Γράφει ο Ερμής:

Κρατούσε την πένα στο χέρι του και η μνήμη του γύρισε ξανά στο παρελθόν, πριν από δέκα χρόνια, όταν την είχε αγοράσει κατά τη διάρκεια μιας βόλτας σ’ ένα παζάρι.

Δεν είχε καταλάβει από την αρχή τις ιδιότητές της. Ήταν μια όμορφη λεπτή πένα, μαύρου χρώματος με χρυσά σχέδια. Παρατημένη σ’ ένα κουτί με διάφορα άλλα μπιχλιμπίδια, δεν φαινόταν να ελκύει την προσοχή κανενός υποψηφίου αγοραστή και έτσι ο έμπορος του την πούλησε σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, την καθάρισε και σαν ένα παιδί που του δωρίζουν ένα παιχνίδι, τη χρησιμοποίησε. Παραδόξως όμως, αντί για τη φράση που ήθελε, στο χαρτί αποτυπώθηκαν οι μύχιες σκέψεις του που δεν τολμούσε να ομολογήσει ούτε καν στον εαυτό του.

Μάταια προσπάθησε να βρει μια λογική εξήγηση, ώσπου, έπειτα από την επανάληψη του συμβάντος και της ταυτόχρονης απόπειρας γραφής μ’ ένα απλό μολύβι, κατάλαβε ότι η πένα ήταν μαγική και εξανάγκαζε τον κάτοχό της να αποκαλύπτει τα μυστικά του.

Εν αγνοία του είχε αποκτήσει λοιπόν ένα ισχυρότατο όπλο και αυτό το συνειδητοποίησε, όταν δοκίμασε την επιρροή της πένας, δανείζοντάς τη σε φίλους και συνεργάτες. Μια απλή σημείωση μετατρεπόταν αυτοστιγμεί σε μια τρομερή παραδοχή που τα πειραματόζωα προσπαθούσαν να καλύψουν με ατυχείς δικαιολογίες.

Κάλλιστα θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί στο έπακρο το πλεονέκτημα της πένας του, εκβιάζοντας και απειλώντας τα υποψήφια θύματά του, όμως ο τρόμος που αντίκριζε στο βλέμμα τους ακόμα και στην υποψία ότι θα μπορούσε να τους βλάψει, τον σταματούσε.

Σύντομα αποφάσισε να την κρύψει στο συρτάρι του, αλλά η πένα προκαλούσε διαρκώς τη χρήση της και μια ημέρα που επιθυμούσε έντονα να την ξεφορτωθεί, εκείνη – καθώς την κρατούσε στο χέρι του – άρχισε να ξεδιπλώνει στο χαρτί την ιστορία της.

Μια ιστορία που δεν μιλούσε για τέρατα, δράκους και πρίγκιπες, αλλά για μια μάγισσα που μάγεψε την πένα για να εξουσιάζει τους συγχωριανούς της.

«Διψώ», έγραφε η πένα. «Λαχταρώ διαρκώς για νέες εκμυστηρεύσεις. Όσο και αν προσπαθήσεις, δεν θα κατορθώσεις να απαλλαγείς από εμένα, παρά μόνο όταν με πουλήσεις σε κάποιον άλλο. Σε συμβουλεύω όμως να μην το κάνεις, γιατί είσαι ο πρώτος που δεν καρπώθηκε το χάρισμά μου για προσωπικό του όφελος.

Κράτησέ με σε παρακαλώ και προστάτευσέ μας όλους από τούτο το χάρισμα που συνάμα είναι και η μεγαλύτερη κατάρα».

Συνταγή της Αμβροσίας: Ρόδινες στάλες

Υλικά:

10 μεγάλες βανίλιες (εσωτερικά κόκκινες)

1 ½ κούπα ζάχαρη

2 λοβοί βανίλιας

6 σπόροι τόνγκα

1 κιλό τσικουδιά (άοσμη και απαλή)

½ κιλό ροζέ κρασί (γλυκό και μυρωδάτο)

Εκτέλεση:

Πλένουμε τις βανίλιες και τις χαράζουμε σε τέσσερα σημεία. Κόβουμε τους λοβούς βανίλιας και σπάζουμε τους σπόρους τόνγκα.

Τοποθετούμε όλα τα υλικά σε ένα καλά κλεισμένο γυάλινο βάζο για σαράντα ημέρες και σε σκοτεινό σημείο. Ανακινούμε το βάζο καθημερινά 2 – 3 φορές και ύστερα από σαράντα ημέρες, στραγγίζουμε το ποτό χρησιμοποιώντας διπλή γάζα και το τοποθετούμε σε μποτίλια.