από τον Μάριο ΑΠοστολίδη.

Την ρώτησε σε πόση ώρα θα ήταν έτοιμη. Του απάντησε να κάνει ένα ντούς να δροσίσει το σώμα της και θα ήταν έτοιμη. Έκανε όση ώρα θα χρειαζόταν να δροσιστεί ένα σώμα καταδρομών. Την περίμενε στωικά.

Ήθελε να επαναλάβει την διαδρομή των πέτρινων γεφυριών και να καταλήξει στα Βρέτσια. Λίγο καιρό πριν, η διαδρομή καταπράσινη δεν χόρταινε να θαυμάζει το τοπίο. Τώρα ένα μεταξένιο κίτρινο χρώμα έντυσε τους λόφους μετά την Ανώγυρα. Κάποιες πράσινες παρεμβολές τα αμπέλια της Δωράς και του Άρσους, έσπαζαν την παντοκρατορία του κίτρινου.

Το δάσος που ξεδιπλώθηκε μπροστά τους μετά τον Άγιο Νικόλαο έλαμπε από υγεία. Χαμηλά το φράγμα της Αρμίνου, μια γαλάζια λίμνη ανάμεσα στο πράσινο, έκανε το τοπίο να μοιάζει με τοπίο της Ελβετίας, και της βόρειας Ιταλίας. Στο γεφύρι του Τσελεφού, παιδιά έπαιζαν στο νερό που έτρεχε γαργαριστό.

Μια θεά, προφανώς αραβικής προέλευσης με ένα κόκκινο φόρεμα πόζαρε στο φακό του αγοριού της, σίγουρη για την ταραχή που προκαλούσε στον αντρικό και γυναικείο πληθυσμό γύρω της. Δεν του επέτρεψε να βγάλει ούτε μια φωτογραφία χωρίς την αιθέρια παρουσία της. Πρόσεξε το βλέμμα της συντρόφου του, που αν εξέπεμπε ακτίνες λέιζερ, θα την είχε εξαφανίσει στη στιγμή.

 Διέσχισε το νερό και κίνησε για το γεφύρι του Ρουδιά γεμάτος αυτοπεποίθηση ότι θα το εύρισκε με την πρώτη. Τις προηγούμενες 4 φορές που είχε πάει, είχε χαθεί και τις τέσσερεις φορές και χρειάστηκε να επιστρέψει και να ζητήσει βοήθεια από τους πυροσβέστες να τον καθοδηγήσουν. Τελικά ούτε τώρα γλύτωσε τον εξευτελισμό. Ο καημένος ο πυροσβέστης σαν τον είδε τόσο χαμένο, μπήκε στο αυτοκίνητο και τον οδήγησε μέχρι εκεί που δεν είχε άλλη διχάλα ο δρόμος.

 Το γεφύρι ξεπρόβαλε μέσα από την πυκνή βλάστηση ομορφότερο από κάθε άλλη φορά. Στάθηκε και αφουγκράστηκε τους ήχους του νερού που κυλούσε στους παραποτάμους της περιοχής και τα τζιτζίκια που συναγωνίζονταν σε παραφωνία μεταξύ τους. Περπάτησε μέσα στο νερό και πήγε στην αντίπερα όχθη. Λίγο πιό πίσω πήρε το μάτι του μέσα σε μια συστάδα βάλτων να ξεπροβάλλει η καμάρα ενός άλλου γεφυριού, του έκανε εντύπωση που δεν το είχε δει ποτέ πριν. Το νερό δροσερό και κρυστάλλινο ξέπλυνε όλη την κούραση που κουβαλούσε τις τελευταίες εβδομάδες με τις μεγάλες αλλαγές στην δουλειά του. Στις πιο κάτω όχθες κατάλοιπα οικοδομών πρόδιδαν ότι θα έπρεπε να είναι κέντρο διαμετακομιστικό η περιοχή με τις ανάλογες υποδομές. Μια σπηλιά ορθωνόταν στην αντίπερα όχθη με ένα οπαίο στην κορυφή και μια δέσμη φωτός περνούσε μέσα από αυτό φωτίζοντας τα μαύρα τοιχώματα. Στην χαρά η ώρα κυλά πολύ γρήγορα και δεν προλάβαινε να πάει στα Βρέτσια.