από τη Χριστίνα Καπράλου.

  • Μαμά θέλω μια σοκολάτα!
  • Μαμά θέλω μια κούκλα!
  • Μαμά θέλω κόκκινα παπούτσια!
  • Μαμά θέλω, θέλω!

Η Δανάη από την ώρα που άνοιγε τα μάτια της, μια λέξη επαναλάμβανε με  μεγάλη ευκολία.

ΘΕΛΩ

Η Δανάη όλο  ήθελε όλο κάτι ζητούσε, όλο κάτι περίμενε!

Μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι της οικογένειας είχε μάθει οι επιθυμίες της να είναι προσταγές.

Είχε μάθει να έχει στα πόδια της ότι σκεφτόταν πριν προλάβει να το ζητήσει.

Η Δανάη αρχοντοπούλα γεννήθηκε και μεγάλωσε σε έναν πελώριο πύργο που ήταν κτισμένος στην κορυφή του βουνού. Τοίχοι ψηλά προστάτευαν τον πύργο και τα παράθυρα του δωματίου της είχαν ψηλά κάγκελα για προστασία.

Ο πατέρας της ο άρχοντας του τόπου έλειπε συχνά σε εκστρατείες και φεύγοντας έδινε οδηγίες στον Σταύρο τον πιο πιστό υπηρέτη, να προσέχει τον πύργο, την γυναίκα του και την κόρη του.

Ο Σταύρος γεννήθηκε και μεγάλωσε στον πύργο λίγα μόλις χρόνια πριν την Δανάη. Η μάνα του πιστή σκλάβα της οικογένειας. Πατέρα δεν είχε γνωρίσει.

Όλα του τα χρόνια από τότε που ήταν μικρό παιδί περίμενε με αγωνία την επιστροφή του άρχοντα από κάποια εκστρατεία. Άλλοτε περίμενε την επιστροφή της μάνας του από την δουλεία και ύστερα άντρας πια περίμενε ένα χαμόγελο της Δανάης, μια ματιά της, μια κουβέντα της.

Κάποιες βραδιές ο Σταύρος άνοιγε μια κόκκινη ομπρέλα και ονειρευόταν πως πετούσε μέχρι την λεπτή γραμμή του ορίζοντα.

Ήταν πάντα λυπημένος ο Σταύρος, κουβαλούσε μέσα του μια θλίψη και κάθε φορά που ένοιωθε πως τον έπνιγε ο καημός έβγαινε στο παράθυρο και τραγουδούσε δυνατά στο φεγγάρι.

Η Δανάη και ο Σταύρος συγκάτοικοι στον Πύργο, τόσο διαφορετικοί και τόσο όμοιοι.

Ζωές παράλληλες που δεν συναντιόντουσαν ποτέ.

Η Δανάη τα είχε όλα και όλο κάτι περίμενε. Ο Σταύρος δεν είχε τίποτα και διαρκώς περίμενε κάτι.

Απόψε ο Σταύρος άνοιξε την κόκκινη ομπρέλα του και ονειρευόταν ταξίδια.

Η Δανάη γεμάτη πλήξη και μη έχοντας τι άλλο να ζητήσει αφού τα είχε όλα, περιπλανιόταν στα δωμάτια του πύργου και τότε την είδε!

Μια κατακόκκινη ομπρέλα ανοιχτή κάτω από τον σβηστό πολυέλαιο

  • Την θέλω! Είπε.

Η κόκκινη ομπρέλα της  φάνταζε σαν κόκκινος ουρανός.

Αδιαφόρησε στην παρουσία του και όρμησε με πάθος να αρπάξει, να αποκτήσει, να κάνει δικό της το νέο της θέλω.

Ο Σταύρος  χωρίς δεύτερη σκέψη έκλεισε την ομπρέλα του και την κράτησε και με τα δύο του χέρια σφιχτά.

  • Την  θέλω! Είπε η Δανάη
  • Φύγε! Είπε ο Σταύρος θυμωμένος.

Ενοχές βάραιναν τον Σταύρο. Από την μια ζητιάνευε, περίμενε ένα χαμόγελό της, μια κουβέντα της, και τώρα που εκείνη ήρθε για πρώτη φορά τόσο κοντά του αυτός την έδιωξε.

Όχι! Δεν ήθελε να διαπραγματευτεί  μαζί της.

  • Δώσε μου την ομπρέλα! Την θέλω! Είπε εκείνη αποφασισμένη. Δώσε μου την ομπρέλα και θα σου δώσω ότι μου ζητήσεις.
  • Όχι! Φύγε! Δυο λέξεις μοναχά έφτυσε ο Σταύρος μέσα από το στόμα του.
  • Μα είναι το όνειρο μου! Είπε η Δανάη. Δεν έχω άλλο όνειρο. Θέλω να πραγματοποιηθεί το όνειρό μου.

Η Δανάη είχε πλησιάσει τον Σταύρο σε απόσταση αναπνοής. Η μυρωδιά της, το άρωμα της τον έπνιξαν.

Ο Σταύρος ένοιωθε απειλητική την παρουσία της Δανάης που όλο και πλησίαζε.

  • Φύγε είπα! Φώναξε δυνατά ο Σταύρος.
  • Μα τι σου ζητάω; είπε η Δανάη με απόγνωση.
  • Δεν θέλω να ζητάς!
  • Δανάη με γνωρίζεις; Με θυμάσαι;  Δανάη με βλέπεις; με ακούς που σου μιλώ;

Oι λέξεις του πήγαιναν στον βρόντο.   Η Δανάη κοιτούσε και δεν έβλεπε. Δεν άκουγε! Όλο της το λεξιλόγιο είχε περιοριστεί σε δύο λέξεις.

  • Την θέλω!

Το οπτικό της πεδίο είχε μόνο μια κόκκινη ομπρέλα!

Δύσκολη νύχτα η αποψινή. Τι θα συμβεί; Toφεγγάρι κρύφτηκε, τα αστέρια έσβησαν.

Πείσμα στο πείσμα!

  • Δανάη γιατί με περιφρονείς; είπε με παράπονο ο Σταύρος
  • Την θέλω! Τα χείλη της Δανάης ξεστόμισαν δυο λέξεις μοναχά.

Κι άξαφνα ο Σταύρος αναπήδησε, ήπιε δυο γουλιές νερό, κοίταξε το παράθυρο και είδε τον Ήλιο να ανατέλλει.

Για μια ακόμη φορά το όνειρό του μπερδεύτηκε με την πραγματικότητα.

Το δωμάτιο ήταν μικρό και στενάχωρο – πύργος δεν υπήρχε!

Η κόκκινη ομπρέλα κρεμασμένη στον καλόγερο σε στάση αναμονής για το επόμενο ταξίδι στην λεπτή γραμμή του ορίζοντα.

Το διπλανό μαξιλάρι άδειο, η Δανάη η δική του Δανάη φευγάτη εδώ και καιρό.

Ήταν σκληρό αυτό που ζούσε, η μοναξιά του γλύκαινε μέσα στα όνειρα.

Η τελευταία κουβέντα που της είπε  τότε ήταν.

Δεν θέλω να ζητάς! Και εκείνη άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε.

Πέρασαν χρόνια από το φευγιό της.

Τώρα ερχόταν στον ύπνο του και τον αναστάτωνε.

  • Θέλω!

Φύγε!