσω να φύγεις.»

Ο τόνος της φωνής μου ήταν κοφτός και απόλυτα αυστηρός. Ένιωσα το πρόσωπο μου να φλογίζεται από την οργή που σαν ορμητικό κύμα με κατέλαβε. Εκείνος συνέχιζε να με κοιτάει ειρωνικά με το ίδιο εκνευριστικό χαμόγελο στα χείλη. Ο κυνισμός του με εξόργιζε και αυτό έδειχνε να τον διασκέδαζε.

«Πού χάθηκες γλυκιά μου τόσες μέρες και σ’έψαχνα; Το ξέρεις ότι μου έλειψες πολύ και μ’άφησες εδώ να σε περιμένω με αγωνία;»

Η φωνή του άρχισε να γίνεται βαθιά κι επικίνδυνα αισθησιακή. Με πλησίασε κι αισθάνθηκα την ανάσα του στον λαιμό μου. Ασυναίσθητα έστρεψα το κεφάλι μου προς την αντίθετη πλευρά κι έγειρα το σώμα μου προς τα πίσω για να τον αποφύγω. Η ιδέα και μόνο πως θα με άγγιζε ή θα με φιλούσε, μου προκαλούσε αναγούλα. Ακόμα προσπαθούσα να καταλάβω πως έκανα το φριχτό λάθος να ενδώσω στην υποδόρια και γλοιώδη γοητεία του.

Τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου και διαπίστωσα πως δεν μου προκαλούσε πλέον καμία απολύτως αίσθηση. Αντικειμενικά ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας, ο οποίος όμως δεν με συγκινούσε καθόλου ερωτικά. Το βλέμμα του απέπνεε μια εκνευριστική αυτοπεποίθηση και μια υπερφίαλη αλαζονεία. Ένας απλώς άντρας ανάμεσα στους πολλούς που κυκλοφορούσαν στη Νέα Υόρκη.

«Τι συμβαίνει μωρό μου; Δεν σου έλειψα καθόλου; Άλλα θυμάμαι εγώ πριν φύγεις.»

Με τράβηξε βίαια στην αγκαλιά του κι έχωσε το κεφάλι του στον κόρφο μου. Άρχισε να με φιλάει μανιασμένα. Τον έσπρωξα θυμωμένη από πάνω μου. Η ιδέα πως αυτός ο άντρας με άγγιζε μου προκαλούσε αηδία.

«Μην με αγγίζεις. Φύγε από πάνω μου αυτή τη στιγμή επειδή θα φωνάξω και θα ειδοποιήσω την αστυνομία. Θα έχεις κακά ξεμπερδέματα μαζί μου. Ποιός νομίζεις ότι είσαι  επιτέλους; Εξαφανίσου από το γραφείο μου αυτή τη στιγμή».

Το πρόσωπο μου ήταν κατακόκκινο από θυμό. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν από την ένταση. Τον κοίταξα. Έμοιαζε ξαφνιασμένος από την αντίδραση μου. Για μια στιγμή έδειξε να χάνει την αυτοκυριαρχία του, όμως σε κλάσματα του δευτερολέπτου επανήλθε στο συνηθισμένο ειρωνικό του ύφος.

«Άλλα έλεγες πριν από λίγο καιρό όταν σπαρταρούσες στην αγκαλιά μου εκείνα τα αλησμόνητα βράδια. Τόσο γρήγορα ξέχασες την ηδονή που γνώρισες μαζί μου;»

Ένιωσα το στομάχι μου να αναδεύεται κι ένα κύμα αηδίας με πλημμύρισε εντός μου. Πώς μπόρεσα να κάνω αυτό το εγκληματικό λάθος; Να κοιμηθώ μ’ένα άντρα ο οποίος είχε μια γλοιώδη ναρκισσιστική προσωπικότητα που ανέκαθεν σιχαινόμουν; Δεν άντεχα πια να τον βλέπω στα μάτια μου. Δεν ήθελα ούτε να του μιλήσω ούτε να τον αντικρύσω ποτέ ξανά στη ζωή μου.

Εμείς οι άνθρωποι κρύβουμε πολλά πρόσωπα και τα αποκαλύπτουμε το ένα μετά το άλλο μέχρι να φτάσουμε σ’αυτό που δεν κρύβει κανένα άλλο. Στο τελευταίο πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο είναι εντελώς διαφορετικό για τον καθένα από μας. Κι εμείς οι ίδιοι καμιά φορά δεν μπορούμε να το δούμε. Όχι το πρόσωπο των άλλων αλλά το δικό μας. Ένα πρόσωπο που δεν αναγνωρίζουμε.

Έτσι κι εγώ δεν αναγνώριζα πλέον το δικό μου πρόσωπο. Εκείνο το πρόσωπο που κοιμήθηκε με αυτό τον άνθρωπο που δεν μπορούσα πια ούτε να βλέπω. Ήθελα να τον διαγράψω από τη ζωή μου με μια και μόνο κίνηση. Η σκέψη και μόνο πως ήμουν αναγκασμένη να τον υποστώ ακόμη και σε επαγγελματικό επίπεδο μου προκαλούσε ίλιγγο. Όχι, ήμουν αποφασισμένη να σπάσω το συμβόλαιο μας κι ας επωμιζόμουν εγώ όλες τις νομικές κυρώσεις. Η απομάκρυνση του από τη ζωή μου που θα μου εξασφάλιζε την ψυχική μου ηρεμία ήταν απείρως πιο σημαντική για μένα.