από τη Μαρία Βασιλειάδου.

1993. Όλο και περισσότερο το Παρίσι αυτό, της μοναξιάς, μου θυμίζει το Παρίσι της αυτοεξορίας. Γκρίζο, αδιάφορο. Κράτησα ημερολόγια, μα δεν έγραψα ιστορίες τις ιστορίες που έγραφα άλλοτε, που μυθοποιούσα το μικροπεριστατικό με μιαν ευκολία απίστευτη. Τώρα ή «μουμιοποιήθηκα» ή πήρα πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μου κι εκείνη η αφέλεια χάθηκε. Έλεγα λοιπόν -θα πρέπει να βρω κάτι να φάω, κυρίως κάτι να πιω, μα δεν πεινώ ακόμα, οι γάτες παίζουν στο μεγάλο άδειο δωμάτιο με τη μοκέτα, ξεσαλώνουν στο πήδημα, κυνηγιούνται, είναι κι αυτές ευτυχισμένες όπως κι εγώ φαίνεται κατά βάθος, γιατί δεν έχω πια κρεβάτι, έχω στρώμα, δεν έχω κι αυτή την καταραμένη τηλεόραση που με τύφλωνε κάθε βράδυ με τις εξαίσιες εικόνες της, τα εξαίσια αληθινά προγράμματα του Arte- δεν έχω τίποτα παρά ένα βιβλίο του Λουί Γκαρντέλ…