Γράφει ο Ερμής:

Ξύπνησε μ’ εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στήθος. Παρόλο που είχαν περάσει πολλά χρόνια, το μυαλό – λες και δεν ήθελε να της επιτρέψει να ξεχάσει – την επανέφερε πάντοτε με το ίδιο όνειρο σ’ εκείνη τη νύχτα.

Στη νύχτα που οι Γερμανοί μπήκαν στο σπίτι τους και άρπαξαν τον πατέρα της.

«Τι θέλετε από εμένα; Πού με πάτε;» διαμαρτυρόταν εκείνος, ενώ η γυναίκα του ούρλιαζε και παρακαλούσε να τον αφήσουν.

Η μικρή τους κόρη δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε. Τραβούσε τη φούστα της μάνας της και έκλαιγε, καθώς έβλεπε τους στρατιώτες να ανεβάζουν τον πατέρα της σ’ ένα καμιόνι και να φεύγουν μακριά.

Τις επόμενες ημέρες, η μητέρα ξημεροβραδιαζόταν έξω από τα γραφεία της Γκεστάπο, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο για να γλυτώσει τον πατέρα της. Συγγενείς και φίλοι έτρεξαν κοντά της για να τη βοηθήσουν, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα περισσότερο από το να μάθουν απλώς την ημερομηνία εκτέλεσης.

Η σκηνή της σύλληψης που αναβίωνε διαρκώς, οι κρυφοκουβέντες της μάνας με τους οικείους που αποκάλυψαν πως ένας γείτονας κατέδωσε τον πατέρα ως Αντιστασιακό και κυρίως η συνειδητοποίηση, κατά τη διάρκεια της κηδείας, ότι δεν πρόλαβαν να αποχαιρετιστούν, ανάγκασαν το κοριτσάκι να μεγαλώσει απότομα και να μάθει με τον χειρότερο τρόπο την έννοια του πόνου, της αδικίας και του πολέμου.

Η άμμος κύλησε στην κλεψύδρα του χρόνου και η ζωή χάρισε ευτυχισμένες εικόνες που απάλυναν τις πληγές.

Σιγά – σιγά το βίωμά μετατράπηκε σ’ ένα άσχημο όνειρο που υπενθύμιζε ότι ο χειρότερος εχθρός σε κάθε πόλεμο – οπλικό ή μη, θεατό ή αθέατο, πολιτισμένο ή άγριο – δεν είναι τελικά ο ορατός επιτιθέμενος, αλλά ο σπιούνος που κάποτε πίστευες πως ήταν φίλος.

Συνταγή της Αμβροσίας: Αναζητώντας τη λήθη

Υλικά:

2 πράσινα μήλα

2 κυδώνια

2 μανταρίνια

10 λεπτές φέτες κόκκινο κολοκύθι

2 ξύλα κανέλας

5 – 6 μοσχοκάρφια

½ ποτήρι του κρασιού κονιάκ

½ κούπα πετιμέζι

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε τα μήλα, τα κυδώνια και τα μανταρίνια. Κόβουμε τα πρώτα σε τέσσερα κομμάτια και τα δεύτερα σε λεπτές φέτες.

Τοποθετούμε τα φρούτα σε μια κατσαρόλα και ρίχνουμε ½ ποτήρι νερό, ποσότητα ζάχαρης ανάλογη με τη γλυκύτητα που θέλουμε, την κανέλα και τα μοσχοκάρφια. Τα βράζουμε, έως ότου δέσει το σιρόπι και προσέχουμε να μην λιώσουν τα φρούτα.

Προσθέτουμε το κονιάκ και το πετιμέζι και αφήνουμε να πάρουν 1 – 2 βράσεις.

Αποσύρουμε από τη φωτιά και όταν κρυώσει το γλυκό, το σερβίρουμε με γιαούρτι.

Πίνακας: «Second Lieutenant W. H. G. Jessup, Duke of Cornwall’s Light Infantry, on the Western Front, 1916», Stanley Llewellyn Wood (1867–1928), Cornwall’s Regimental Museum.