από την Άρια Σωκράτους.

Έξω έβρεχε μανιωδώς. Τα έβαλε με τον εαυτό της που δεν πρόλαβε να μαζέψει τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο εξωτερικό μέρος του μαγαζιού. Αυτή η μανία της να μην ελέγχει ποτέ το μετεωρολογικό δελτίο ούτε να δίνει σημασία στα σημάδια του καιρού ήταν άκρως εκνευριστική κι επιζήμια.

Η γάτα άρχισε να νιαουρίζει ασταμάτητα και να τρίβεται απελπισμένα πάνω στα πόδια της. Ένιωθε ανασφάλεια λόγω της βροχής και είχε ανάγκη από τη ζεστασία της.

«Φύγε από τα πόδια μου six thirty. Εσύ μου έλειπες τώρα. Δεν βλέπεις πως έχω δουλειά και πρέπει να μαζέψω τα ασυμμάζευτα; Δεν μπορώ να ασχοληθώ μαζί σου αυτή τη στιγμή. Μην είσαι τόσο εγωίστρια.»

«Θα ασχοληθείς όμως μαζί μου θέλοντας και μη», αντήχησε απειλητικά η αυστηρή αντρική φωνή πίσω της.

Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν και ασυναίσθητα άφησε να γλιστρήσουν από τα χέρια της τα δύο γυάλινα στολίδια που κρατούσε. Ο εκκωφαντικός θόρυβος του θρυμματίσματος τους της προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση. Δεν χρειάστηκε καν να γυρίσει για να δει ποιός ήταν ο απροσδόκητος επισκέπτης. Θα αναγνώριζε αυτή τη φωνή ακόμη κι αν περνούσαν εκατοντάδες χρόνια, όχι απλώς δέκα.

«Υποθέτω πως δεν χαίρεσαι και πολύ που με ξαναβλέπεις Λέσλι. Αν σου πω και τον λόγο της επίσκεψής μου τότε είναι που δεν θα χαρείς καθόλου.»

«Τι ζητάς εδώ Τομ; Γιατί ήρθες; Αν δεν κάνω λάθος εμείς οι δύο κάναμε μια συμφωνία να μην συναντηθούμε ποτέ ξανά. Δώσαμε όρκο. Γιατί τον παραβιάζεις;»

Αισθάνθηκε να ανακτά ξανά την αυτοκυριαρχία της. Ένα κύμα θυμού ένιωσε να την κυριεύει απέναντι στον εισβολέα του προσωπικού της χώρου.

«Εσύ είσαι αυτή που παραβιάζει τον όρκο μας, όχι εγώ. Αναστάτωσες την κόρη μου και την έστρεψες εναντίον μου με τον πιο χυδαίο τρόπο. Ακριβώς όπως έκανες με την Ρουθ τότε. Ήρθα να σε προειδοποιήσω να μείνεις μακριά από την κόρη μου. Την επόμενη φορά δεν θα είμαι το ίδιο ευγενικός και αυτό είναι υπόσχεση. Κράτησε το στο μυαλό σου και μην το ξεχάσεις ποτέ για το δικό σου καλό.

Το πρόσωπό του έμοιαζε παραμορφωμένο από το θυμό και την ένταση. Το βλέμμα του σκοτεινό και απροσδιόριστο, βλέμμα ανθρώπου που δεν είχε τίποτα άλλο να χάσει στη ζωή του πλέον αναμετρήθηκε με το δικό της. Τα μάτια της Λέσλι είχαν το χρώμα φουρτουνιασμένου ωκεανού και η βαθιά ρυτίδα που σχηματίστηκε ανάμεσα τους, τους προσέδιδε μια παγερή και απόκοσμη όψη.

«Δεν έχω κανένα απολύτως λόγο να σου δώσω καμία εξήγηση. Εξαφανίστηκες από τη ζωή μου για πάρα πολλά χρόνια, ζούμε σαν ξένοι στην ίδια πόλη και τολμάς τώρα να ερθεις στο χώρο μου για να με απειλήσεις; Πραγματικά είσαι τραγικός Τομ. Τι σου δίνει το δικαίωμα να εισβάλεις στη ζωή μου και μάλιστα με τόσο επιθετικό τρόπο; Να παραμείνεις ξένος όπως το επέλεξες. Δεν έχω καμία διάθεση να συζητήσω μαζί σου το παραμικρό ούτε και χρόνο για να σου αφιερώσω. Η κόρη σου ήρθε και με βρήκε με τη θέλησή της. Βασανίζεται, ψάχνει απαντήσεις στα ερωτήματα που της ταλανίζουν την ψυχή και για τα οποία ο αποκλειστικός υπεύθυνος είσαι εσύ. Άφησες το παιδί σου στο σκοτάδι χωρίς να προσπαθήσεις καν να της εξηγήσεις, ξέχασεις πως υπάρχει τόσα χρόνια και τολμάς να έρθεις να με απειλήσεις; Τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ επιτέλους;»

Η μαύρη γάτα σαν να αισθάνθηκε την αναστάτωση της ιδιοκτήτριας της κάρφωσε τα διεισδυτικά τεράστια μάτια της στον Τομ, τράβηξε τα αυτιά της προς τα πίσω κι ετοιμάστηκε να του επιτεθεί. Η Λέσλι της χαίδεψε απαλά το κεφάλι και την πήρε προστατευτικά στην αγκαλιά της.

«Ήρεμα six thirty μου. Ο κύριος θα φύγει αμέσως. Μην ανησυχείς για μένα».

«Καλά λένε πως τα ζώα αποκτούν τον χαρακτήρα του ιδιοκτήτη τους. Το διάβαζα σε άρθρα και δεν το πίστευα. Θα φύγω όταν εγώ ο ίδιος το αποφασίσω και σου πω όλα όσα πρέπει να γνωρίζεις προκειμένου να μην εμπλακείς ξανά στις προσωπικές μου υποθέσεις. Το έκανες στο παρελθόν με την Ρουθ, δεν θα σου επιτρέψω να κάνεις το ίδιο με την κόρη μου. Θέλω να ξέρω τι ακριβώς της έχεις πει για μένα και την μητέρα της και να σε προειδοποιήσω να μην την ξαναπλησιάσεις. Δεν επέλεξα εγώ να είμαι ξένος προς το παιδί μου, κάποιοι άλλοι φρόντισαν εκ των προτέρων γι’αυτό και δεν θα τους επιτρέψω να χύσουν άλλο δηλητήριο. Πάρτο πια απόφαση Λέσλι. Δεν μπορείς να αποκτήσεις με τεχνάσματα την οικογένεια που ποτέ δεν κατάφερες να δημιουργήσεις, Μια ολόκληρη ζωή ζήλευες μέχρι θανάτου την Ρουθ για την οικογενειακή θαλπωρή που απολάμβανε σε αντίθεση με σένα που ήσουν μια μοναχική και προβληματική ύπαρξη. Ποτέ σου δεν με συμπάθησες και έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου για να την απομακρύνεις από μένα. Οι μισοειπωμένες ανολοκλήρωτες φράσεις σου που ποτέ δεν συμπλήρωνες όταν με έβλεπες να μπαίνω στο σπίτι, το γεμάτο αποδοκιμασία βλέμμα σου, η απόμακρη στάση εκείνης μετά την αναχώρησή σου, δεν μου άφηναν καμία απολύτως αμφιβολία για τις προθέσεις σου.»

«Θέε μου είσαι παρανοικός. Εμμονικός, φαντασιόπληκτος και παρανοικός. Η Ρουθ πέθανε, η κόρη σου έφυγε και δεν θέλει να σε βλέπει στα μάτια της, εγώ δεν σε έχω ξαναδεί μπροστά μου από τότε κι εσύ έρχεσαι τόσα χρόνια μετά να με κατηγορήσεις για μια συμπεριφορά, η οποία υπάρχει μόνο στη φαντασία σου. Ξεχνάς τις δικές σου ευθύνες και τις δικές σου πράξεις.Πραγματικά Τομ, δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω. Φύγε αμέσως από το μαγαζί μου σε παρακαλώ πολύ. Μην με αναγκάσεις να φτάσω στα άκρα και να ειδοποιήσω την αστυνομία.»

«Εσύ ήξερες πολύ καλά τι είχε συμβεί και την βοηθούσες να το κρατήσει επτασφράγιστο μυστικό. Εκείνος ο άντρας ήταν η αρχή του τέλους της. Ζούσε και ανέπνεε γι’αυτόν μέχρι το τέλος. Εσύ φταις. Δική σου ευθύνη είναι όλα. Την βοήθησες να τον συναντήσει όταν επέστρεψε για να διαλύσει τη ζωή μας. Και τα κατάφερε. Διέλυσε ακόμα και την παραμικρή πιθανότητα να σώσουμε έστω κι ένα απομεινάρι από τη σχέση που κάποτε μας έδινε. Ο άνθρωπος αυτός την σκότωσε, στέρησε από την κόρη μου τη μάνα της. Η Νταιάνα με μισεί για ένα έγκλημα που ποτέ δεν διέπραξα. Αγαπούσα την Ρουθ, ήταν τα πάντα για μένα, η ζωή μου ολόκληρη. Ποτέ καμία γυναίκα δεν πρόκειται να πάρει ποτέ τη θέση της. Δεν είχα το χρόνο και την ευκαιρία να της το αποδείξω δυστυχώς. Εκείνη έφυγε, χάθηκε για πάντα και άφησε πίσω της ερείπια και δύο κατεστραμμένες ζωές. Τη δική μου και τη ζωή της Νταιάνα.»

Τα δάκρυα θόλωσαν το οπτικό του πεδίο. Αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, οι ώμοι του κύρτωσαν απότομα, χρειαζόταν από κάπου να κρατηθεί. Ακούμπησε τους αγκώνες του σε ένα παλιό έπιπλο που βρισκόταν κοντά του. Άρχισε να τρίβει με μανία τα μάτια του μέχρι που εκείνα κοκκίνησαν ακόμα περισσότερο. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν τη δεδομένη στιγμή ήταν να δώσει στην Λέσλι την ικανοποίηση να τον δει σε κατάσταση αποσύνθεσης. Γιατί δεν κατάφερε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του; Τόσο αδύναμος ήταν πια;

Η Λέσλι αμίλητη απομακρύνθηκε από κοντά του για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά προσφέροντας του ένα ποτήρι παγωμένο νερό προτείνοντας του παράλληλα μια ψάθινη καρέκλα.

«Κάθισε σε παρακαλώ και πιες λίγο νερό. Θα σου κάνει καλό. Είσαι πολύ ταραγμένος. Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου μετά από τόσα χρόνια; Τι νόημα έχει να σκαλίζεις τις αναμνήσεις ενός σκοτεινού παρελθόντος; Ξέρεις τι έλεγε η μητέρα μου; Πως η μοίρα δεν είναι τίποτα άλλο από την εξαργύρωση των επιταγών των πράξεων μας. Η μοίρα αποφάσισε για σας με τη δική σας βοήθεια. Το παρελθόν της Ρουθ δεν ήταν ποτέ ξεχασμένο, καραδοκούσε σαν το θηρίο σε χειμέρια νάρκη για να ξυπνήσει την κατάλληλη στιγμή. Όταν πλέον ξύπνησε, ήταν πολύ αργά για όλους μας Τομ.»

Εκείνος την κοίταξε με βλέμμα ανθρώπου παρατημένου από τη ζωή που δεν είχε πια τίποτα να περιμένει από αυτή.

«Γιατί δεν μου μίλησε ποτέ και με άφησε να ζω στο σκοτάδι; Αν μου μιλούσε από την αρχή, όλη η ζωή μας θα ήταν πολύ διαφορετική. Η Ρουθ θα ήταν ζωντανή και τώρα θα βρισκόταν κοντά σε μένα και στο παιδί μας. Όταν τα έμαθα όλα ήταν πια πολύ αργά. Είχα εξοργιστεί με την ανειλικρίνεια της, αισθάνθηκα πως τόσα χρόνια ήμουν παντρεμένος με μια γυναίκα εντελώς άγνωστη, μια ξένη με ανομολόγητα μυστικά. Την αγαπούσα περισσότερο κι από τη ζωή μου Λέσλι. Ποτέ δεν έπαψα να την αγαπώ. Ακόμα και σήμερα την βλέπω παντού μπροστά μου. Ζει μέσα στην ψυχή μου, στο μυαλό μου, στην καρδιά μου. Κοιτάω την Ντόροθι και βλέπω εκείνη. Κάποιες στιγμές απορώ πως αντέχω και υπάρχω ακόμα. Παρακαλώ το Θεό να με λυτρώσει για να πάω κοντά της. Υπάρχω χωρίς να ζω και ταλαιπωρώ κι ένα ακόμα άνθρωπο, ο οποίος μου στάθηκε σε όλες τις αντιξοότητες σαν βράχος. Δεν αξίζει στην Ντόροθι αυτή η συμπεριφορά. Εκείνη μου έχει δώσει την ψυχή της, τη ζωή της κι εγώ ζω στο φάντασμα μιας άλλης. Το ξέρει πως δεν την ερωτευτηκα ποτέ και ήταν για μένα απλώς μια λύση ανάγκης, ένα αποκούμπι για τις δύσκολες στιγμές. Όμως, εκείνη έχει περάσει μια πολύ δύσκολη ζωή, αγωνίστηκε, υπέφερε και μαζί μου αισθάνθηκε πως βρήκε το απάνεμο λιμάνι της. Πόσο άνανδρο είναι να την εγκαταλείψω; Δεν έχει κανένα άλλο στον κόσμο παρά μόνο εμένα και το παιδί της.»

Η Λέσλι τον άκουγε σιωπηλή παρατηρώντας τον προσεκτικά. Πόσο πολύ είχε γεράσει ο Τομ; Η μορφή του είχε ολοκληρωτικά αλλάξει. Όμως, αυτό που της έκανε εντύπωση δεν ήταν η αλλοίωση των χαρακτηριστικών του στο πέρασμα του χρόνου, όχι. Κανείς δεν μπορούσε να παραμείνει αλώβητος χωρίς σημάδια. Το βλέμμα και οι εκφράσεις του είχαν εντελώς αλλάξει. Σαν να είχε μπροστά της ένα εντελώς διαφορετικό άνθρωπο. Ο Τομ που γνώριζε εκείνη ήταν αγέρωχος, περήφανος, αποφασιστικός, ακλόνητος. Ένας άντρας με πυγμή, γεμάτο ζωντάνια, αποφασιστικότητα κι ένα χαρακτήρα εκρηκτικό και απόλυτα δυναμικό.

Οι ώμοι του ήταν πλέον κυρτοί, σαν να σήκωναν πάνω τους το βάρος ολόκληρου του κόσμου.΄Τα τεράστια γαλανά μάτια του που άλλοτε θύμιζαν τα μανιασμένα κύματα του Ατλαντικού,  έμοιαζαν με τα ξεθωριασμένα και τα στάσιμα νερά μιας τεχνητής λίμνης. Ένα κύμα οίκτου την πλημμύρισε. Αισθάνθηκε την ανάγκη να τον πλησιάσει και να τον αγκαλιάσει σφιχτά, σχεδόν αδερφικά. Μια απροσδιόριστη δύναμη όμως την κράτησε. Θυμήθηκε πως πριν από λίγο εκείνος είχε εισβάλει στο μαγαζί της με τις χειρότερες διαθέσεις. Τίποτα δεν μπορούσε να της εγγυηθεί πως δεν θα εκδήλωνε την ίδια επιθετικότητα.

«Μην βασανίζεις άλλο τον εαυτό σου Τομ. Η Ρουθ δεν μπορεί να επιστρέψει πίσω πια. Να θυμάσαι πως η ζωή μας είναι ένα πολύτιμο δώρο και δεν πρέπει να το σπαταλάμε σε μίζερες και πεσιμιστικές σκέψεις. Το παρελθόν είναι μια άκυρη επιταγή πια. Ένα κομμάτι της ζωής σου που πλέον έχει τελειώσει οριστικά. Μην σπαταλήσεις τα επόμενα κομμάτια της επικεντρώνοντας όλη τη σκέψη σου σε αυτό που έχει ήδη τελειώσει.»

«Τίποτα δεν έχει τελειώσει. Το παρελθόν είναι πιο ζωντανό από το παρόν στη δική μου περίπτωση. Ζω μέσα στο παρελθόν από τότε που πέθανε η Ρουθ. Το παρόν δεν με αφορά, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για μένα. Οι άνθρωποι που αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου και όλα τα γεγονότα που έζησα μαζί τους, ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Κι εγώ αρνούμαι να συμβιβαστώ με το παρόν. Μου είναι αδύνατο να συνηθίσω να ζω μέσα σε αυτό όταν όλοι όσοι αγάπησα στη ζωή μου δεν βρίσκονται εδώ για να τη μοιραστούν μαζί μου πια.»

«Τομ, η Ρουθ δεν μπορούσε να σου μιλήσει ποτέ για το παρελθόν της. Στη ζωή της συνέβησαν γεγονότα εφιαλτικά που την σημάδεψαν για πάντα. Δεν ήταν υπεύθυνη η ίδια για τη ροή που είχε η ζωή της. Μόλις σε γνώρισε, τότε αισθάνθηκε πως για πρώτη φορά θα μπορούσε να αναπνεύσει και να ζήσει σαν ένας κανονικός άνθρωπος. Μετά εσύ έμαθες τα πάντα και ήσουν εξοργισμένος μαζί της. Κατανοώ τον θυμό σου, όχι όμως και την αντίδραση σου. Την ασκούσες ψυχολογικό πόλεμο, την απομάκρυνες από κοντά σου, ζούσες μαζί της χωρίς την παρουσία της, την αγνοούσες επιδεικτικά και τα ξεσπάσματά σου όταν συνέβαιναν ήταν για έκείνη τρομακτικά. Έτρεμε τις αντιδράσεις σου, η καρδιά της πήγαινε να σπάσει κάθε φορά που πλησίαζε η ώρα να επιστρέψεις στο σπίτι μετά την δουλειά. Πολλές φορές με έπαιρνε τηλέφωνο να πάω κοντά της για να μην είναι μόνη και ανίσχυρη. Νόμιζε πως η δική μου παρουσία θα εξανέμιζε την δική σου οργή, έστω και προσωρινά. Όμως είχε λαθος. Εσύ ξεσπούσες πάνω της με ακόμα μεγαλύτερη οργή. Τότε εγώ γινόμουν έξαλλη μαζί σου, με το θράσος που είχες να την υποβάλεις ξανά σε ένα ατέρμονο μαρτύριο. Εκείνη δεν μιλούσε, μόνο περίμενε υπομονετικά και αγόγγυστα να έρθουν καλύτερες μέρες. Μόνο που δεν ήρθαν ποτέ. Αντιθέτως ήρθαν χειρότερες, σκοτεινές και δυσοίωνες. Η κατάσταση μεταξύ σας επιδεινώθηκε ραγδαία. Η Ρουθ κοιμόταν πλέον στη σοφίτα. Συντροφιά της ήταν μόνο τα αγαπημένα της βιβλία. Εκείνα τουλάχιστον δεν θα την πρόδιδαν ποτέ. Στη σοφίτα κατέφευγε και η Νταιάνα όταν δεν άντεχε να ακούει τους καυγάδες σας.

Μέχρι που ήρθε εκείνη η καταραμένη μέρα. Είχε έρθει από το μαγαζί να με δει. Φαινόταν αλλόκοτη, σκεπτική. Σαν να ήθελε να μου μιλήσει αλλά κάτι την εμπόδιζε. Φορούσε το αγαπημένο της σιέλ φόρεμα και στον λαιμό το ασημένιο κόσμημα σε σχήμα μισοφέγγαρου που της είχα χαρίσει. Είχε φέρει το αγαπημένο μου γλυκό. Μηλόπιτα με πράσινα μήλα και σπιτική σαντιγί. Δεν μιλήσαμε πολύ. Είχα αρκετή δουλειά εκείνη τη μέρα αλλά δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος που δεν μιλήσαμε. Η Ρουθ ήταν αμίλητη, αφηρημένη και με κοιτούσε με ένα βλέμμα γεμάτο νοσταλγία. Με κοιτούσε όμως πολύ έντονα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Πρώτη φορά στη ζωή της με κοιτούσε με αυτό τον τρόπο. Κάποια στιγμή μου φάνηκε ότι δάκρυσε. Τα μάτια της ήταν υγρά, σαν υπερχειλισμένες λίμνες. Δικαιολογήθηκε λέγοντας πως τον τελευταίο καιρό υπέφερε από ξηροφθαλμία και αμελούσε συνεχώς να πάει στον οφθαλμίατρο. Δεν έδωσα περισσότερη συνέχεια επειδή ήταν προφανές πως ένιωθε ήδη άβολα με το ψέμα που είχε αναγκαστεί να ξεστομίσει και δεν ήθελα να την φέρω σε πιο δύσκολη θέση. Η Νταιάνα έλειπε στο πανεπιστήμιο και δεν θα περνούσε εκείνη τη μέρα από το σπίτι επειδή είχε αναλάβει κάποιες εξωσχολικές δραστηριότητες και δεν προλάβαινε. Το γεγονός αυτό την έκανε να νιώθει πιο τρωτή και ευάλωτη. Ο μοναδικός άνθρωπος που αισθανόταν ότι την αγαπούσε και την υποστήριζε στο σπίτι ήταν εκείνη. Όμως δεν ήταν αυτό το μόνο πράγμα που την απασχολούσε. Έμοιαζε χαμένη, απορροφημένη στις σκέψεις της και πολύ φοβισμένη. Σαν να την τρόμαζε κάτι πάρα πολύ το οποίο αδυνατούσε να εκστομίσει. Το κατάλαβα επειδή πολλές φορές προσπάθησε να μου μιλήσει για κάτι αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε. Πάντοτε η συζήτηση κοβόταν στη μέση με δική της πάντα πρωτοβουλία. Έτρεμε ακόμα και τον αέρα που ανέπνεε. Χωρίς υπερβολή. Θυμάμαι πως σηκώθηκε ξαφνικά από την πολυθρόνα διακόπτοντας τη συζήτηση ως συνήθως και μου είπε πως έπρεπε να φύγει. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος που με χαιρέτησε.  Σαν να με αποχαιρετούσε για πάντα και δεν θα με ξαναέβλεπε ποτέ. Με αγκάλιασε σφιχτά κι ένιωσα τα δάκρυα της να κυλάνε σαν λίμνες από τα μάτια της. Αποτραβήχτηκα για να την κοιτάξω αλλά εκείνη απομάκρυνε το βλέμμα της αστραπιαία και αρχισε να τρέχει προς την έξοδο. Της φώναξα να σταματήσει αλλά μάταια. Η Ρουθ είχε φύγει. Δεν την είδα ποτέ ξανά.»

Η φωνή της έσπασε από τον λυγμό που δεν κατάφερε να πνίξει. Άρχισε να κλαίει γοερά και ασταμάτητα, σαν να βίωνε ξανά την απώλεια που την είχε συγκλονίσει. Η γάτα σαν να διαισθανθηκε τον εσωτερικό τριγμό της ιδιοκτήτριας της άρχισε να τρίβεται στα πόδια της νιαουρίζοντας ασταμάτητα.

«Όταν με ειδοποίησαν πως βρέθηκε το άψυχο σώμα της στο βάθος του δάσους στο Airlie Gardens, ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Η καρδιά μου είχε σταματήσει, το αίμα έπαψε να κυλάει στις φλέβες μου. Δεν ξέρω αν έχεις νιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα. Σου εύχομαι να μην το νιώσεις ποτέ. Είναι το χειρότερο που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ένιωσα ένοχος για τον θάνατό της. Ακόμα νιώθω. Όταν η Νταιάνα με κατηγόρησε ότι την σκότωσα, δεν το αρνήθηκα, δεν είχα το κουράγιο να πω ούτε μία λέξη. Εκείνη μετέφρασε την σιωπή μου ως αποδοχή κι έφυγε μακριά μου. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν έψαξα να την βρω τόσα χρόνια και να της εξηγήσω. Όταν την είδα στο σπίτι όμως, δεν άντεξα. Το φάντασμα της παλιάς μας ζωής μου χαμογελούσε σαρδόνια. Για μια στιγμή με κυρίευσε η ψευδαίσθηση πως όλα ήταν όπως πριν και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τότε που ο χρόνος δεν είχε αρχίσει ακόμα να μετράει αντίστροφα. Νόμισα πως θα έμπαινα στην κουζίνα και θα έβλεπα την Ρουθ να μαγειρεύει ρόστο με γλυκοπατάτες στο φούρνο και πως η Νταιάνα θα έτρεχε στην αγκαλιά μου να μου ζητήσει την άδεια να πάει βόλτα στην παραλία με τις συμμαθήτριες της.

 Η ωμή πραγματικότητα μου έριξε ένα ηχηρό χαστούκι. Για την Νταιάνα ήμουν κάτι χειρότερο κι από ξένος, ένας μισητός εχθρός. Έπρεπε να έβλεπες το μίσος στα μάτια της. Με πέταξε έξω από το σπίτι σαν να ήμουν παρείσακτος κατηγορώντας με ότι σκότωσα τη μητέρα της. Δεν μπορούσα όμως να της πω την αλήθεια. Πως ο υπαίτιος για τον θάνατό της δεν ήμουν εγώ αλλά ο..»

«Μην το πεις. Μην ξεστομίσεις ποτέ στη ζωή σου το όνομα του. Η Νταιάνα δεν πρέπει να μάθει την αλήθεια αυτή. Όχι, κάτι τέτοιο μπορεί να την σκοτώσει.»

Η Λέσλι άρχισε να βηματίζει ανήσυχη με το κεφάλι της σκυμμένο προς το πάτωμα. Κάποια στιγμή γύρισε και κοίταξε τον Τομ με μια συγκαλυμμένη νότα ελπίδας στο βλέμμα της.

«Αυτός είναι σαν ζωντανός νεκρός πια. Δεν είναι σε θέση να μιλήσει σε κανένα. Μόνο εσύ κι εγώ γνωρίζουμε όλη την αλήθεια σχετικά με τι έγινε τότε. Δεν θα μιλήσουμε σε κανένα ποτέ στη ζωή μας. Ό,τι γνωρίζουμε θα το πάρουμε μαζί μας στον τάφο. Το χρωστάμε στη μνήμη της Ρουθ και στην Νταιάνα. Κάτι τέτοιο μπορεί να την σκοτώσει, να την διαλύσει ψυχικά. Δεν πρέπει να μάθει σε καμία περίπτωση τι συνέβη στη Ρουθ και πώς ήταν η ζωή της πριν σε γνωρίσει και την φέρει στον κόσμο. Άκουσέ με Τομ, η Νταιάνα δεν πρέπει να μάθει ποτέ κάτι τέτοιο. Όχι, αν θέλεις να παραμείνει ζωντανή.»