από τη Χριστίνα Καπράλου.

Η Οργάντζα η κόρη του Χαλίφη εκεί στα βάθη  της Ανατολής, ζούσε την δική  της τραγωδία.

Τη μέρα της γέννησής της  και  ενώ κοιμόταν  στην  μαλαματένια  κούνια  της που ήταν  στολισμένη  με διαμάντια και  ζαφείρια, μια κακή μάγισσα έσκυψε  πάνω  από  το ξανθό της κεφαλάκι  και ψιθύρισε: 

“Θα είσαι  όμορφη,  όλοι θα χάνονται  στις  λίμνες  των ματιών σου και θα θέλουν σκαρφαλώνοντας από τα χρυσά σου μαλλιά  να  φτάσουν την καρδιά σου…. Όμως τα πόδια σου θα τους τρομάζουν θα είναι πόδια κότας άσχημα και παράξενα”

Έτσι είπε και ακούμπησε με το μαγικό της ραβδί  τα ποδαράκια του μωρού.

«Τα  μάγια θα λυθούν  μόνο αν κάποιος  σου κάνει δώρο ένα ζευγάρι παπούτσια ψηφώντας την ασχήμια των ποδιών σου.

Πέρασαν 20 ολόκληρα χρόνια και η Οργαντζα ζούσε το μαρτύριο της.

Ξανθιά και πρασινομάτα καθώς ήταν μάγευε με την ομορφιά της όποιον την έβλεπε ….όμως όσοι έριχναν  την  ματιά τους στα πόδια της και παρατηρούσαν το περίεργο περπάτημά  της  έφευγαν  μακριά  τρομαγμένοι.

Η Οργαντζα έκλαιγε  νύχτα μέρα για την κακή της μοίρα.

Μια μέρα βροχερή έφυγε σκαστή από το παλάτι και χάθηκε στο δάσος, Ήθελε να φύγει μακριά να κάνει φίλους της ζώα και πουλιά που δεν θα τρόμαζαν με τα ποδαράκια της.

Περπατούσε και περπατούσε και όλο χανόταν μέσα στο δάσος. Τρύπωνε σε φυλλωσιές έπεφτε σε λασπόνερα και όλο πήγαινε- πήγαινε μακριά εκεί στο άγνωστο.

Όταν σουρούπωσε έφτασε στο τέλος του δάσους,  στους πρόποδες του βουνού.

Νύχτωνε και φοβόταν και πήγαινε και όλο πήγαινε…

Και ξάφνου εκεί στο βάθος  του δρόμου που είχε ακολουθήσει τον είδε…

Ένας αητός, ένας λαβωμένος αητός, η φτερούγα του τσακισμένη….πήγε κοντά, τον άγγιξε και ο αητός την κοίταξε με μάτια πονεμένα και της μίλησε με ανθρώπινη φωνή…

«Φύγε! Φύγε μακριά! Μην με κοιτάς ! Ντρέπομαι έτσι που είμαι πεσμένος στο χώμα.

Φύγε μακρυά….Ασε με μην με αγγίζεις» της είπε.

Και η Οργάντζα που ήξερε από πόνο έσκυψε επάνω του και ακούμπησε την σπασμένη του φτερούγα με αγάπη.

Ξέρετε, πόσο δυνατή είναι η αγάπη. Ξέρετε πώς μπορεί να κάνει θαύματα….να γιατρέψει πόνους.

Η φτερούγα του αητού ως δια μαγείας, έγινε  καλά. Ο αητός περήφανος και πάλι πέταξε ψηλά κά νοντας ένα κύκλο πάνω από το κεφάλι της.

Μην φύγεις ! της είπε….περίμενε πάω κάτι να σου φέρω…. Έρχομαι.

Ο αητός γύρισε και κρατούσε κάτι στο ράμφος του.

Ένα χρυσό πανί που κάτι είχε μέσα…. Κάτι….

«Να πάρε» της είπε…ένα δώρο για να σου δείξω πόσο σε ευχαριστώ.

Η Οργάντζα ξεδίπλωσε το χρυσό πανί και …..τι είδε; ξέρετε;

Ένα ζευγάρι παπούτσια….ένα ζευγάρι χρυσά γοβάκια.

«Δικά σου όμορφη» της είπε ο αητός.

Μια  τόσο όμορφη κοπέλα δεν πρέπει να γυρνά ξυπόλητη.

Ο αητός είχε κοιτάξει τα πόδια της άλλα από την αγάπη που ένοιωθε και την ευγνωμοσύνη δεν είδε την ιδιαιτερότητά τους.

Ξέρετε, η αγάπη φέρνει αγάπη, η αγάπη σε κάνει να τα βλέπεις όλα όμορφα….

Η Οργάντζα διστακτική φόρεσε τα χρυσά γοβάκια και…. Τα μάγια λύθηκαν. Τα πόδια της έγιναν ανθρώπινα πόδια.

Έτρεξε στον αητό και του έδωσε ένα μεγάλο φιλί.

«Καλέ μου!» του είπε, και…..

Ένα χρυσό σύννεφο ορθώθηκε μπροστά  της, ένα σύννεφο που έκρυψε τον αητό και όταν το σύννεφο χάθηκε είδε μπροστά της ένα όμορφο παλληκάρι να στέκετε χαμογελαστό,

«Με λένε Κερέμ» της είπε.

«Σε ευχαριστώ Οργάντζα, με το φιλί σου λύθηκαν τα μάγια της κακιάς μάγισσας που με έκανε στην κούνια μου αητό.

Ο Κερέμ πήρε από το χέρι την Οργαντζα και ένοιωθε να πετά και ας μην είχε φτερούγες πια, και η Οργάντζα περπατούσε και χόρευε πάνω στα χρυσά της γοβάκια και λίγο την ένοιαζε με τι έμοιαζαν τα ποδαράκια της, αφού ένοιωθε να πετά από αγάπη.

Και  έζησαν  αυτοί καλά  και εμείς καλύτερα και εμείς θα ζήσουμε καλύτερα με αγάπη στις καρδιές μας.