Από την Ισμήνη Χαρίλα

Τι συμβαίνει, όταν ο ασίγαστος πόθος για την εκπλήρωση ενός ονείρου οδηγεί κάποιον σε δρόμους που θεωρητικά δεν θα σκεφτόταν ποτέ να διαβεί; Ποια είναι τα κριτήρια που καθορίζουν τα όρια της αντοχής και τα όρια ανάμεσα στην επιθυμία και την υποχρέωση; Πώς οφείλει να αντιδράσει κάποιος, όταν στο τάσι της συναλλακτικής ζυγαριάς τοποθετούνται οι αρχές, οι πεποιθήσεις, οι αξίες και οτιδήποτε θεωρούσε ως δεδομένο στην καθημερινότητά του;

Τα παραπάνω αποτελούν ορισμένα από τα ερωτήματα που καλούνται να απαντήσουν οι ήρωες του μυθιστορήματος της Ελένης Βεζύρογλου με τίτλο «Το Αρχοντικό στη Λιθιά» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έξη.

Βασική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Αγγελική, μια νεαρή κοπέλα που ζει με τη χήρα μητέρα της, η οποία – ενώ είναι βυθισμένη στο σκοτάδι της άνοιας – της αποκαλύπτει σε ανύποπτη στιγμή, ότι έχει έναν γιο. Η Αγγελική μοιράζεται το μυστικό με την αδελφή της, αλλά η τελευταία πιστεύει, ότι δεν πρέπει να δώσουν βαρύτητα στα λόγια της μητέρας τους, διότι πρόκειται απλώς για μια παραίσθηση του άρρωστου μυαλού της. Παρ’ όλα αυτά η Αγγελική δεν μπορεί να αγνοήσει, όσα έμαθε και επιλέγει να βασιστεί στο ένστικτό της και να αναζητήσει τα ίχνη του χαμένου αδελφού στο χωριό καταγωγής της μητέρας της. Από εκείνο το σημείο και έπειτα δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής, το κουβάρι ξετυλίγεται και το πεπρωμένο διεκδικεί πλέον το μερίδιό του.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται ανάμεσα στην ιστορία της οικογένειας της Αγγελικής και της παράλληλης εξέλιξης μιας σειράς δολοφονιών που διερευνά ο αστυνομικός γαμπρός της. Η συγγραφέας επομένως συμπλέκει ουσιαστικά δυο μυθιστορήματα. Ένα κοινωνικό – αισθηματικό και ένα αστυνομικό που αποτελείται από μικρότερα αφηγήματα που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να λειτουργήσουν ως αυτοτελή διηγήματα. Ως εκ τούτου το κείμενο στηρίζεται σε μια τριμερή πυραμίδα που δύναται να αναλυθεί αποσπασματικά, αλλά και ενιαία. Αυτό το χαρακτηριστικό δικαιολογεί τη μεγάλη αφηγηματική έκταση και παράλληλα αποτρέπει τη χρήση επαναλήψεων που αναμφίβολα θα προκαλούσαν την αναγνωστική κόπωση.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν παρατηρείται, ότι το πόνημα κινείται στα όρια του ρεαλισμού, αλλά υπάρχει και έντονη παρουσία του μεταφυσικού που παραπέμπει εννοιολογικά στη γέννηση του αστυνομικού μυθιστορήματος και στην αμφισβήτηση θεωριών που βασίζονται στην πίστη αναπόδεικτων συμπερασμάτων.

Επιπρόσθετα η Βεζύρογλου παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό ένα έργο που τρέφεται μεν από την ερεβώδη πλευρά του νοητού και συναισθηματικού κόσμου, αλλά αποτυπώνεται στη φωτεινότητα της πλάσης, ακολουθώντας τον αέναο διαδοχικό κύκλο αγαθότητας και δολιότητας.