«Το ρόδο & Η άκανθα

φόνοι στην αυλή των χαγάνων»

  από την Αναστασία Δημητροπούλου.

  Για τον Άγγλο συγγραφέα Άλντους Χάξλεϋ, η γοητεία της Ιστορίας και το αινιγματικό της δίδαγμα είναι πως από εποχή σε εποχή τίποτα δεν αλλάζει, όμως όλα είναι διαφορετικά. Κι είναι αλήθεια αυτό, αν σκεφτεί κανείς πως ο νόμος της Ιστορίας είναι ο εξής: «σήκω εσύ να κάτσω εγώ» με άλλους πρωταγωνιστές κάθε φορά. Τι συμβαίνει όμως σαν συνδυάζονται τα ιστορικά γεγονότα με τη μυθοπλασία; Τι συμβαίνει όταν ένας συγγραφέας κατονοεί πλήρως πως η Ιστορία είναι μια συνθήκη ανάμεσα στους νεκρούς, τους ζωντανούς, αλλά και για τους αγέννητους ακόμη, και την ίδια στιγμή ο έρωτας είναι κι αυτός μια συνθήκη, η πιο σπουδαία, ανάμεσα στο χθες, το τώρα και το μέλλον αυτού του κόσμου;

              Το νέο μυθιστόρημα της Βησσαρίας Ζορμπά – Ραμμοπούλου, «Το ρόδο & Η άκανθα – φόνοι στην αυλή των χαγάνων» που κυκλοφορεί απ’ τις Εκδόσεις Ωκεανίδα, πραγματοποιεί ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην Ιστορία και το συναίσθημα, κι είναι ένα βιβλίο που από τις πρώτες κιόλας σελίδες διαβεβαιώνει τον αναγνώστη πως μπορεί ο Θεός να δημιούργησε τον κόσμο, ο διάβολος παρόλα αυτά, είναι εκείνος που τον διατηρεί σε λειτουργία, και πως η αλήθεια του κάθε ανθρώπου είναι ό,τι κρύβει πιο βαθιά και συνεσταλμένα στην ψυχή του. Η ιστορία έπιπλέον, πείθει ότι το μόνο που χρειάζεται για το θρίαμβο του Κακού είναι κάποιοι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα, κι ότι σε κάθε εποχή κι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, μια μεγάλη αγάπη ξεκινά με έναν μεγάλο και ριψοκίνδυνο πρόλογο.

Η συγκεκριμένη λοιπόν ιστορία τοποθετείται στον 9ο αιώνα και τη Βουλγαρία των Βογιάρων αριστοκρατών και των υποτελών τους Σλάβων. Εκεί επιχειρεί ο νέος χαγάνος Βόρις να βάλει γερά θεμέλια στις σχέσεις του με το Βυζάντιο, σκεπτόμενος σοβαρά και τον εκχριστιανισμό του λαού του. Την ίδια στιγμή στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ επιδιώκει μια ουσιαστική κι επωφελή επαφή με τον Βόρι προχωρώντας σε γάμους Βουλγάρων ευγενών με νύφες από το Βυζάντιο. Ανάλογη τύχη θα έχει και η Παυλή, η οποία αποστέλλεται νύφη μαζί με τους κηδεμόνες της που δε βλέπουν την ώρα να τη ξεφορτωθούν και τον Σισίνη, ο οποίος είναι κρυφά κι απεγνωσμένα ερωτευμένος μαζί της.

              Καθώς η πλοκή ρέει αβίαστα μαζί με τις εξελίξεις, ο αναγνώστης όλο και πιο πολύ, θα μπορούσε να πει κανείς, καταλήγει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Διαβάζοντας άλλωστε, για ανθρώπους που δεν κατέχουν το σαφή έλεγχο των επιλογών και του πεπρωμένου τους, επιτρέποντας σε άλλους να επεμβαίνουν, όλοι συμφωνούμε στο ότι δεν υπάρχει πιο μεγάλη δυστυχία από το να είναι κάποιος δυσαρεστημένος με την τύχη του, ότι τα νεκρά φύλλα της καρδιάς ονομάζονται «απογοητεύσεις», ότι ανάμεσα στην πειθαρχία, την καταπίεση και την βαναυσότητα, χιλιάδες άνθρωποι ζουν σε μια σιωπηλή κόλαση, κι ότι είναι αυστηρώς δύο τα είδη της μοναξιάς: αυτή που κερνάμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας, και εκείνη που μας κάνουν δώρο οι άλλοι. Όσο για τον απελπισμένο Σισίνη που δεν έχει κανένα δικαίωμα να πλησιάσει την Παυλή, ούτε καν να την κοιτάξει στα μάτια, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί με πίκρα πως το να αγαπάς υπό αντίστοιχες συνθήκες, είναι μια μορφή αυτοκτονίας, πως όπως θα έλεγε ο Σαίξπηρ, ο έρωτας μπορεί να γίνει το ωραιότερο όνειρο αλλά κι ο χειρότερος εφιάλτης κι ότι  ο δρόμος του έρωτα είναι να νικάς ή να νικιέσαι. Εξάλλου μια απαγορευμένη αγάπη δεν είναι δα και μικρό πράγμα. Είναι παιχνίδι που μόνο ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ως το τέλος.

              Τις μετρημένες φορές που η Παυλή θα συναντήσει με φόβο ψυχής τον Σισίνη, ο αέρας θα ευωδιάζει από έρωτα. Και είναι ακριβώς τότε που ένας άνθρωπος αξίζει τόσο, όσο αξίζει αυτό που αγαπάει. Κι είναι ακριβώς τότε που ο Θεός δημιουργεί πρωτότυπα, μια και δεν του αρέσουν τα αντίγραφα. Και είναι ακριβώς τότε που μια ψυχή μετριέται από το μέγεθος του πιο μεγάλου πόθου της. Και η σιωπή δεν κάνει ποτέ λάθη, αντιθέτως είναι κάτι που μπορούν όλοι να αφουγκραστούν. Εκεί ακριβώς είναι, που, όπως θα έλεγε ο Ουγκώ αυτήν τη φορά, η αγάπη είναι φωτεινή σαν την αυγή κι απόκοσμη σαν τον τάφο.

            Το γεγονός πάντως, ότι σημειώνεται ένας φόνος λίγο πριν το γάμο, είναι από μόνο του ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Μπορεί και το σημαντικότερο. Αμέσως πυροδοτούνται όλων των ειδών θεωρίες συνωμοσίας και τα σενάρια στοχοποιούν ένα και μοναδικό άτομο ως τον δολοφόνο. Στο κομβικό αυτό σημείο με την συναρπαστική αστυνομική εσάνς, θα κλιθεί για να πάρει θέση ο αναγνώστης. Ωστόσο ένοχος ένοχον ού ποιεί, και ποτέ να μην απολογείσαι πριν σε κατηγορήσουν. Επίσης, όσοι δεν έχουν καιρό να ψάξουν τους φταίχτες, συχνά τους διαλέγουν κατά τα συμφέροντά τους, ενώ όσοι θέλουν να αναζητήσουν την αλήθεια, πρέπει να προσέχουν γιατί αν τη βρουν, μπορεί και να τρομάξουν. Όταν θα σημεωθεί όμως, ο δεύτερος φόνος, τα δεδομένα θα ανατραπούν και ο αναγνώστης θα εκπλαγεί. Κυρίως από το ότι η τραγωδία θυμίζει δυνατό οξύ, καθώς διαλύει κι απομακρύνει τα πάντα, εκτός απ’ το χρυσάφι της αλήθειας.

             Κοντολογίς, το μυθιστόρημα της Βησσαρίας Ζορπά – Ραμμοπούλου, είναι προσεγμένο στη λεπτομέρεια κι όταν το ολοκληρώσει κάποιος, αντιλαμβάνεται ότι κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός σωρός από μυστικά, ότι όλοι έχουμε χρέος να λέμε την αλήθεια, και όχι να λέμε πολλά, ότι τα πραγματικά συναισθήματα είναι χωρίς φωνή και ότι εκατό υποψίες, ποτέ των ποτών δεν κάνουν μία απόδειξη. Με το έργο της, η συγγραφέας πιστοποιεί ότι στη ζωή αυτό που έχει σημασία είναι η αγάπη που διαρκεί, ενώ όσον αφορά στη Λογοτεχνία, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το παιχνίδι με ανοιχτά χαρτιά ούτε αποδίδει όυτε έχει γούστο, κι ότι μόνο σε αυτήν μας επιτρέπεται να μιμούμαστε το Θεό που μας κρατά σε αβεβαιότητα κι εγρήγορση. Κλείνοντας το βιβλίο της, διαπιστώνεται τελικώς εκείνο που όλους μας παρηγορεί: πως όσοι έχουν πίστη, δεν πηγαίνουν χαμένοι, ενώ η αλήθεια μοιάζει με το νερό που παίρνει το σχήμα του δοχείου που το περιέχει.