Γράφει ο Ερμής:

Πριν πολλά – πολλά χρόνια υπήρχε ένα ξυλουργείο που φημιζόταν για την καλή ποιότητα των επίπλων που κατασκεύαζε. Κάποτε ο αρχιμάστορας αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να βγει στη σύνταξη, αλλά επειδή εργαζόταν από παιδί στο ξυλουργείο και είχε συμβάλλει καθοριστικά στη σωστή εκπαίδευση των τεχνιτών και στην άρτια λειτουργία του χώρου, δεν ήθελε να φύγει, δίχως να επιλέξει το κατάλληλο άτομο για να τον διαδεχθεί.

Οι επικρατέστεροι υποψήφιοι ήταν δυο, όμως είχαν σχεδόν τα ίδια προσόντα και ο αρχιμάστορας δεν ήθελε να αδικήσει κανέναν. Γι’ αυτό τους κάλεσε και τους είπε, ότι θα παραχωρούσε τη θέση του σε όποιον κατόρθωνε να κατασκευάσει μέσα σε μια εβδομάδα το καλύτερο έπιπλο του εργαστηρίου.

Οι τεχνίτες δέχτηκαν την πρόκληση, έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά και έφτιαξαν δυο πολυθρόνες με περίτεχνο σκάλισμα. Ο αρχιμάστορας τις ήλεγξε, αλλά δεν μπόρεσε να βρει το παραμικρό ψεγάδι που θα χάριζε το προβάδισμα σε έναν από τους δυο τεχνίτες. Συνέχισε επομένως τη διαδικασία επιλογής και τους ζήτησε να βάψουν τις πολυθρόνες μέχρι το επόμενο πρωινό.

Όλα εξελίσσονταν καλά, ώσπου ο ένας από τους δυο τεχνίτες χτύπησε το χέρι του και αναγκάστηκε να παρατήσει το βάψιμο της πολυθρόνας του. Απογοητευμένος, έφυγε από το εργαστήριο και πήγε στο σπίτι του για να κοιμηθεί.

Εντωμεταξύ, ο δεύτερος τεχνίτης θεώρησε, ότι δεν ήταν δίκαιο να κερδίσει τον αντίπαλό του εκμεταλλευόμενος την ατυχία του και έτσι, έβαψε ο ίδιος και τις δυο πολυθρόνες.

Το πρωί ο αρχιμάστορας ήρθε ξανά αντιμέτωπος με δυο άρτια αποτελέσματα. Αυτήν τη φορά όμως ήξερε τι είχε συμβεί, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας ήταν κρυμμένος και παρακολουθούσε την εργασία των τεχνιτών.

Επομένως τώρα δεν όφειλε να κρίνει τα έπιπλα, αλλά τη συμπεριφορά τους. Από τη μια πλευρά, ο τεχνίτης που έπαθε το ατύχημα, δεν προσπάθησε καν να μάθει ποιος έβαψε την πολυθρόνα του και από την άλλη ο δεύτερος δεν αποκάλυψε την προσφορά του και δέχτηκε αυτοβούλως να θυσιάσει την ευκαιρία του.

Κατά συνέπεια το δίλημμα του αρχιμάστορα οριοθετούταν ανάμεσα στη σιωπηρή αποδοχή που εμπεριείχε στοιχεία εκμετάλλευσης και στην αυτοθυσία που καθιστούσε εφικτή την ανάδειξη – όχι της τελειότητας – αλλά της ενδεχόμενης μετριότητας.

Ο αρχιμάστορας σκέφτηκε πολύ, ανέπτυξε τα δεδομένα και αφού ζύγιασε τα υπέρ και τα κατά κατέληξε, ότι κανένας από τους τεχνίτες δεν σεβάστηκε την αλήθεια. Έτσι αποφάσισε να παραμείνει στη θέση του και να τους διδάξει την έννοια του μέτρου και των ορίων.

Συνταγή της Αμβροσίας: Ο ορός της αλήθειας

Υλικά:

3 μεγάλα κυδώνια

1 μεγάλο πράσινο μήλο

1 μεγάλο κόκκινο μήλο

1 ½ κούπα ζάχαρη

1 κιλό τσικουδιά (απαλή και άοσμη)

½ κιλό κονιάκ (δυνατό)

10 σπόροι τόνγκα

1 ξύλο κανέλα

10 σπόροι κάρδαμο

Εκτέλεση:

Πλένουμε και κόβουμε τα κυδώνια και τα μήλα (δεν αφαιρούμε τη φλούδα). Σπάζουμε τα μπαχαρικά και τοποθετούμε όλα τα υλικά σε ένα καλά κλεισμένο γυάλινο βάζο για σαράντα ημέρες και σε σκιερό σημείο. Ανακινούμε το βάζο καθημερινά και ύστερα από σαράντα ημέρες, στραγγίζουμε το ποτό χρησιμοποιώντας διπλή γάζα και το τοποθετούμε σε μποτίλια.

Πίνακας «The Carpenter’s Shop», Michel Nicolas Bernard Lépicié.