από την Άρια Σωκράτους.

Το μυθιστόρημα του ήταν επιτέλους έτοιμο. Μετά από κόπους, ξενύχτια και αδιάκοπες αναλαμπές της έμπνευσης που διήρκησαν δύο χρόνια και πέντε μήνες, οι ιδέες του είχαν μετουσιωθεί σε έργο πεντακοσίων εβδομηνταέξι σελίδων.

Το βιβλίο αυτό ήταν ένα κομμάτι από την ψυχή του, ένας άλλος εαυτός που συνυπήρχε με αυτόν που κουβαλούσε. Μόλις έγραψε τη λέξη «ΤΕΛΟΣ», ένα δάκρυ κύλησε πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή του.

Θυμόταν με ακριβή λεπτομέρεια την ημερομηνία και την ώρα που έγραφε κάθε σελίδα. Το πρώτο κεφάλαιο το ξεκίνησε το πρώτο Φθινόπωρο που είχε περάσει στην Αμερική. Μόλις είχε ξεκινήσει τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο και παράλληλα ξεποδαριαζόταν στους δρόμους μέχρι να βρει δουλειά. Στην αρχή επισκέφθηκε όλους τους χώρους εστίασης. Προτιμούσε να κάνει την αρχή σε κάποιο ελληνικό εστιατόριο. Μόλις είχε φύγει από το σπίτι του και τους δικούς του. Οι μνήμες ήταν ακόμα νωπές και οι πληγές του ξενιτεμού του ανοικτές. Όσο κι αν η ψυχή του λαχταρούσε να εξερευνήσει νέους τόπους και μακρινούς, μέσα του κατοικούσε ακόμα εκείνο το παιδί των δέκα χρόνων που περνούσε τα καλοκαίρια του φτιάχνοντας με τη γιαγιά του στο χωριό κουλουράκια από χαρουπόμελο.

«Οι μνήμες κατοικούν μέσα μας», είχε διαβάσει κάποτε σ’ένα βιβλίο του Καρλ Γιουνγκ και τότε δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο της σημασίας αυτής της φράσης.

Ο ήρωας του γεννήθηκε μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Ήταν 3 Δεκεμβρίου του 2013 και το Νιου Τζέρσει με τη Νέα Υόρκη είχαν καλωσορίσει τον πιο παγωμένο χειμώνα των τελευταίων σαράντα ετών. Ο πρώτος χειμώνας που περνούσε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και παράλληλα ο πιο δύσκολος. Θυμόταν πως δεν άντεχε τον χλωμό, γκρίζο ουρανό, την κρυσταλλωμένη από τον πάγο βροχή.  Δεν ήθελε καν να σκέφτεται τις απαίσιες Κυριακές του χειμώνα μπροστά στις οποίες οι Κυριακές του Λονδίνου έμοιαζαν με εκδρομή. Αυτή η μέρα, της οποίας ο προορισμός είναι να τιμάται ο ουρανός, αποτελούσε την καλύτερη εικόνα της κόλασης που είδε πάνω στη γη.  Ίσως επειδή εκείνος ήταν γνήσιο παιδί του καλοκαιριού και των χρυσών ακρογιαλιών. Λάτρευε να μυρίζει τη μεθυστική αύρα της θάλασσας που τον αγκάλιαζε σχεδόν μητρικά, να πασπαλίζει με άμμο τα μαλλιά του, να ανιχνεύει τα βότσαλα μέχρι να βρει το δικό του χαμένο θησαυρό, να μυρίζει το γιασεμί στην πλακόστρωτη αυλή της γιαγιάς του και να κάθεται με τα υπόλοιπα ξαδέρφια του κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας λεμονιάς.

Ήθελε να φύγει τότε από την Αμερική, νόμιζε πως δεν άντεχε να ζήσει εκεί, ένιωθε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να συνηθίσει τους παγωμένους χειμώνες και την διαφορετική ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων.

Μετά ήρθε η άνοιξη. Γεννήθηκε η ηρωίδα του και μαζί της γεννήθηκε και ο μοναδικός και ασυμβίβαστος έρωτας της με τον πρωταγωνιστή του. Ένας έρωτας που αν και ήταν καταδικασμένος από την αρχή, καμία κακή συγκυρία δεν τον εμπόδισε να ανθίσει.

Νόμιζε πως δεν θα τελείωνε ποτέ εκείνο το βιβλίο. Δούλευε σκληρά, πάρα πολύ σκληρά στο εστιατόριο. Παράλληλα ξενυχτούσε στη μελέτη κάθε βράδυ αργά όταν γύριζε. Είχε βάλει ένα γερό στοίχημα με τον εαυτό του. Είχε πάει εκεί για να διαπρέψει. Δεν ταξίδεψε τσάμπα τόσες χιλιάδες μίλια μακριά, δεν ξεσηκώθηκε από τη χώρα του για να επιστρέψει πίσω τόσο σύντομα και αποτυχημένος. Αυτό δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του. Με το κεφάλι ψηλά θα γύριζε μόνο, αν δηλαδή γύριζε ποτέ.

Το αμερικανικό όνειρο σίγουρα δεν ήταν όπως το παρουσίαζαν οι ταινίες. Η αδηφάγα πραγματικότητα της Αμερικής κατάπινε την ενέργεια, τη φρεσκάδα, τα όνειρα ενός νέου. Απαιτούσε συνεχώς δουλειά, επιμονή και ατελείωτες ώρες αφοσίωσης στο στόχο. Όμως ήξερε καλά τον τρόπο να ανταμοίβει. Ακριβοδίκαια και απλόχερα. Φτάνει να είχε κάποιος όραμα και ανεξάντλητη όρεξη για δουλειά.

Κοιτούσε το δημιούργημα του κι ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε ολόκληρο το πρόσωπό του. Το πρώτο μεγάλο βήμα είχε ήδη γίνει. Το βιβλίο ήταν έτοιμο. Ακόμη δεν το πίστευε πως κατόρθωσε να το ολοκληρώσει. Ο κόπος που κατέβαλε ήταν διπλός επειδή το μυθιστόρημα δεν ήταν γραμμένο στη μητρική του γλώσσα αλλά στα αγγλικά. Ευτυχώς που είχε μεγάλη ευχέρεια με την αγγλική γλώσσα. Από μικρός είχε επιδείξει ένα αξιοζήλευτο ζήλο για το μάθημα των Αγγλικών. Βοηθούσε πολύ το γεγονός πως στην Κύπρο όπου περνούσε όλα τα καλοκαίρια του, ζούσαν πάρα πολλοί Άγγλοι και γενικά πάρα πολλοί ξένοι, με αποτέλεσμα τα αγγλικά να είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του νησιού.

Όσο καλά και να χειριζόταν όμως τα αγγλικά δεν έπαυε να είναι ένας ξένος που η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική. Το γεγονός αυτό διπλασίαζε το άγχος και την ευθύνη που είχε ως προς το γραπτό του. Ο Τιμ πριν καν ακόμη το τελειώσει, τον παρακινούσε να το στείλει σε ειδικούς ατζέντες για αξιολόγηση.

Το σύστημα στην Αμερική ήταν πολύ διαφορετικό από το σύστημα της Ελλάδας. Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει ο ίδιος απευθείας με κάποιο εκδοτικό οίκο και να του αποστείλει το έργο του αλλά έπρεπε να απευθυνθεί σε ατζέντη, ο οποίος ενεργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και στον εκδότη. Ο ρόλος του ήταν να εκπροσωπεί τον συγγραφέα ως μάνατζερ και να προωθεί τα συμφέροντα του. Αναλάμβανε την υποχρέωση να του βρει τον κατάλληλο εκδότη με τον οποίο θα υπέγραφε συμβόλαιο.

Η ανεύρεση του σωστού ατζέντη όμως όσο κι αν ακουγόταν ως εύκολη υπόθεση, απεναντίας ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Οι ατζέντες ειδικά σε μια εκρηκτική μεγαλούπολη όπως ήταν η Νέα Υόρκη, ήταν επαγγελματίες ιδιαίτερα απαιτητικοί και δύσκολοι, με πολύ ασφυκτικό πρόγραμμα. Λάμβαναν περίπου εκατό επιστολές τη μέρα από επίδοξους συγγραφείς κι επέλεγαν ελάχιστους. Έκριναν από ένα ελάχιστο δείγμα γραφής δύο παραγράφων αν ο συγκεκριμένος συγγραφέας πληρούσε όλα τα κριτήρια τους και αναλόγως απαντούσε είτε θετικά είτε αρνητικά.

Ο Αλέξης θεωρούσε πως το να βρει ένα σωστό ατζέντη ήταν άδικος και χαμένος κόπος. Γνώριζε πολλές περιπτώσεις συγγραφέων οι οποίοι προσπαθούσαν για χρόνια ολόκληρα να βρουν ένα καλό ατζέντη να τους εκπροσωπήσει αλλά αποτύγχαναν πανηγυρικά και αναγκάζονταν να εργαστούν σ’ένα σωρό άσχετα επαγγέλματα.

Δεν ήθελε να καταντήσει κι ο ίδιος έτσι. Το χάρισμα της υπομονής δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις αρετές που τον διέκριναν. Ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να στείλει μόνο σε δύο-τρεις, το πολύ πέντε ατζέντες και μετά θα παρατούσε την προσπάθεια. Άλλωστε είχε ήδη κάνει τις ανάλογες σπουδές για να διαπρέψει ως δικηγόρος. Δεν περίμενε να ζήσει από τη συγγραφή. Η συγγραφή για αυτόν ήταν η απελευθέρωση και η ψυχοθεραπεία του, ένας έρωτας της ψυχής. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν γι’αυτόν μια δουλειά καριέρας και βιοπορισμού.

Άρχισε να ψάχνει στο ίντερνετ για τα πιο αξιόλογα γραφεία ατζέντηδων στη Νέα Υόρκη. Υπήρχαν πράγματι αρκετά και η επιλογή ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολη. Ο Τιμ και κάποιοι  γνωστοί του που γνώριζαν καλά πως λειτουργούσε ο συγγραφικός χώρος στη Νέα Υόρκη του είχαν επισημάνει τέσσερα κορυφαία γραφεία με τους καλύτερους επαγγελματίες στον τομέα αυτό.

Άρχισε να διαβάζει με προσοχή και να κρατάει σημειώσεις. Ξαφνικά, η αισιοδοξία και η θετική διάθεση που τον διακατείχαν προηγουμένως εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας. Η πορεία που διαγραφόταν μπροστά του και όφειλε να ακολουθήσει του φάνηκε ένας δύσβατος και ανώμαλος δρόμος γεμάτος με ανώμαλες στροφές. Πώς θα μπορούσε αυτός, ένας άπειρος και ξένος εκκολαπτόμενος συγγραφέας να συναγωνιστεί τους Αμερικανούς συγγραφείς, οι οποίοι χειρίζονταν άψογα την αγγλική γλώσσα;

Επίσης, τα βήματα που έπρεπε να ακολουθήσει του φαίνονταν βουνό. Δεν θα έπρεπε απλώς να γράψει μια οποιαδήποτε επιστολή αλλά κάτι συνταρακτικό το οποίο θα δήλωνε το συγγραφικό του ταλέντο και θα τον διαφοροποιούσε από τους υπόλοιπους. Κάτι το οποίο θα ήταν τόσο εντυπωσιακό και αξιόλογο ούτως ώστε να τους έπειθε να ασχοληθούν μαζί του.