από την Άρια Σωκράτους.

Εκείνη τη Φθινοπωρινή μέρα έβρεχε ασταμάτητα. Μουντή και σκοτεινή μέρα όπως ακριβώς και η καρδιά της. Τι έφταιξε και όλη η ζωή της πήγε λάθος; Γιατί είχε την αίσθηση πως ό,τι έκανε ήταν καταδικασμένο στην αποτυχία; Γιατί αδυνατούσαν να την καταλάβουν όλοι γύρω της, ακόμα και οι δικοί της άνθρωποι;

Ένα πλήθος αναπάντητα γιατί έκαναν κατάληψη στο ταλαιπωρημένο από τις σκέψεις μυαλό της. Όλη της η ζωή ήταν βασισμένη σε ένα ψέμα, σε μια σαθρή και σαλεμένη πραγματικότητα. Άραγε την αγάπησε έστω ένας άνθρωπος ποτέ εκτός από τη μάνα της; Τα παιδιά της αγαπούσαν τη μάνα τους ή απλώς την ανέχονταν από υποχρέωση; Αυτή η απορία ταλάνιζε πολλά χρόνια το μυαλό της. Για τον άντρα της, είχε έτοιμη την απάντηση. Ποτέ στη ζωή του δεν αισθάνθηκε τίποτα για εκείνη παρά μόνο ανεκτικότητα και μια υποτυπώδη αίσθηση του καθήκοντος. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του που κλυδώνισε συθέμελα τα θεμέλια του γάμου τους ήταν μια ξένη που ποτέ δεν είχε δει αλλά πάντοτε ένιωθε τη σκιά της να την απειλεί. Ο Αντώνης ποτέ δεν μιλούσε για εκείνη. Πάντοτε αιωρούνταν ένα ασαφές σύννεφο σε ο,τιδήποτε την αφορούσε. Ήθελε να φύγει μαζί της και να τους αφήσει για πάντα. Αυτό της είχε πει, αυτό μόνο θυμόταν. Ο Αλέξης ήταν μόλις δύο ετών και η Ιφιγένεια ένα λίγων μόλις μηνών έμβρυο στην κοιλιά της. Εκείνος δεν λογάριασε τίποτα, ούτε καν το παιδί που κυοφορούσε στα σπλάχνα της. Έπεσε στα πόδια του, έκλαψε, ούρλιαξε, ταπεινώθηκε, τον παρακάλεσε. Κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ούτε καν οι νουθεσίες της μάνας της που ο Αντώνης ανέκαθεν λάτρευε και θεωρούσε δεύτερη μάνα του. Όλα είχαν πάρει το δρόμο της καταστροφής, ένα δρόμο χωρίς επιστροφή μέχρι που εκείνη εξαφανίστηκε για πάντα από τη ζωή τους. Δεν έμαθε ποτέ τι συνέβη. Μόνο πως εκείνη είχε φύγει για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού χωρίς ποτέ να δώσει καμία εξήγηση. Πόσο είχε χαρεί τότε. Όταν νόμιζε πως όλα είχαν τελειώσει, τότε όλα είχαν πάρει το δρόμο τους.

Ο Αντώνης ποτέ δεν έγινε «δικός» της με την ακριβή έννοια του όρου. Ποτέ δεν ήταν όσο κι αν η ίδια προσπαθούσε να βυθίσει τον εαυτό της διακαώς στο πλέγμα των ψευδαισθήσεων. Η σχέση τους ανέκαθεν ήταν μια απλή συναλλαγή. Η εξαργύρωση αυτής της συναλλαγής ήταν τα δύο τους παιδιά, τα οποία για εκείνη αντιπροσώπευαν το έπαθλό της. Η σκιά της άλλης ήταν ένα επιπλέον βάρος στη ζοφερή πραγματικότητά τους. Ένα φάντασμα ήταν για εκείνη, μια απειλητική σκιά. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει αυτή την σκοτεινά γοητευτική άλλη. Η φαντασία πάντα δίνει στις σκιές ένα ειδικό βάρος και μια υπόσταση μυθική, σχεδόν θεική. Πώς μπορούσε να ανταγωνιστεί μια γυναίκα δίχως πρόσωπο, της οποίας η γοητεία αποκτούσε γιγάντιες διαστάσεις στο μυαλό της; Όταν κάθε άγγιγμα του άντρα της προοριζόταν για εκείνη και όχι για την ίδια; Μόνο το όνομα της γνώριζε. Ζητούσε επίμονα να το μάθει. Είχε την αίσθηση πως αν γνώριζε το όνομα της η μορφή της θα αποκτούσε μεγαλύτερη σαφήνεια στη φαντασία της. Το όνομα της παρέπεμπε σε ηρωίδες κλασικών ρομαντικών μυθιστορημάτων. Την φανταζόταν ψηλή, ευθυτενή, αιθέρια με δέρμα εύθρασυστο σαν πορσελάνη και μάτια στο χρώμα του οργισμένου ωκεανού. Δεν την μισούσε όχι. Θα μπορούσε να πει ότι την θαύμαζε και ενδόμυχα ευχόταν να έπαιρνε για λίγο τη θέση της στην καρδιά του άντρα της. Θα την μισούσε ενδεχομένως αν έμενε, όμως εκείνη έφυγε. Έφυγε χωρίς να διεκδικήσει, χωρίς να αμφισβητήσει το δικαίωμα της να είναι νόμιμη σύζυγος του. Το αναγνώρισε και απλώς παραιτήθηκε. Γι’αυτό την θαύμαζε και βαθιά μέσα της ίσως κιόλας να την εκτιμούσε. Θα ήθελε να της έμοιαζε. Να είχε έστω ένα ίχνος από την υποδόρια σαγήνη και γοητεία της.

Η Μαίρη δεν υπήρξε ποτέ μοιραία γυναίκα. Υπήρξε ανέκαθεν η συνηθισμένη γυναίκα της διπλανής πόρτας που δεν προκαλούσε σκοτεινά πάθη και απανωτά καρδιοχτύπια. Πάντοτε θαύμαζε τις μοιραίες ντίβες του κινηματογράφου. Η Άβα Γκάρντνερ ήταν η αγαπημένη της. Θαύμαζε τα αμυγδαλωτά, πράσινα μάτια της που έμοιαζαν με τεράστιες λιμνοθάλασσες, τα κερασένια χείλη της, την αλαβάστρινη επιδερμίδα της και την απύθμενη θηλυκότητα της. Όλα όσα δεν είχε αυτή. Μάλλον κοντή με προβληματικό σωματότυπο θα την έλεγε κανείς. Ανύπαρκτο στήθος, φαρδιά περιφέρεια και κακοσχηματισμένες γάμπες. Μόνο τα μάτια της είχαν κάποιο ενδιαφέρον. Ήταν μεγάλα, ανοιχτά καστανά με μακριές βλεφαρίδες. Η μοναδική κληρονομιά από τη μητέρα της, η οποία στα νιάτα της υπήρξε μία καλλονή. Δυστυχώς σε τίποτα άλλο δεν της έμοιασε. Αυτός ήταν ο μεγάλος καημός της. Αν της έμοιαζε έστω και λίγο, ίσως ο Αντώνης να μην είχε μάτια για άλλη γυναίκα. Όμως, πάλι περνούσε από το μυαλό της η σκέψη πως ακόμα και οι ωραιότερες γυναίκες στην ιστορία του κινηματογράφου, είχαν απατηθεί από τους συντρόφους τους. Ο Φρανκ Σινάτρα για παράδειγμα είχε απατήσει επανειλημμένα την Άβα Γκάρντνερ και εκείνη είχε παραδοθεί στον παραισθητικό κόσμο του αλκοόλ. Τελικά η απιστία υπήρξε ανέκαθεν αντρικό προνόμιο, ενώ μια γυναίκα όταν τολμούσε να απιστήσει οδηγημένη από τυφλό πάθος και ασίγαστο έρωτα, βρισκόταν αυτομάτως στο κέντρο του κυκλώνα δεχόμενη βολές πυρός από παντού.

Η ίδια δεν το είχε βέβαια τολμήσει ποτέ στη ζωή της. Όχι από δειλία αλλά από καθαρή αδιαφορια. Η φύση της απείχε πολύ από το να την χαρακτήριζε κάποιος ερωτική. Το πάθος ήταν γι’αυτή μια λέξη άγνωστη, σκίρτημα ερωτικό δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της. Ούτε καν για τον άντρα της. Η ερωτική πράξη αποτελούσε γι’αυτήν μια τυπική διαδικασία και αναπόφευκτη ανάγκη, όχι όμως δική της. Τον αγαπούσε όμως βαθιά, ζούσε γι’αυτόν και δεν ήθελε να τον χάσει. Μια αγάπη εγωιστική και ωφελιμιστική ίσως αλλά αυτό ήξερε να προσφέρει στη ζωή της. Η ιδέα πως θα την εγκατέλειπε την τρέλαινε, την οδηγούσε στην απόγνωση. Σε αυτό συνέβαλε πολύ το γεγονός ότι μεγάλωσε σε μια πολύ κλειστή κοινωνία. Το χωριό από το οποίο καταγόταν ήταν μικρό, κατοικούσαν σε αυτό μια χούφτα άνθρωποι που ενημερώνονταν για τα πάντα και σχολίαζαν τα πάντα. Κάθε βήμα της ήταν απόλυτα μελετημένο και προγραμματισμένο. Τα όρια της συγκεκριμένα. Κανείς δεν είχε τολμήσει να πει το παραμικρό γι’αυτή. Δεν έδινε άλλωστε το παραμικρό δικαίωμα. Ποτέ δεν είχε ζήσει θυελλώδη πάθη και τρικυμιώδεις σχέσεις. Ένα ήρεμο και στάσιμο λιμάνι θα περιέγραφε κάποιος τρίτος παρατηρητής τη ζωή της. Τα στάσιμα νερά όμως πολλές φορές είναι θολά, βρόμικα και γεμάτα μικρόβια. Έτσι εξελίχτηκε η ζωή της. Ένας στάσιμος και θολός βάλτος. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια δεν αναγνώριζε τον εαυτό της και τον κάθε συμβιβασμό που έκανε. Ένας συμβιβασμός κι ένας εξευτελισμός. Καταρράκωση της προσωπικότητας και του εαυτού της που δεν αναγνώριζε πια. Η μητέρα της ανέκαθεν της έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου.

«Να έχεις κόρη μου σεβασμό και εκτίμηση στον εαυτό σου. Μην τα χάσεις ποτέ και για κανένα λόγο και κυρίως για κανένα άντρα. Ακόμα και ο πιο χρυσός άντρας θα αποδειχθεί να ξέρεις κάλπικος».

Δεν έδωσε στα λόγια της καμία σημασία. Τι αξία είχαν άλλωστε τα λόγια μιας ταλαιπωρημένης και εγκαταλελειμμένης γυναίκας; Η μάνα της στάθηκε γι’αυτήν μάνα και πατέρας όταν ο μπαμπάς της τους εγκατέλειψε κι έφυγε από την Κύπρο βράδυ με το βαπόρι με μια άλλη γυναίκα που δεν ήταν απλώς μια άλλη αλλά η θετή της αδελφή. Το σκάνδαλο συγκλόνισε την κλειστή κοινωνία του χωριού και πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις καθώς δημοσιεύτηκε ανώνυμα σε καθημερινή εφημερίδα. Εκείνη κλείστηκε εντελώς στον εαυτό της. Δεν τον συγχώρεσε ποτέ. Ούτε όταν εκείνος επέστρεψε πέντε χρόνια αργότερα κλαίγοντας γονατιστός στα πόδια της. Την αδελφή της δεν την είδε ποτέ ξανά στη ζωή της. Για εκείνη ο βαθμός συγγένειας είχε πια διαγραφεί. Δεν είχε πλέον καμία ισχύ. Μεγάλωσε την Μάιρη με θυσίες αιματηρές σαν μάνα και πατέρας μαζί. Ποτέ δεν δέχθηκε άλλο άντρα στο πλευρό της παρόλες τις προτάσεις που έφταναν σωρηδόν. Η μητέρα της ήταν μια πραγματική καλλονή και το μήλο της έριδος ανάμεσα στους υποψήφιους μνηστήρες που την πολιορκούσαν αδιαλείπτως. Για εκείνη ήταν όλοι τους αόρατοι. Το κεφάλαιο «Άντρες» είχε πλέον κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Στη ζωή της υπήρχε θέση μονάχα για την κόρη της που αποτελούσε για εκείνη ολόκληρο τον κόσμο της.