Η μέρα ήταν πανέμορφη και ηλιόλουστη. Εντελώς πρωτοφανές για τέλος του χειμώνα. Έριξε μια ματιά στο ημερολόγιο της. 27 Φεβρουαρίου και η Άνοιξη είχε κάνει ήδη θριαμβευτικά την είσοδό της. Ξαφνικά ένιωσε να ασφυκτιά στα στενά όρια του γραφείου της και στιγμιαία πέρασε από το μυαλό της η σκέψη να φύγει στα κλεφτά και να κάνει ένα μεγάλο περίπατο στο Central Park που έμοιαζε τόσο ονειρικά παραδεισένιο από το παράθυρο του γραφείου της. Μια όαση ομορφιάς μέσα στην πολύβουη μητρόπολη του κοσμοπολιτισμού. Όσο και να είχε αγαπήσει την πόλη αυτή με όλη τη δύναμη της ψυχής της άλλο τόσο την εξουθένωνε και μεγιστοποιούσε τους φόβους και τα διλήμματα της. Υπήρχαν στιγμές που ήθελε να φύγει μακριά, να εξαφανιστεί με προορισμό το άγνωστο χωρίς να πάρει μαζί της κανένα προσωπικό της αντικείμενο. Κάποιες φορές ένιωθε την απειλή της ψυχικής φθοράς να την ζυγώνει επικίνδυνα και να απειλεί να την εξουδετερώσει. Τότε ήταν που αισθανόταν εντελώς άοπλη και ανίσχυρη κι επιθυμούσε να αλλάξει χώρα, ζωή και εαυτό. Πώς μπορεί όμως να ξεφύγει κανείς από τον ίδιο του τον εαυτό, από ένα ασήκωτο φορτίο το οποίο είναι καταδικασμένος να κουβαλά σε όλη του τη ζωή;

Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο ρολόι της και μια βρισιά ξέφυγε μέσα από τα δόντια της. Σε πέντε λεπτά ακριβώς είχε ραντεβού με εκείνο τον Έλληνα συγγραφέα, που εκείνη τη δεδομένη στιγμή της διέφευγε το όνομά του και δεν την ενδιέφερε καν να το θυμηθεί. Σκέφτηκε να πει στην γραμματέα της να της ακύρωνε το ραντεβού αλλά το μετάνιωσε όταν θυμήθηκε πως είχε πολύ πιεσμένο πρόγραμμα για τους επόμενους δύο μήνες. Αποφάσισε να συντομεύσει τη συνάντηση μαζί του και να πάει εκείνο τον περίπατο που ονειρευόταν στο Central Park όταν χτύπησε το τηλέφωνο της και η γραμματέας της ανήγγειλε την άφιξη του κύριου Αλέξη Παπασωτηρίου. Εντελώς ανόρεχτα της απάντησε πως μπορούσε να περάσει.

Το βλέμμα της ήταν προσηλωμένο στην ατζέντα της όταν άκουσε το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. Ψέλλισε μετά βίας ένα «περάστε» και όταν εκείνη άνοιξε αποφάσισε να κοιτάξει προς το μέρος του. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. Ο γοητευτικός άγνωστος του εστιατορίου στεκόταν μπροστά στην είσοδο του γραφείου της.

Η δική του έκπληξη δεν ήταν μικρότερη καθώς παρέμεινε αποσβολωμένος να την παρατηρεί χωρίς να μπορεί να προφέρει ούτε μία λέξη. Η μελαχρινή κοπέλα που τον είχε θαμπώσει στο εστιατόριο ήταν η Νταιάνα Άλλεν, η ατζέντης, η οποία επέλεξε να τον  εκπροσωπήσει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους επίδοξους συγγραφείς. Στο μυαλό του στριφογύριζε μια φράση που συνήθιζε να λέει ο πατέρας του «Όταν οι συμπτώσεις επαναλαμβάνονται, τότε παύουν να είναι συμπτώσεις». Να που τελικά η Νέα Υόρκη δεν ήταν μια πόλη τεράστια και αχανής όπως την παρουσίαζαν αλλά μικρή, απροσδόκητα μικρή και απρόβλεπτη.

Για μερικά λεπτά δεν μιλούσε κανένας από τους δύο μέχρι που η Νταιάνα ανακτώντας τη χαμένη της αυτοκυριαρχία, αποφάσισε να κάνει την αρχή.

«Αν δεν με ξεγελά η μνήμη μου εμείς οι δύο έχουμε ξανασυναντηθεί σ’ένα ελληνικό εστιατόριο πριν από μερικούς μήνες. Είστε Έλληνας όπως καταλαβαίνω από το ονοματεπώνυμο σας. Αλέξης Παπασωτηρίου. Πολύ δύσκολο και μακροσκελές όνομα για να το προφέρει κανείς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’αυτό δεν νομίζετε;», είπε κοιτώντας τον στα μάτια χαμογελώντας.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά χωρίς να μιλήσει. Την κοιτούσε μόνο επίμονα αδυνατώντας να προφέρει έστω και μια λέξη. Η θέα αυτή της γυναίκας του προκαλούσε υπέρμετρη συγκίνηση και θαυμασμό. Η ομορφιά της ήταν ιδιαίτερη κι εκλεπτυσμένη, έμοιαζε με ρομαντική ηρωίδα μυθιστορήματος. Όμως, το χαρακτηριστικό που τον έλκυε πάνω της σαν μαγνήτης ήταν η αύρα μυστηρίου και μελαγχολίας που απέπνεε. Τα πελώρια μάτια της είχαν μια μόνιμη θλίψη και το χαμόγελό της ξεκινούσε από ένα μορφασμό πόνου. Η αμυντική κι ελεγχόμενη στάση της απέναντι του αντί να τον απωθήσει, του προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ήθελε να μάθει όλα όσα αφορούσαν εκείνη και τη ζωή της. Ποιά ακριβώς ήταν η Νταιάνα Άλλεν; Πώς περνούσε μια συνηθισμένη της μέρα. Τι έκανε μόλις έφευγε από το γραφείο της;

«Λοιπόν, κύριε Παπασωτηρίου, δεν μου απαντήσατε στην ερώτηση μου. Πώς θα μπορούσαμε να απλοποιήσουμε το όνομα σας; Αν θέλετε τη γνώμη μου, σκέφτομαι πως θα μπορούσατε να κρατήσετε το μικρό σας όνομα με κάποια μικρή διαφοροποίηση, να το κάναμε Άλεξ και να βρίσκαμε ένα άλλο επώνυμο. Κάτι σαν ψευδώνυμο δηλαδή. Ένα ψευδώνυμο εύηχο, το οποίο να μπορεί να προφέρεται εύκολα από το αμερικανικό κοινό. Όσον αφορά στη γραφή σας τώρα, οφείλω να σας ομολογήσω πως την βρήκα πολύ μεστή, συγκροτημένη, χωρίς εξάρσεις και πλατειασμούς. Διακρίνεται από μια σοφή λιτότητα που δυστυχώς βρίσκουμε σπάνια στα γραπτά των σύγχρονων συγγραφέων, Επίσης διακρίνεται και από μία υποβόσκουσα αίσθηση του χιούμορ, το οποίο θεωρώ ως μεγάλο χάρισμα, το οποίο χαρακτηρίζει μια ιδιοφυή γραφή και δυστυχώς πολύ δύσκολα το συναντάμε στα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα. Δεν σας κρύβω πως χρειάζεται δουλειά σε ορισμένα σημεία και κάποιες αλλαγές, τις οποίες θα δουλέψουμε μαζί. Οφείλω να σας τονίσω  πως είναι απαραίτητη προυπόθεση να γίνουν αυτές οι αλλαγές προκειμένου να πραγματοποιηθεί η συνεργασία μας. Έχω σημειώσει αναλυτικά τα σημεία τα οποία χρειάζονται αναθεώρηση και λίγη περισσότερη δουλειά. Επίσης, η χρήση της αγγλικής γλώσσας είναι σωστή, όχι όμως άπταιστη όπως θα έπρεπε να είναι. Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’αυτό. Φαίνεται δηλαδή πως τα αγγλικά δεν είναι μητρική σας γλώσσα. Είστε βέβαια Έλληνας, όμως αυτό τον αναγνώστη δεν τον απασχολεί καθόλου, πόσω μάλλον τον εκδοτικό οίκο που θα σας εκπροσωπήσει. Ο αναγνώστης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταλάβει πως έχει να κάνει με ένα ξένο όσον αφορά στη γραφή σας, έστω κι αν γνωρίζει ότι είστε. Εισηγούμαι λοιπόν να κάνετε ειδικά μαθήματα δημιουργικής γραφής με έμφαση στην αγγλική γραμματική και σύνταξη και να διαβάζετε όσο μπορείτε περισσότερο αμερικανική λογοτεχνία. Αν ζητάτε τη συμβουλή μου θα σας πω μόνο το εξής που μας έλεγε μια εξαιρετική καθηγήτρια συγκριτικής λογοτεχνίας στο μεταπτυχιακό: Γράψτε, γράψτε, γράψτε. Διαβάστε, διαβάστε, διαβάστε. Μην προσπαθήσετε να εντυπωσιάσετε κανένα χρησιμοποιώντας μακροσκελείς και πολυσύνθετες προτάσεις επειδή θα μπερδέψετε τον αναγνώστη. Στα αγγλικά ο βασικός κανόνας είναι οι μικρές και περιεκτικές προτάσεις, η χρήση όσο το δυνατό λιγότερων επιθέτων και η απλότητα στην γραφή. Ξεχάστε πως γράφετε στα ελληνικά. Η αγγλική γλώσσα έχει τους δικούς της κανόνες. Όμως είστε πολύ ταλαντούχος και θα κατορθώσετε να υπερπηδήσετε το γλωσσικό εμπόδιο. Η γραφή σας έχει μια στόφα μοναδική που μου μαγνήτισε το ενδιαφέρον και γι’αυτό το λόγο άλλωστε θέλησα να σας συναντήσω. Αν επιθυμείτε να δουλέψουμε μαζί, τότε θα συμφωνήσετε σε όλα όσα προανέφερα. Αν πάλι όχι, δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα αλλά η συνεργασία μας δεν πρόκειται να ξεκινήσει ποτέ. Η επιλογή είναι δική σας. Λοιπόν, ποιά είναι η απάντησή σας;

Εκείνος ανάκτησε την αυτοκυριαρχία του και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της μ’ένα σιβυλλικό χαμόγελο.

«Μην μου πείτε ότι δεν θυμάστε πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχατε κάνει εκείνη τη μέρα στο εστιατόριο επειδή δεν πρόκειται να σας πιστέψω. Αν δεν κάνω λάθος συνοδευόσασταν από ένα κύριο, ο οποίος ενοχλήθηκε.»

«Αν δεν σταματήσετε θα με αναγκάσετε να σας διώξω. Το θράσος σας είναι ανεκδιήγητο.»

Το ηχόχρωμα της φωνής της δεν είχε την ίδια στιβαρότητα. Η αμηχανία της ήταν εμφανής

«Πάντως είστε απείρως ωραιότερη από κοντά. Το πρόσωπο σας μοιάζει με ένα αληθινό έργο τέχνης. Κανείς από τους μεγαλύτερους αναγεννησιακούς ζωγράφους δεν θα μπορούσε να το απεικονίσει με τόση μαεστρία. Τελικά η φύση είναι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης.

«Κύριε Παπασωτηρίου είστε σοβαρός; Τι λέτε; Εγώ σας μιλάω για μια συνεργασία από την οποία κρίνεται το μέλλον σας και εσείς λέτε αερολογίες περί ομορφιάς και αναγεννησιακής τέχνης. Σοβαρευτείτε σας παρακαλώ για να συζητήσουμε υπεύθυνα διαφορετικά γνωρίζετε πού βρίσκεται η πόρτα.»

Ο τόνος της φωνής της ήταν αυστηρός και κοφτός αν και κάποιος προσεκτικός ακροατής θα διέκρινε μια ελαφρά ταραχή.

«Μα γιατί ταράζεστε τόσο κυρία Άλλεν; Δεν σας έβρισα. Μια πολύ ορθή διαπίστωση έκανα. Πραγματικά σας μιλάω, εκείνη τη μέρα στο εστιατόριο έφυγα στην κυριολεξία νηστικός. Υπήρχαν του κόσμου τα εδέσματα στο τραπέζι αλλά εμένα το μυαλό μου ταξίδευε στην πανέμορφη ύπαρξη που καθόταν μερικά τραπέζια μπροστά μου. Κι εσείς με προσέξατε κάποια στιγμή και χάρηκα τόσο πολύ που δεν σας ήμουν αδιάφορος. Ο μοναδικός λόγος που δεν έκανα οποιαδήποτε κίνηση ήταν ο συνοδός σας, ο οποίος δυστυχώς για μένα με πρόσεξε κι αυτός με αποτέλεσμα να με κεραυνοβολήσει με μερικές ιδιαίτερα άγριες ματιές.», είπε ο Αλέξης πλησιάζοντας προς το μέρος της.

«Σας παρακαλώ κύριε σταματήστε επειδή γίνεστε επιεικώς γελοίος. Πόση αλαζονεία υποβόσκει μέσα σας αγαπητέ μου; Επιτέλους πάψτε να κολακεύετε τον εαυτό σας και να τον τοποθετείτε στο κέντρο του σύμπαντος θεωρώντας πως όλοι ασχολούνται μαζί σας και με τις ανεκδιήγητες αντιδράσεις σας. Πραγματικά σας λέω αρνούμαι να ακούσω άλλα.»

«Τζέημς Πάρκερ δεν λεγόταν ο συνοδός σας εκείνη τη μέρα;»

Η Νταιάνα έστρεψε το βλέμμα προς το μέρος του σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

«Θα απορείτε από πού το γνωρίζω. Ο ίδιος μου συστήθηκε λίγο καιρό μετά στο ίδιο εστιατόριο αλλά καθόλου ευγενικά ομολογουμένως. Συνοδευόταν μάλιστα από μια άλλη κυρία, την οποία δεν σεβάστηκε καθόλου καθώς μου ζήτησε μπροστά της ευθαρσώς εξηγήσεις για τον λόγο που σας κοίταζα επίμονα εκείνη τη μέρα.»

Στο μυαλό της Νταιάνα άρχισαν να περνάνε συνειρμικά όλες οι εικόνες της επισκεψης του Τζέημς στο γραφείο της, η στιχομυθία του και η ανεξήγητη εχθρότητά του. Τελικά ο χαώδης κόσμος μπορούσε να γίνει ανεξήγητα και ασφυκτικά μικρός. Η σκέψη και μόνο ότι το όνομα της έγινε αντικείμενο έντονης συζήτησης και σχεδόν τσακωμού σε ένα από τα πιο κεντρικά και πολυσύχναστα εστιατόρια της Νέας Υόρκης ξεπερνούσε κάθε νοσηρή φαντασία.

«Ας μην μιλάμε άλλο γι’αυτό το ζήτημα όμως. Ίσως να είναι και λάθος δικό μου που το ανέφερα. Απλώς ανέφερα το συγκεκριμένο περιστατικό επειδή ήθελα να τονίσω  πόσο πολύ με συγκίνησε η παρουσία σας εκείνη τη μέρα και πραγματικά σας μιλάω σε ό,τι έχω πιο ιερό, δεν σταμάτησα ούτε στιγμή να σας σκέφτομαι. Κάνατε κατάληψη στο μυαλό μου,  ζητούσα απεγνωσμένα να σας δω ακόμα μια φορά και με έζωνε η απελπισία όταν σκεφτόμουν πως οι πιθανότητες να σας ξαναδώ στην πιο αχανή πόλη του κόσμου ήταν κάτι περισσότερο από μηδαμινές. Φανταστείτε την εκπληξή μου λοιπόν μόλις σας είδα μπροστά μου σήμερα και μάλιστα κάτω από τις πιο παράξενες συνθήκες που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Να είμαι εγώ ένας επίδοξος συγγραφέας κι εσείς η ατζέντης που στα χέρια της κρατά ολόκληρη την επαγγελματική του μοίρα. Μα δεν είναι εκπληκτικό;»

Ο τόνος της φωνής του ήταν ηχηρός και ενθουσιώδης. Μιλούσε και χειρονομούσε ακατάπαυστα σαν παιδί που του είχαν μόλις χαρίσει ένα αγαπημένο παιχνίδι που θαύμαζε για μήνες στη βιτρίνα ενός καταστήματος χωρίς να τολμά να ζητήσει από τους γονείς του να του το αγοράσουν.

Εκείνη τον άκουγε συγκινημένη, προσπαθώντας μετά βίας να συγκρατήσει ένα δάκρυ συγκίνησης. Τελικά η ζωή δεν ήταν μόνο άσπρο, μαύρο ή γκρι. Είχε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Μπορούσε να σε εκτξεύσει στα ουράνια την ίδια στιγμή που σε είχε κυλήσει λασπωμένο στο ναδίρ.

 «Είναι, σαφέστατα και είναι. Ειδικά όταν έχεις πάψει από μικρό παιδί να πιστεύεις στα θαύματα επειδή σε ανάγκασαν οι περιστάσεις. Η περίπτωση μας είναι ένας καταιγισμός συμπτώσεων στις οποίες εγώ ποτέ δεν πίστεψα. Ο πατέρας μου από μικρό κοριτσάκι μου δίδαξε ότι οι πολλές συμπτώσεις όταν επαναλαμβάνονται παύουν να είναι συμπτώσεις. Πραγματικά δεν ξέρω τι να υποθέσω. Το πιο οξύμωρο από όλα είναι που έτυχε εσείς να είστε συγγραφέας και μάλιστα από τους χιλιάδες ατζέντηδες που υπάρχουν στην Αμερική, εσείς επιλέξατε όλως τυχαίως εμένα. Ειλικρινά αν δεν ήταν η πρώτη φορά που πατούσα το πόδι μου σ’εκείνο το εστιατόριο και δεν ήμουνα σίγουρη πως δεν με γνώριζε κανείς, θα ήμουν απολύτως βέβαιη πως ήταν εσκεμμένη η συνάντηση σας μαζί μου και πως εσείς το επιδιώξατε με δόλιο τρόπο. Επίσης, εγώ είμαι εξαιρετικά επιλεκτική και αυστηρή όσον αφορά στο είδος γραφής που αναζητώ στους συγγραφείς που ενδέχεται να εκπροσωπήσω. Δεν σας κρύβω πως λαμβάνω καθημερινά εκατό επιστολές τη μέρα και απαντάω θετικά κατά μέσο ώρα σε τρεις το δίμηνο στην καλύτερη των περιπτώσεων. Η γραφή σας όπως σας είχα αναφέρει και νωρίτερα έχει μια ιδιαίτερη στόφα, είναι βαθιά συγκινησιακή και αγγίζει ιδιαίτερα ευαίσθητες χορδές. Αυτό λείπει στην σύγχρονη λογοτεχνία. Το συναίσθημα και η ψυχή όπως αυτή παλεύει να ξεπροβάλει πίσω από τις λέξεις.»

«Τι θα λέγατε αν σας πρότεινα να πηγαίναμε για φαγητό στο ίδιο εστιατόριο στο οποίο σας είδα για πρώτη φορά; Δεν βρίσκεται μακριά από δω και είναι ένα πολύ πιο ευχάριστο μέρος για να συνεχίσουμε την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση μας. Απ’ό,τι φαίνεται, εμείς οι δύο έχουμε πολλούς κοινούς παρονομαστές και κάτι μου λέει πως αν συζητήσουμε λίγο περισσότερο θα εκπλαγούμε πόσους περισσότερους θα βρούμε. Λοιπόν τι λέτε;»

Ο τόνος της φωνής του δεν είχε τίποτα το επιτακτικό, αντιθέτως κάποιος ουδέτερος ακροατής θα διέκρινε πως ήταν μάλλον παρακλητικός. Εκείνη τον κοίταξε αναποφάσιστη μειδιώντας ελαφρά.

«Δεν μου ακούγεται πολύ επαγγελματική η πρόταση σας. Ξέρετε έχουμε να μελετήσουμε και τους όρους του συμβολαίου και αυτή η διαδικασία γίνεται πάντα στο γραφείο. Δεν βλέπω τον τρόπο με τον οποίο κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί σε ένα πολυσύχναστο και πολύβουο μέρος όπως ένα εστιατόριο. Όμως η αλήθεια είναι πως είναι μεσημέρι και πεινάω αρκετά οπότε ας πάμε. Θα είναι όμως ένα σύντομο γεύμα. Μετά  θα πρέπει να επιστρέψουμε στο γραφείο για την υπογραφή των συμβολαίων.»

«Η επιθυμία σας διαταγή. Πώς άλλωστε κάποιος μπορεί να αρνηθεί σε μια τόσο γοητευτική και δυναμική γυναίκα όπως είστε εσείς. Αλήθεια, ήθελα να σας ρωτήσω αν έχετε τίποτα κοινό με την Ελλάδα καθώς η φυσιογνωμία σας δεν μοιάζει με φυσιογνωμία κλασικής Αμερικανίδας. Διαθέτετε κλασική ελληνική ομορφιά. Αυτό ήταν το πρώτο στοιχείο που με μαγνήτισε πάνω σας καθώς η ομορφιά αυτή πλέον είναι είδος προς εξαφάνιση ακόμα και στην Ελλάδα. Οι περισσότερες γυναίκες πια μοιάζουν με κλωνοποιημένες  πλαστικές κούκλες. Πανομοιότυπα σώματα, πρόσωπα, μαλλιά και εκφράσεις λες και αποτελούν προιόντα μαζικής παραγωγής από την ίδια βιομηχανία. Η πρωτοτυπία, η αυθεντικότητα και η φυσική ομορφιά αν υπάρχουν είναι δυσεύρετες.»

Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα κοκκινίζοντας ελαφρά. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες διαχυτικές εκδηλώσεις θαυμασμού ούτε και της άρεσαν ποτέ. Τις έβρισκε ξεπερασμένες, σαχλές και προσποιητές, Όμως αυτός ο άντρας είχε ένα ιδιαίτερο και ειλικρινή λόγο έκφρασης. Ο θαυμασμός του ήταν ατόφιος και ειλικρινής. Την κοιτούσε με μάτια που φωτίζονταν κάθε φορά που έπεφταν πάνω της. Αλήθεια πότε την είχε κοιτάξει έτσι κάποιος άντρας για τελευταία φορά;

«Είστε υπερβολικός στις εκφράσεις σας αλλά δεν πειράζει. Μην νομίζετε πάντως πως θα σας χαριστώ στους όρους του συμβολαίου. Σε αυτό είμαι αδέκαστη επαγγελματίας», του είπε πειρακτικά.

«Κι αν σας πω ότι το συμβόλαιο αυτή τη δεδομένη στιγμή είναι το τελευταίο που με απασχολεί;» απάντησε εκείνος κοιτώντας την αινιγματικά.

«Τότε θα σας πω κι εγώ με τη σειρά μου πως χάνουμε ένα συμβόλαιο, κερδίζουμε όμως ένα χορταστικό γεύμα. Ώρα όμως να πηγαίνουμε επειδή έχω την εντύπωση ότι θα λιποθυμήσω από την πείνα. Από τη στιγμή που αναφέρατε εκείνο το εξαιρετικό ελληνικό εστιατόριο, το μυαλό μου κάνει συνειρμούς και προεκτάσεις με διάφορα γαστρονομικά πιάτα.»

Άρχισαν να γελάνε και οι δύο ταυτοχρόνως κι έσπευσαν για το εστιατόριο. Ο κύβος ερρίφθη και ο πάγος είχε σπάσει.