Ήρθε η ώρα λοιπόν. Να γράψω ένα γράμμα σε σένα «φίλε» μου.

Ναι, σε πολλά εισαγωγικά η λέξη, και με πονάει αυτό πιο πολύ από όσο φαντάζεσαι.

Εσύ λοιπόν, με τον «βίο και πολιτεία» που διηγείσαι σε κάθε ευκαιρία, πες μας τα κατορθώματά σου.  Πες μας τι έμαθες απο τα χαστούκια που κατά καιρούς έτρωγες, όπως όλοι μας εξάλλου. Πες μας, που και πως ζείς, ποιούς έχεις διαλέξει για συνοδοιπόρους…

Να σου πω εγώ λοιπόν, «φίλε» μου.

Πουθενά δε σε πήγε το ταξίδι της ως τώρα ζωής σου. Σε άφησε στάσιμο, στο σπίτι της μαμάς σου, στα πενήντα σου, να παραπονιέσαι γιατί δε σου αλλάζει τα σεντόνια 3 φορές την εβδομάδα, και το κάνει μόνο 2. Ντροπή της, αφού της έχεις τονίσει πολλές φορές τις απαιτήσεις σου!

Πως τολμάει! 

Έτσι και δεν ήταν μάνα σου, θα της έχωνες και δυο φούσκα να στρώσει, όπως έχεις κάνει  με γκόμενες, όταν «σε φτάνουν στα όριά σου» όπως λες. Και δεν ντρέπεσαι κι όλας όταν το λες. Ναι, έχεις χτυπήσει γυναίκες, και το λες

Επίσης, παρακινείς και άλλους να το κάνουν, «για πλάκα μωρέ!» λέγοντάς τους μπροστά στις γυναίκες τους: «ΧΩΣΕ ΤΗΣ ΡΕ δυο μάπες να στρώσει που θα έχει κι απαιτήσεις!».

Το έχεις πεί και για μένα, στον άντρα μου, μπροστά μου. 

Το έχεις πεί σε μένα, μπροστά του: «Να σε είχα εγώ γκόμενα, θα σε έκανα να μετρήσεις τα δόντια σου, που θα μίλαγες σε μένα όπως μιλας αυτουνού!».  Κι έτρεμες από νεύρα, πίσω από το αμήχανο γέλιο του «πλάαακα κάνουμε μωρεεέεε!»

Περίμενες να γελάσω, σαν ηλίθια, σαν τις γκόμενες που εσύ κυκλοφορείς, (ο θεός να τις κάνει γκόμενες). 

Αλλά δεν έγινε έτσι. Στη χάλασα την παραμύθα!

 Σου απάντησα πως για αυτόν τον λόγο και για χίλιους άλλους, δεν θα είχες ποτέ μια σαν εμένα γκόμενα. Κι εκεί σου κόπηκε το γέλιο… Γιατι κατά βάθος την ξέρεις την αλήθεια σου. Ψευτόμαγκα της συμφοράς, Κουταλιανέ του κώλου!

Συνεχώς το τεράστιο «εγώ» σου, δεν σε αφήνει να ανοίξεις διάλογο. Τα ξέρεις όλα, για όλους. Γι αυτό καταλήγεις να μιλάς μόνος σου, κι ας έχεις κι άλλους στο τραπέζι σου.

Έχεις το θράσσος, την αγένεια, την κακία και τη μισανθρωπιά, να παίζεις και να γελάς εις βάρος ενός ανθρώπου, με ψυχολογικά προβλήματα.

Να τον κοροϊδεύεις, μιλώντας του, και αναλύοντας μαζί του θεωρίες για νεφελίμ κι ελοχίμ.

Και σε αυτό ήμουν παρούσα. Προσπαθούσες να με κάνεις κι εμένα να συμμετέχω, κι εγώ στο έκοβα, προσπαθώντας να γλιτώσω τον ανθρωπάκο απο τα νύχια της κακίας σου, της ανάγκης σου να φανείς ανώτερος από εκείνον. Γιατί μόνο εκεί σε παίρνει…

Τα τελευταία αρκετά χρόνια, που σε ξέρω, δεν έχεις αποπειραθεί κάν να εργαστείς.

Όλο δικαιολογίες, όλο οι άλλοι φταίνε που δεν πας μπροστά, που δε σου εμπιστεύονται τα χρήματά τους  να τα πολλαπλασιάσεις και κα κάνετε όλοι μαζί «κέντα», με τα κονέ σου. Τρομάρα σου!

Γελάς με τους ανθρώπους που εκτιμούν την σταθερότητα στη ζωή τους. Εσύ, που δε χάνεις το χουζούρι σου, ακόμη κι όταν εργαζόμενοι άνθρωποι, όπως εμείς, ρε χαραμοφάη, ερχόμαστε από την άλλη άκρη της αττικής για να δούμε τη μούρη σου, μιας κι εσύ ετοιμάζεις βαρβάτες μπίζνες και μίτιγκ, στο στέκι σου, δέκα βήματα από την πόρτα σου.

Περνιέσαι για ελεύθερος από επιλογή.

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, και Χα!

Πες μου μια γυναίκα, οποιασδήποτε ηλικίας, που σέβεται τον εαυτό της, εργάζεται, δεν έχει υπαρξιακά και ψυχολογικά προβλήματα, θα έμπλεκε με έναν κολλημένο στη μαμά του πενηντάρη, άεργο ξυσαρχίδη άντρα. Που μπορεί να τη χτυπήσει κι όλας.

Ισχυρίζεσαι και δικαιολογείσαι πως δε βγαίνεις με καμμία της προκοπής, επειδή αυτές κοιτάνε το χρήμα, τα λούσα και τα ακριβά μέρη. 

Δηλαδή, λες όλες τις γυναίκες πουτάνες. 

Αλλά οχι! Ξέρω τι παραδέχεσαι! Παραδέχεσαι την ανικανότητά σου να κρατήσεις μια γυναίκα, με την προσωπικότητά σου. Με τις κινήσεις και τα λόγια σου. Έτσι ναι. Πολύ σωστά σκέφτεσαι! Δε μπορείς. Γιατί δεν έχεις!

Από τότε που φέρθηκες τόσο απαίσια στον ανθρωπάκο που είπαμε παραπάνω, από τότε έχουμε να σε πλησιάσουμε. Το χαιρέκακο γέλιο σου όταν έφυγε, εκείνο το κακανιστό γέλιο, μου έφερε αηδία.

Έμαθα οτι έκανες κι άλλη χοντράδα, σε μια γυναίκα που αγαπώ πολύ, κι ας μη της το λέω, κι ας μη δέχεται πολλές φορές να της το δείξω…

Χήρεψε νέα, ερωτευμένη με τον άντρα της, πολύ! Τους έιχα ζήσει μαζί. Έβλεπα τις ματιές τους, τα γέλια τους, τα κρυφά τους αγγίγματα εκεί που έπρεπε να είναι ,και καλά, σοβαροί κι αγέλαστοι.

Κι έρχεσαι εσύ, ρε σιχαμένε, να κάνεις αστειάκι σε αυτή τη γυναίκα που κάθε μέρα είναι στον τάφο του άντρα της για ώρες ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ με χιόνια και λιοπύρι, λέγοντάς της: «ποιος ξεέρει τι του έκανες του μακαρίτη και τον ξαπόστειλεεεες». Για πλάκα. ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ρε γελοίε!

Όταν το έμαθα έκλαιγα εγώ για λογαριασμό σου! 

Σαν πέρσι παντρευτήκαμε, με τον συνεοσύλεκτο σου, παλιέ μου κολλητέ…

Ανέβασα μια ανάμνηση του «στρωσίματος κρεβατιού» που είχαμε κάνει, γράφοντας τρυφερά λόγια για εκείνον.

Κι εσύ; Τι έκανες; 

Τόνισες πόσο λαμπερή και όμορφη έχω γίνει εγώ, και πόσο έχει χαλάσει ο συζυγός μου, σαν παντρεμένος. «Έτσι καταντάνε αυτοί που βγαίνουν απο την κυκλοφορία

Με προσέβαλλες. Με πλήγωσες χωρίς να σου φταίω.

 Γιατί πολύ απλά, με τον τρόπο σου, είπες πως κοιτάζω την παρτάρα μου, και δεν τον φροντίζω, τον μαραίνω, τον περιορίζω. Νομίζοντας οτι το σώζεις, κάνοντάς το χειρότερο το πράγμα, τον είπες «καλοσιδερωμένο, ατσαλάκωτο»  και μυρωδάτο. Οτι καλά έκανε και με πήρε για να τον έχω καθαρό. (λες και το είχε ανάγκη ο συγκεκριμένος που μένει από μικρός σε δικό του νοικοκυριο, ρε μαμάκια άχρηστε τελειωμένε, που ακόμη και τα σώβρακα σου πλένει η μάνα σου).

Κι όταν μπήκε στην κουβέντα ο ίδιος, μιας κι εσύ τον κάλεσες, και σε ξέχεσε, τι έκανες ρε ώριμε άντρα; Έσβησες όλα σου τα σχόλια, αντί να παραδεχτείς την βλακώδη σου κίνηση. 

Προσβάλλεις και μειώνεις αυτό που είσαι αδύναμος να ζήσεις. Την αγάπη, τον έρωτα, την φροντίδα, το νοιάξιμο. 

Ισχυρίζεσαι πως δεν τα θες. 

Πάσο. 

Έτσι εξευμενίζεις το τέρας της μοναξιάς που σε νανουρίζει κάθε βράδυ. Η Κατάρα σου είναι να κοιμάσαι μόνος σου τις νύχτες, «από επιλογή» ή επειδή ζεσταίνεσαι, με άλλη δίπλα. Επειδή δε μπορείς τα γουτσου γουτσου. Μάλλον γιατί όποτε στα κάνανε, εσύ τα ανταπέδιδες με χαστούκια από το πολύ το αντριλίκι. Κι έτσι σε φτύσανε μέχρι και οι πιο προβληματικές και τελειωμένες γκόμενες!

Μείνε λοιπόν με τις πληρωμένες όπως λες, να σε πουλάνε όταν μένεις ρέστος, και να επιβεβαιώνεσαι, κι άσε μας εμάς τους σχεσάκιδες παντρεμένους, να περνάμε αγκαλιά τα σκούρα μας, με ενα πιάτο φακή στα δυό, και με μια φραπεδούμπα σε παγκάκι, στο πάρκο της γειτονιάς μας. 

Μάντεψε ποιός κερδίζει…

Καληνύχτα! Ε, Καληνύχτα! 

(*το παρόν είναι προϊόν μυθοπλασίας και μπορεί να μην έχει σχέση με την πραγματικότητα,

αλλά έχει με τα νεύρα μου. )