Πόσα βράδια, μοναχικά η με παρέα, για χαρά η για λύπη, δεν έχουν ξεκινήσει έτσι…

Έτσι κι εμείς.
Στις διακοπές μας λέμε: “πάμε για ένα μοχιτάκι μωρέ…”

Και καταλήγουμε να δοκιμάσουμε γεύσεις γαργαλιστικές, δροσερές, καραμελένιες ή γλυκά κι απολαυστικά ξινές.

Χωρίς να ρωτήσουμε τι θα πιούμε.

Ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι καστανό, ηλιοκαμμένο, γελαστό, με ματιά έντονη και δυνατή, πίσω από τη μπάρα.

Μας κοιτούσε, μας κουβέντιαζε λίγο, και μας έφερνε το ανάλογο ποτό. Χωρίς να ρωτήσει πάντα τι θέλουμε.

Κοκτέιλ δίχως καν όνομα τις περισσότερες φορές.

Μα η Ελένη, έχει όνομα.

Διάβαζε τις κινήσεις και τη διάθεσή μας, και τη δροσίζει αναλόγως κάθε βράδυ!

Μέχρι και γεύση τσιχλοφουσκα μας έφτιαξε, που έσκαγαν φυσαλίδες σαν κοκακόλα στο στόμα μας!

Πραγματική τσιχλόφουσκα, από αυτή με τη σταγόνα μέσα!

Δε κοίταξα ποτέ το μπάρ της να δω τι έβαζε.

Απλά θαύμαζα την προσοχή στις δόσεις, λες και έκανε δουλειά εργαστηρίου σε χημείο. Τέτοια προσήλωση.

Ένα χαμόγελο σκάει στα χείλη της όταν πετυχαίνει το χρώμα που της αρέσει.

Ένα νάζι παραπάνω όταν στολίζει τα ποτήρια μας.

Μια γλυκειά αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της, όταν δοκιμάζουμε την δημιουργία της.

Όσοι με ξέρετε, ξέρετε τις παραξενιές μου με τα ποτά μου. Δεν χαρίζομαι.

Η κοπέλα ήξερε να μας κάνει να πίνουμε. Να δοκιμάσουμε.

Να εμπιστευτούμε.

Την αγαπάει την μίξη. Την κατέχει.
Την απολαμβάνει.

Κι εμείς μαζί της, χαιρόμαστε κάθε φορά που χορεύει με τα κουτάλια, τα καλαμάκια, τα σέηκερ, τις μεζούρες, τα πολύσχημα ποτήρια.

Είναι η αιτία που θα πάμε στο Μαρμάρι Ευβοίας χειμώνα.

Να μυρίζουμε καλοκαίρι κι ας φοράμε μπουφάν, να γευτούμε καλοκαίρι με παγάκια κι ας πέφτουν αυτιά έξω.

Η κοπέλα η ίδια είναι το καλοκαίρι.
Με άρωμα μανταρίνι, ή δυόσμο, ή φράουλα, ή πράσινο μήλο, ή ο,τι εκείνη διαλέξει.

Η Ελένη, μας “πούλησε” το μέρος και για τον χειμώνα.

Γιατί ξέρει πόσο καλοκαίρι έχει στην καρδιά και τα μάτια της.

Κι αν δε το ξέρει, της το λέω από εδώ: Ελένη μας, μας έλειψες!