Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το έργο «Fort comme la mort», ή όπως μεταφράζεται στα ελληνικά «Δυνατός σαν τον θάνατο» του Γκυ ντε Μωπασσάν κυκλοφόρησε το 1889, εννέα χρόνια δηλαδή μετά τη «Χοντρομπαλού» και τέσσερα χρόνια αργότερα από τον «Φιλαράκο».

Βασικός πρωταγωνιστής του συγκεκριμένου πονήματος είναι ο Ολιβιέ Μπερτέν, ένας διάσημος ζωγράφος, ο οποίος – κατά τη διάρκεια μιας προσωπογραφίας – σχετίζεται ερωτικά με το μοντέλο του, την Άννα, μια κοσμική σύζυγο ενός βουλευτού. Ο δεσμός τους διαρκεί ήδη δώδεκα χρόνια, όταν ο ήρωας συναντά την κόρη της ερωμένης του, η οποία επιστρέφει ύστερα από τρία έτη απουσίας. Τότε ο Ολιβιέ αντικρίζει ξαφνικά στο πρόσωπο, στις κινήσεις και κυρίως στη φωνή της δεκαοχτάχρονης κοπέλας τη μορφή της ώριμης πια μητέρας της και αντιλαμβάνεται, ότι έχει χαθεί για εκείνον η ευτυχία της νεότητας.

Η συνειδητοποίηση του γήρατος και του περιορισμού ευκαιριών για υλοποίηση ονείρων που κάποτε έμοιαζαν πανεύκολα, ταρακουνά τον ήρωα, προκαλεί τον προσωπικό απολογισμό του και τον βυθίζει σε μια δύσκολη περίοδο αμφιταλάντευσης και εσωτερικής αναζήτησης.

Διατηρώντας οικογενειακή φιλική επαφή με την Άννα και τον σύζυγό της, προσπαθεί αγωνιωδώς να αποκρύψει από εκείνη τα αισθήματα που και ο ίδιος αμφισβητεί. Παρ’ όλα αυτά, το γυναικείο ένστικτο της Άννας διαβλέπει την αλήθεια και βοηθά τον εραστή της να αποδεχτεί την πραγματικότητα.

Η πεσιμιστική οπτική του Μωπασσάν είναι εμφανής καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, δίχως όμως να παρεμποδίζει την ψυχογραφική ανάλυση των χαρακτήρων και της σκιαγράφησης της εσωτερικότητάς τους. Τόσο ο Ολιβιέ, όσο και η Άννα έχουν επίγνωση της κατάστασής τους και δεν εξωθούνται σε πράξεις που θα πλήγωναν με οποιονδήποτε τρόπο τον σύζυγο και την κόρη της τελευταίας. Εν αντιθέσει με τον ήρωα του Φάουστ – που ο ίδιος ο Μωπασσάν προκαλεί τη σύγκρισή τους – ο Ολιβιέ δεν επιχειρεί να αποπλανήσει τη νεαρή αγαπημένη, υποφέρει το μαρτύριό του και γίνεται θύτης μόνο για τον εαυτό του.

Ο δημιουργός επομένως χρωματίζει με τη λογοτεχνική παλέτα του την κορύφωση των συναισθημάτων. Από την αφέλεια της νιότης και την εφήμερη απόλαυση του παρόντος, ο ήρωας περνά απότομα στο κατώφλι του γήρατος, τη μετάνοια του χαμένου χρόνου για δημιουργία οικογένειας, το βάρος της μοναξιάς, την αίσθηση της απομόνωσης και κυρίως την παραδοχή ότι είναι η πρώτη φορά που ερωτεύεται. «Μόνο στην ηλικία μας αγαπάμε απελπισμένα», ομολογεί στην Άννα και ο πλατωνικός έρωτάς του για την κόρη της μετατρέπεται σε ανίκητο, καταστροφικό και «δυνατότερο από τον θάνατο».

Στο σημείο αυτό συναντάται ξανά η φιλοσοφική αναζήτηση του Μωπασσάν που εντείνεται με την πεποίθηση της καταδίκης του ατόμου στη μοναξιά και της ιδέας της αυτοκτονίας, που ενισχύεται μέσα σ’ ένα κοσμικό υπόστρωμα που αγωνιά περισσότερο για την εξωτερική εικόνα, παρά για το περιεχόμενο.

Όπως επομένως και σε προηγούμενα πονήματά του, ο σπουδαίος Γάλλος δραματουργός ασκεί κριτική στην κοινωνία της εποχής του και θέτει βασικά ερωτήματα γύρω από την έννοια της ζωής, μέσω της παρατήρησης της πραγματικότητας. Ή όπως έχουν σχολιάσει οι μελετητές του, «εκφράζει την όψη και την κίνηση της ίδιας της ζωής».