Ο Τομ περιφερόταν άσκοπα στους χαώδεις δρόμους της Νέας Υόρκης. Παρακολουθούσε τους τεράστιους, ογκώδεις ουρανοξύστες, τα πολυάριθμα εστιατόρια κάθε κουλτούρας και φυλής με τις ανάμικτες μυρωδιές από όλες τις κουζίνες του κόσμου και τους ανέκφραστους κατοίκους που πηγαινοέρχονταν σαν βολίδες στους δρόμους βιαστικοί και απορούσε τι δουλειά είχε εκείνος εκεί. Ποτέ στη ζωή του δεν ένιωσε πιο ξένος. Ένιωθε σαν ψάρι έξω από τα νερά του. Η ψυχοσύνθεση του ήταν εντελώς διαφορετική. Εκείνος ήταν ένας άνθρωπος της φύσης, απλός, καθημερινός που ξυπνούσε από το πρωί και καλλιεργούσε τον κήπο του, τάιζε τα ζώα του και πήγαινε στην παραλία για την καθημερινή του άσκηση. Μόνο εκεί στα καταγάλανα νερά του ωκεανού ένιωθε εντελώς ελεύθερος. Ποτέ δεν θα μπορούσε να ζήσει εγκλωβισμένος σε ένα τετραγωνισμένο κλουβί σε μια πόλη χαώδη που του προκαλούσε συνεχή εκνευρισμό και άγχος. Απορούσε πως ζούσε με αυτό τον τρόπο τόσα χρόνια εκεί η Νταιάνα. Δεν θα τολμούσε όμως ποτέ να της το πει. Οι δεσμοί αίματος που είχε με την κόρη του είχαν πια κοπεί για πάντα. Γι’αυτό άλλωστε ήταν εκείνος εκεί. Για να κάνει μια τελευταία προσπάθεια επανασύνδεσης.

Δεν είχε ιδέα που πήγαινε αυτή τη στιγμή. Με τεράστια δυσκολία ακολουθούσε το χάρτη που κρατούσε στα χέρια του. Για να ακολουθήσει τον ηλεκτρονικό χάρτη του κινητού του ούτε λόγος να γίνεται. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως να το κάνει. Δεν ήταν ποτέ ο τύπος της τεχνολογίας. Δεν ήξερε καν πως να σερφάρει στο διαδίκτυο.

Ο θυρωρός του είπε ότι η κόρη του έλειπε από το σπίτι. Ήταν πρωί και λογικά θα βρισκόταν στη δουλειά. Μια παρόρμηση της στιγμής τον ώθησε να ψάξει να βρει την εταιρία που εργαζόταν. Η Λέσλι του είχε πει πως η Νταιάνα εργαζόταν στον πιο γνωστό οίκο μάνατζερ συγγραφέων της Νέας Υόρκης. Δεν συγκράτησε βέβαια το όνομα αλλά με ένα τηλεφώνημα θα το μάθαινε σε λίγα λεπτά. Στάθηκε για λίγο μετέωρος κοιτώντας το κινητό του, προσπαθώντας να σκεφτεί μια υποτιθέμενη αντίδραση της κόρης του αν τον έβλεπε στο χώρο εργασίας της. Σχεδόν όλες οι πιθανότητες ήταν εναντίον του. Η Νταιάνα θα μετατραπόταν σε μαινόμενη ύαινα αν τον έβλεπε μπροστά της στο χώρο εργασίας της και ίσως να είχε δίκιο. Κανείς δεν ήθελε να τον ενοχλούν στη δουλειά του και ειδικά όταν αυτός ήταν κάποιος που δεν ήθελε να βλέπει στα μάτια του. Ακριβώς όπως αισθανόταν η κόρη του για εκείνον. Έπρεπε όμως να τη δει και να της μιλήσει. Έφτασε η στιγμή που η κόρη του έπρεπε να μάθει όλη την αλήθεια. Οι μακροχρόνιες σιωπές και οι αντιμαχόμενες έχθρες δεν είχαν πια καμία θέση ανάμεσά τους. Έπρεπε η σχέση τους να ξεκινήσει πάνω σε μια καινούρια βάση αν αποφάσιζε ποτέ η Νταιάνα να του δώσει την ευκαιρία.

Αποφάσισε να εξερευνήσει για λίγο την πόλη, όσο τουλάχιστον του επέτρεπαν οι ελλιπείς του γνώσεις. Η πείνα άρχισε να τον θερίζει και διαπίστωσε πως δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του από τις έξι το πρωί που είχε ξυπνήσει. Η ώρα ήταν ήδη δώδεκα το μεσημέρι. Έβλεπε τους πλανόδιους πωλητές χοτ ντογκ και σάντουιτς αμφιβόλου ποιότητας και ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται δυσάρεστα. Ακόμη και να πέθαινε της πείνας δεν θα αγόραζε ποτέ φαγητό από εκείνους.

Μετά από άσκοπη περιπλάνηση στην 42η οδό αποφάσισε να μπει σε ένα αμερικάνικο εστιατόριο για μεσημεριανό. Απέρριψε όλα τα φαστφουντάδικα αλυσίδας τα φαγητά των οποίων ήταν αμφιβόλου ποιότητας, Τουλάχιστον στο αμερικανικό εστιατόριο  ήταν όλες οι γεύσεις πολύ οικείες. Παρήγγειλε μια χοιρινή μπριζόλα με σαλάτο κόσλου και ψητή πατάτα και ήπιε μια μπύρα. Γενικά το αλκοόλ το απέφευγε αλλά ειδικά εκείνη τη στιγμή ένιωσε ότι το χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ. Έπρεπε να χαλαρώσει από την ένταση και το άγχος που τον είχαν καταβάλει για να αντιμετωπίσει με θάρρος την κόρη του και να της εξηγήσει για πρώτη φορά στη ζωή του όλα όσα όφειλε να της πει εδώ και τόσα χρόνια. Κοίταξε το ρολόι του με ανυπομονησία. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς. Πώς θα περνούσαν τόσες ώρες μέχρι να την δει; Τι θα έκανε μόνος του σε μια άγνωστη πόλη; Σκέφτηκε να πάει σε κάποιο μουσείο αν και ποτέ δεν του άρεσαν ιδιαίτερα.

Ρώτησε τον ευγενικό νεαρό σερβιτόρο που προφανώς ήταν κάποιος φοιτητής ο οποίος εργαζόταν για το χαρτζιλίκι του ποιό μουσείο θα του εισηγούνταν να επισκεφθεί. Τα μάτια του νεαρού έλαμψαν καθώς όπως του εξήγησε αργότερα σπούδαζε ιστορία της τέχνης και στον ελεύθερο του χρόνο του άρεσε να δημιουργεί πίνακες ζωγραφικής. Του συνέστησε να επισκεφθεί οπωσδήποτε το Metropolitan Art Museum και το MOMA, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Ο Τομ απέμεινε να τον κοιτά με το στόμα ανοιχτό καθώς ο νέος άρχισε να του περιγράφει τα έργα τέχνης που υπήρχαν σε κάθε όροφο γεμάτος ενθουσιασμό και με ένα πρωτόγνωρο πάθος. Για πρώτη φορά στη ζωή του ντράπηκε για τις ελλειπείς και φτωχές του γνώσεις, καθώς και για την απλοικότητα της σκέψης του που τόσα χρόνια βυθισμένος στα προβλήματα της καθημερινότητας και στις πολλές ώρες δουλειάς δεν είχε φροντίσει να καλλιεργήσει και να την προωθήσει έστω ένα βήμα παραπέρα. Ποτέ δεν υπήρξε λάτρης της λογοτεχνίας και των υπόλοιπων τεχνών. Ήταν τόσο διαφορετικοί με την Ρουθ, την γυναίκα του που πολλές φορές απορούσε πως αυτοί οι δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι είχαν καταλήξει ένα παντρεμένο ζευγάρι με ένα παιδί. Εκείνη ήταν αιθέρια, εκλεπτυσμένη, με σπουδαίες γνώσεις στη λογοτεχνία και στην κλασική μουσική. Λάτρευε την όπερα και από μικρό κορίτσι παρακολουθούσε μαθήματα πιάνου και κλασικού μπαλέτου. Είχε μάλιστα σπουδάσει συγκριτική λογοτεχνία σ’ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης. Όταν την γνώρισε, ένιωσε να φτερουγίζει κυριολεκτικά η καρδιά του. Την είχε ερωτευτεί παράφορα και ήξερε από την πρώτη στιφμή ότι αυτή η εκλεπτυσμένη καλλονή θα γινόταν γυναίκα του. Εκείνη δεν ένιωσε το ίδιο, το ήξερε. Το έβλεπε στα μάτια της, στις κινήσεις της όταν προσπαθούσε ευγενικά να αποφύγει το άγγιγμα του. Αυτός όμως επέμεινε. Την πολιόρκησε σαν να ήταν απόρθητο φρούριο και τελικά τα κατάφερε. Η Ρουθ έγινε δική του. Ήταν όμως πραγματικά; Από την αρχή γνώριζε πως η γυναίκα αυτή ήταν ένα άπιαστο όνειρο αλλά προτιμούσε να ζει με ψευδαισθήσεις. Την αγαπούσε παθιασμένα, την λάτρευε στην κυριολεξία. Όταν έμεινε έγκυος στην κόρη τους, αισθάνθηκε ότι η γυναίκα αυτή κρατούσε στα χέρια της το κλειδί της πύλης του παραδείσου. Όταν γεννήθηκε η κόρη τους, ολόκληρος ο κόσμος του άλλαξε. Έγινε φωτεινός, ανέμελος, υπέροχος. Τα πελώρια γαλανά της μάτια και τα κερασένια χείλη της ήταν η επιτομή της ομορφιάς. Την λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που εκείνη αντίκρυσε το πρώτο φως του ήλιου. Εκείνη του ανταπέδωσε την αγάπη του από την πρώτη στιγμή. Με ένα χαμόγελό της φωτιζόταν ο κόσμος του ολοκληρος. Όταν έφευγε από κοντά της για λίγο η μικρή έσκουζε από το κλάμα. Ένα τόσο δα πλασματάκι του είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Η Νταιάνα έγινε ολόκληρος ο κόσμος του. Έμοιαζε σε εκείνη τόσο πολύ. Σχεδόν τίποτα δεν είχε πάρει από αυτόν. Ακόμα και όταν μεγάλωσε είχε εκδηλώσει ένα τεράστιο ενδιαφέρον στην λογοτεχνία όπως η μητέρα της. Διάβαζε αρειμανίως ό,τι βιβλίο υπήρχε στη βιβλιοθήκη τους. Η Ρουθ επίσης την κατεύθυνε και της εξηγούσε την αξία και τη σημασία της κλασικής λογοτεχνίας. Από την εποχή που έμεινε έγκυος στην Νταιάνα είχε σταματήσει κάθε επαγγελματική της δραστηριότητα. Η εγκυμοσύνη της ήταν τρομερά δύσκολη και είχε αναγκαστεί να μείνει για επτά μήνες στο κρεβάτι. Δεν παραπονέθηκε καθόλου, αντιθέτως αντιμετώπισε την κατάσταση με απαράμιλλη γενναιότητα και ψυχραιμία. Αρχικά πήρε άδεια άνευ απολαβών από το πανεπιστήμιο στο οποίο εργαζόταν ως Επίκουρος Καθηγήτρια Λογοτεχνίας και στη συνέχεια δεν επέστρεψε ποτέ στα καθήκοντά της. Αφοσιώθηκε στην κόρη της αποκλειστικά. Η φροντίδα της ήταν ο μοναδικός σκοπός της ζωής της. Την έπαιρνε στην αγκαλιά της, της τραγουδούσε με τις ώρες, την πήγαινε περίπατο στο πάρκο. Η ζωή της στη Νέα Υόρκη που παλιά λάτρευε δεν της έλειπε πλέον καθόλου. Του είχε κάνει μάλιστα τεράστια εντύπωση όταν της πρότεινε να μείνουν για πάντα στην Βόρεια Καρολίνα και εκείνη δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από κάποιον ή από κάπου. Ποτέ στη ζωή του δεν πίστευε πως μια γυναίκα σαν κι αυτήν θα καταδεχόταν ποτέ να σηκώσει το βλέμμα της  πάνω του. Πόσω μάλλον ότι θα την παντρευόταν και θα έκαναν μαζί κι ένα παιδί. Όλα έμοιαζαν σαν όνειρο μέχρι που έμαθε αυτό που δεν έπρεπε να μάθει ποτέ. Το βάθρο στο οποίο την είχε τοποθετήσει γκρεμίστηκε σε μια μόνο στιγμή. Τα πάντα άλλαξαν στη ζωή του που είχε πλέον μετατραπεί σε μια κόλαση.

«Γιατί το έκανες Ρουθ; Γιατί μας διέλυσες χωρίς ποτέ να σκεφτείς τις συνέπειες;», μονολόγησε κρατώντας το κεφάλι του.

«Σας συμβαίνει κάτι κύριε; Δεν φαίνεστε καθόλου καλά.» ρώτησε ο νεαρός σερβιτόρος ανήσυχος σκύβοντας από πάνω του.

«Ναι, ναι, καλά είμαι. Ευχαριστώ. Μπορώ να έχω το λογαριασμό παρακαλώ; Πρέπει να πηγαίνω.», ψέλλισε ντροπιασμένος με το βλέμμα χαμηλωμένο.

Ξαφνικά του κόπηκε εντελώς η διάθεση για περιήγηση στα μουσεία της Νέας Υόρκης. Η μορφή της Ρουθ πάλι κυριάρχησε επιβλητική στο μυαλό του. Το φάντασμα της δεν θα σταματούσε στιγμή να τον κυνηγάει επειδή ήξερε. Ήξερε και δεν έκανε απολύτως τίποτα για να εμποδίσει το τέλος. Ένα τέλος όμως που ποτέ δεν φανταζόταν και για το οποίο οι τύψεις τον έζωναν σαν Ερινύες. Μόνο αν τολμούσε να το εξομολογηθεί στην κόρη του, θα επερχόταν ίσως η πολυπόθητη κάθαρση. Έπρεπε να βρει το θάρρος. Το χρωστούσε σε εκείνη, στον εαυτό του, μα κυρίως στην ταλαιπωρημένη ψυχή της Ρουθ. Κοίταξε με απόγνωση το ρολόι του. Η ώρα ήταν ήδη τρεις και τέταρτο. Αποφάσισε να κάνει μια βόλτα για να σκοτώσει το χρόνο του μέχρι να ανηφορίσει για το σπίτι της. Η τελευταία τους συνάντηση ήταν γεμάτη ένταση, πόνο και πικρά λόγια που ακόμα του πλήγωναν την καρδιά. Δεν θα άντεχε ακόμα μια σκληρή αναμέτρηση μαζί της. Τον σκότωνε το μίσος που έβλεπε στα μάτια της, η απέχθεια της και το σαρκαστικό της ύφος. Όταν στο μυαλό του ερχόταν η αντίδραση της, παρέλυε ολόκληρος. Με τίποτα δεν ήθελε να αντιμετωπίσει ξανά την ίδια κατάσταση.