από τον Μάριο Αποστολίδη

Την είδε να κάθεται στην γωνιά της αυλής, ευθυτενής και αριστοκρατική όπως πάντα. Οι πόρτες ορθάνοικτες, οι πλάκες του σπιτιού φρεσκοπλυμένες. Το σπίτι μυρίζει παστρικιά και νοικοκυροσύνη. Καλώς τον, ένα πλατύ χαμόγελο στόλισε το πρόσωπο της και έλαμψαν από χαρά τα μαύρα μάτια της. Κάτσε να ανάψω την φουκού να σου κάνω την κότα στα κάρβουνα που σου αρέσει. Δεν αρνήθηκε. Μεμιάς ένοιωσε την γεύση της ξεροψημένης κότας στον ουρανίσκο του και η καρδιά γέμισε νοσταλγία. Οι πόρτες κλειστές πια εδώ και καιρό. Για το χατίρι της κρατά την αυλή καθαρή και κλαδεύει το κλίμα, όπως εκείνη του έδειχνε να το κάνει υψώνοντας το μπαστούνι δείχνοντας το σημείο που θα έπρεπε να κόψει την κλιματζία.

Μνήμες ζωντανές, θησαυροί ανεκτίμητοι.

Έλένη. Ανώγυρα