«Τζέημς, με αηδιάζεις όσο ποτέ δεν με αηδίασε κανείς. Κάνε μου τη χάρη και βγες έξω αμέσως τώρα πριν με πιάσει η υστερία και σε πετάξω έξω με τις κλωτσιές από εδώ μέσα. Α, και κάτι τελευταίο χρυσέ μου. Από αυτή τη στιγμή παύω να είμαι η ατζέντης σου. Θα σε αναλάβει ο Γουίλλιαμ Κατς. Γνωρίζεις βέβαια  πως στο γραφείο μας ισχύει ο κανονισμός της ανταλλαγής συγγραφέων σε περίπτωση που η συνεργασία μεταξύ ενός ατζέντη και ενός συγγραφέα δεν ευωδοθεί.»

Η έκφραση του άλλαξε αστραπιαία. Η εκνευριστική και αλαζονική βεβαιότητά του εξαφανίστηκε ως δια μαγείας και τη θέση της πήρε η έκπληξη ανάμικτη με μια υποβόσκουσα οργή.

«Με ποιό δικαίωμα αποφασίζεις εσύ για μένα χωρίς εμένα; Ποιά νομίζεις ότι είσαι και πώς τολμάς να ξεχνάς ποιόν έχεις απέναντί σου; Αν νομίζεις πως θα δεχτώ παθητικά σαν κανένας ηλίθιος την απόφαση σου είσαι πολύ γελασμένη. Τρομερά γελασμένη.»

Ένιωσα να ανακτώ ξανά την αίσθηση ισχύος που νόμιζα πως είχα απωλέσει. Το τονισμένο του υπερεγώ και η καλπάζουσα ματαιοδοξία του αποκαλύπτονταν σε όλο τους το μεγαλείο.

«Συ είπας αγαπητέ μου. «Απέναντί μου», όχι δίπλα μου. Η συνεργασία είναι μια λέξη ιερή. Προυποθέτει μοίρασμα ευθυνών, ανταλλαγή απόψεων και ιδεών, χάραξη κοινού πλάνου δράσης. Πώς μπορούμε εμείς να τα πετύχουμε όλα αυτά; Παραδέχομαι πως είχα κι εγώ μεγάλο μερίδιο ευθύνης που υπέκυψα στην υποδόρια γοητεία σου αν και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής δεν την εντοπίζω πλέον καθόλου και πουθενά και απορώ πως την είδα στο παρελθόν αλλά τελοσπάντων. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι πως εμείς οι δύο κάναμε ένα τραγικό λάθος, το οποίο μας εμποδίζει να είμαστε πια συνεργάτες. Οι εγωισμοί και τα πείσματα δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Γι’αυτό είναι καλύτερα να κρατήσουμε τις καλύτερες στιγμές μας αν δηλαδή υπάρχουν κι αυτές και να προχωρήσουμε. Θα είναι για το καλό και των δυο μας. Ούτε εσύ θα ήθελες να εκπροσωπεί τα συμφέροντα σου κάποια με την οποία δεν έχεις και τις καλύτερες σχέσεις και η οποία δεν έχει την καλύτερη εικόνα για σένα. Πίστεψέ με, αυτό είναι το καλύτερο.»

Γύρισα και τον κοίταξα. Οι γραμμές του προσώπου του μου φάνηκαν πιο μαλακές, πιο ήρεμες. Το βλέμμα του αντίκρισε το δικό μου με συγκατάβαση και ήταν απαλλαγμένο από κάθε ίχνος εγωισμού και μανίας υπεροχής. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα πως είχα απέναντι μου ένα άνθρωπο με σύνεση και πρόθεση συνεργασίας και όχι ένα κακομαθημένο και αφόρητα εκνευριστικό χίπστερ.

Με πλησίασε και το χέρι του άγγιξε απαλά το δικό μου.

«Έτσι θα γίνει αν αυτό θέλεις Νταιάν. Έχεις δίκιο. Φέρθηκα σαν κακομαθημένο παιδί και ντρέπομαι γι’αυτό. Η αλήθεια είναι πως πραγματικά μου αρέσεις πάρα πολύ Νταιάν αλλά η απρόσιτη στάση σου μου προκαλούσε θυμό και μια ακατανίκητη τάση ανταγωνισμού. Ήθελα να σου δείξω ότι αξίζω για να με προσέξεις. Με σένα δεν κατάφερα ποτέ αυτό που με τις άλλες είχα ως δεδομένο. Με κοίταζαν σαν κάτι το εξαιρετικό, το ιδανικό, ως τον διανοούμενο είδωλο που καταδέχτηκε να βγει μαζί τους και να παίξει με το μυαλό τους. Δίπλα τους ένιωθα ένας μικρός Θεός που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παίξει με το μυαλό, την καρδιά και τα αισθήματά τους χωρίς καμία απολύτως τύψη, απλά και μόνο για να έχει υλικό για το επόμενό του βιβλίο. Είμαι βιωματικός συγγραφέας όπως ξέρεις, γι’αυτό και τα έργα μου διαπνέονται από μια υποδόρια σαγήνη όπως πολύ σωστά διαπίστωσες κι εσύ. Οι ήρωες μου είμαι εγώ, οι διαφορες σκοτεινές μου πλευρές που απεγνωσμένα προσπαθώ να κρύψω στην πραγματική μου ζωή και στις επαγγελματικές μου συναλλαγές. Μόνο εσύ κατάφερες να σπάσεις τους κώδικες μου και να με αποκρυπτογραφήσεις. Αυτό με τρόμαξε, δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Όλες οι γυναίκες που είχαν περάσει από τη ζωή μου ήταν προβλέψιμες, απλοικές, διάφανες, αφόρητα βαρετές για ένα τύπο σαν και μένα. Όμως με βόλευαν. Δεν μου προκαλούσαν προβλήματα, δεν με κούραζαν, ρύθμιζαν την καθημερινότητα και το πρόγραμμά τους σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες. Ήμουν ο μικρός θεός της ζωής τους, υπάκουαν σε κάθε διαταγή μου, θεωρούσαν τιμή τους μόνο το ότι καταδεχόμουν να τους απευθύνω το λόγο και να βγω μαζί τους. Στο τέλος, το οποίο ερχόταν ανέλπιστα γρήγορα έπληττα αφόρητα μαζί τους και μια ωραία πρωία εξαφανιζόμουν εντελώς από τη ζωή τους χωρίς να απαντήσω ούτε σε ένα τηλεφώνημα ή μήνυμά τους. Δεν επέμεναν ποτέ. Γνώριζαν πως είχε έρθει το τέλος και το αποδέχονταν με μια αξιοθαύμαστη στωικότητα. Θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερό που με είχαν έστω και για λίγο εικονικά δικό τους.

Εσύ ανέτρεψες τον ρου των γεγονότων και με ενόχλησε αυτό. Μου ήταν αδύνατο να το δεχτώ. Με θύμωνε, με εξόργιζε. Στα μάτια σου γινόταν η προβολή του δικού μου εαυτού. Δεν είχες το δικαίωμα να μου συμπεριφερθείς με τον τρόπο που θα σου συμπεριφερόμουν εγώ προτού καν αποφασίσω να το κάνω. Αυτό με εξαγρίωσε. Ήθελα να πάρω την ρεβάνς αλλά εσύ ουδέποτε μου έδωσες την ευκαιρία να πάρω έστω κι ένα δείγμα λευκής ρεβάνς. Απαξιούσες για μένα, σου ήμουν εντελώς και τραγικά αδιάφορος. Δεν μπορούσε να δεχτώ πως κάποια είχε το θράσος να αποφασίσει για μένα πριν από εμένα.»

Όση ώρα μου μιλούσε, ένα κύμα συμπόνιας με πλημμύρισε για εκείνον. Μπροστά μου είχα ένα άνθρωπο εγκλωβισμένο μέσα στο ναρκισιστικό περιτύλιγμα του, από το οποίο αδυνατούσε να διαφύγει. Πώς μπορούσε κάποιος να μισεί ένα άνθρωπο καταδικασμένο στην αιώνια φυλακή του; Εγώ αδυνατούσα.

«Τζέημς, ας θεωρήσουμε όλα όσα συνέβησαν μεταξύ μας σαν μια άτυχη στιγμή και ας προχωρήσουμε. Σου οφείλω κι εγώ μια συγγνώμη. Συγγνώμη επειδή σε χρησιμοποίησα για να καλύψω κάποια δυσαναπλήρωτα κενά, τα οποία αναμένεται να παραμείνουν δυσαναπλήρωτα για πολύ καιρό ακόμα, ίσως και για πάντα. Η αλήθεια είναι πως δεν αισθάνθηκα τίποτα για σένα παρά μόνο μια ζωώδη στιγμιαία έλξη. Την ίδια ακριβώς που αισθανόσουν κι εσύ για όλες εκείνες τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή σου. Για τα συναισθήματα μου δεν συνηθίζω να απολογούμαι. Είναι δικά μου και μου ανήκουν όπως και τα δικά σου συναισθήματα ανήκουν σε σένα. Δεν είμαστε υπόλογοι σε αυτά. Ούτε αυτά σε μας. Απλώς συνέβη. Θα σε βοηθήσω επαγγελματικά στο υπόσχομαι μέχρι να σε αναλάβει ο επόμενος ατζέντης. Είμαι έντιμη στις συνεργασίες μου και αυτός είναι όρος απαράβατος για μένα. Δεν θα σου ζητήσω να παραμείνουμε φίλοι επειδή μετά από όλα όσα συνέβησαν μεταξύ μας είναι αδύνατο να είμαστε ο,τιδήποτε άλλο από δύο τυπικοί γνωστοί. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη ζωή σου Τζέημς. Ειλικρινά. Κάπου εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας. Αντίο.»

«Αντίο Νταιάνα. Θα σε θυμάμαι πάντα με σεβασμό», μου είπε βγαίνοντας χωρίς να μου ρίξει δεύτερη ματιά.

Το βλέμμα του απέφυγε εσκεμμένα το δικό μου. Μου φάνηκε πως στην άκρη του ματιού του διέκρινα ένα δάκρυ έτοιμο να κυλήσει αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά. Δεν είμαι σίγουρη πια για κανένα και για τίποτα. Ούτε καν για αυτά που βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια.

Η πόρτα εκλεισε με κρότο αλλά ούτε που έδωσα καμία σημασία. Η προσοχή μου είχε στραφεί ξανά στην επιστολή του επίδοξου συγγραφέα με το παράξενο όνομα.

«Αλέξη Παπασωτηρίου έφτασε η ώρα να σε γνωρίσω. Εύχομαι να είσαι αυτό ακριβώς που υπονοείς μέσω του γραπτού σου. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο».

Τηλεφώνησα στη γραμματέα μου και ακύρωσα τα δύο επόμενα μου ραντεβού. Δεν ένιωθα καλά. Η εικόνα του πατέρα μου τη στιγμή που έφευγε από το πατρικό μου όταν εγώ τον έδιωξα εισέβαλε βίαια στο μυαλό μου. Μέχρι πότε τα φαντάσματα του παρελθόντος θα στοίχειωναν τη ζωή μου;