από την Άρια Σωκράτους.

Όταν την γνώρισε, ένιωσε να φτερουγίζει κυριολεκτικά η καρδιά του. Την είχε ερωτευτεί παράφορα και ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι αυτή η εκλεπτυσμένη καλλονή θα γινόταν γυναίκα του. Εκείνη δεν ένιωσε το ίδιο, το ήξερε. Το έβλεπε στα μάτια της, στις κινήσεις της όταν προσπαθούσε ευγενικά να αποφύγει το άγγιγμα του. Αυτός όμως επέμεινε. Την πολιόρκησε σαν να ήταν απόρθητο φρούριο και τελικά τα κατάφερε. Η Ρουθ έγινε δική του. Ήταν όμως πραγματικά; Από την αρχή γνώριζε πως η γυναίκα αυτή ήταν ένα άπιαστο όνειρο αλλά προτιμούσε να ζει με ψευδαισθήσεις. Την αγαπούσε παθιασμένα, την λάτρευε στην κυριολεξία. Όταν έμεινε έγκυος στην κόρη τους, αισθάνθηκε ότι η γυναίκα αυτή κρατούσε στα χέρια της το κλειδί της πύλης του παραδείσου. Όταν γεννήθηκε η κόρη τους, ολόκληρος ο κόσμος του άλλαξε. Έγινε φωτεινός, ανέμελος, υπέροχος. Τα πελώρια γαλανά της μάτια και τα κερασένια χείλη της ήταν η επιτομή της ομορφιάς. Την λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που εκείνη αντίκρυσε το πρώτο φως του ήλιου. Εκείνη του ανταπέδωσε την αγάπη του από την πρώτη στιγμή. Με ένα χαμόγελό της φωτιζόταν ο κόσμος του ολοκληρος. Όταν έφευγε από κοντά της για λίγο η μικρή έσκουζε από το κλάμα. Ένα τόσο δα πλασματάκι του είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Η Νταιάνα έγινε ολόκληρος ο κόσμος του. Έμοιαζε σε εκείνη τόσο πολύ. Σχεδόν τίποτα δεν είχε πάρει από αυτόν. Ακόμα και όταν μεγάλωσε είχε εκδηλώσει ένα τεράστιο ενδιαφέρον στην λογοτεχνία όπως η μητέρα της. Διάβαζε αρειμανίως ό,τι βιβλίο υπήρχε στη βιβλιοθήκη τους. Η Ρουθ επίσης την κατεύθυνε και της εξηγούσε την αξία και τη σημασία της κλασικής λογοτεχνίας. Από την εποχή που έμεινε έγκυος στην Νταιάνα είχε σταματήσει κάθε επαγγελματική της δραστηριότητα. Η εγκυμοσύνη της ήταν τρομερά δύσκολη και είχε αναγκαστεί να μείνει για επτά μήνες στο κρεβάτι. Δεν παραπονέθηκε καθόλου, αντιθέτως αντιμετώπισε την κατάσταση με απαράμιλλη γενναιότητα και ψυχραιμία. Αρχικά πήρε άδεια άνευ απολαβών από το πανεπιστήμιο στο οποίο εργαζόταν ως Επίκουρος Καθηγήτρια Λογοτεχνίας και στη συνέχεια δεν επέστρεψε ποτέ στα καθήκοντά της. Αφοσιώθηκε στην κόρη της αποκλειστικά. Η φροντίδα της ήταν ο μοναδικός σκοπός της ζωής της. Την έπαιρνε στην αγκαλιά της, της τραγουδούσε με τις ώρες, την πήγαινε περίπατο στο πάρκο. Η ζωή της στη Νέα Υόρκη που παλιά λάτρευε δεν της έλειπε πλέον καθόλου. Του είχε κάνει μάλιστα τεράστια εντύπωση όταν της πρότεινε να μείνουν για πάντα στην Βόρεια Καρολίνα και εκείνη δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από κάποιον ή από κάπου. Ποτέ στη ζωή του δεν πίστευε πως μια γυναίκα σαν κι αυτήν θα καταδεχόταν ποτέ να σηκώσει το βλέμμα της  πάνω του. Πόσω μάλλον ότι θα την παντρευόταν και θα έκαναν μαζί κι ένα παιδί. Όλα έμοιαζαν σαν όνειρο μέχρι που έμαθε αυτό που δεν έπρεπε να μάθει ποτέ. Το βάθρο στο οποίο την είχε τοποθετήσει γκρεμίστηκε σε μια μόνο στιγμή. Τα πάντα άλλαξαν στη ζωή του που είχε πλέον μετατραπεί σε μια κόλαση.

«Γιατί το έκανες Ρουθ; Γιατί μας διέλυσες χωρίς ποτέ να σκεφτείς τις συνέπειες;», μονολόγησε κρατώντας το κεφάλι του.

«Σας συμβαίνει κάτι κύριε; Δεν φαίνεστε καθόλου καλά.» ρώτησε ο νεαρός σερβιτόρος ανήσυχος σκύβοντας από πάνω του.

«Ναι, ναι, καλά είμαι. Ευχαριστώ. Μπορώ να έχω το λογαριασμό παρακαλώ; Πρέπει να πηγαίνω.», ψέλλισε ντροπιασμένος με το βλέμμα χαμηλωμένο.

Ξαφνικά του κόπηκε εντελώς η διάθεση για περιήγηση στα μουσεία της Νέας Υόρκης. Η μορφή της Ρουθ πάλι κυριάρχησε επιβλητική στο μυαλό του. Το φάντασμα της δεν θα σταματούσε στιγμή να τον κυνηγάει επειδή ήξερε. Ήξερε και δεν έκανε απολύτως τίποτα για να εμποδίσει το τέλος. Ένα τέλος όμως που ποτέ δεν φανταζόταν και για το οποίο οι τύψεις τον έζωναν σαν Ερινύες. Μόνο αν τολμούσε να το εξομολογηθεί στην κόρη του, θα επερχόταν ίσως η πολυπόθητη κάθαρση. Έπρεπε να βρει το θάρρος. Το χρωστούσε σε εκείνη, στον εαυτό του, μα κυρίως στην ταλαιπωρημένη ψυχή της Ρουθ. Κοίταξε με απόγνωση το ρολόι του. Η ώρα ήταν ήδη τρεις και τέταρτο. Αποφάσισε να κάνει μια βόλτα για να σκοτώσει το χρόνο του μέχρι να ανηφορίσει για το σπίτι της. Η τελευταία τους συνάντηση ήταν γεμάτη ένταση, πόνο και πικρά λόγια που ακόμα του πλήγωναν την καρδιά. Δεν θα άντεχε ακόμα μια σκληρή αναμέτρηση μαζί της. Τον σκότωνε το μίσος που έβλεπε στα μάτια της, η απέχθεια της και το σαρκαστικό της ύφος. Όταν στο μυαλό του ερχόταν η αντίδραση της, παρέλυε ολόκληρος. Με τίποτα δεν ήθελε να αντιμετωπίσει ξανά την ίδια κατάσταση.

Οι χαώδεις δρόμοι της Νέας Υόρκης τον αποπροσανατόλιζαν, του προκαλούσαν μια απροσδιόριστη συστολή και φόβο. Τον έκαναν να αισθάνεται ως μια ασήμαντη,αμελητέα οντότητα, ένας μικρός κόκκος στην απέραντη άμμο μιας τεράστιας παραλίας. Ανέκαθεν το ένιωθε αυτό για τις μεγάλες πόλεις και γι’αυτό τος αντιπαθούσε. Θυμήθηκε την αντίδραση του όταν η Νταιάνα του είχε ανακοινώσει κοφτά πως είχε πάρει την απόφαση να φύγει από την μικρή πόλη τους στη Βόρεια Καρολίνα για να κατοικήσει μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Είχε θυμώσει, είχε εξοργιστεί και προσπάθησε να την αποτρέψει χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Είχε ήδη προ πολλού χάσει το δικαίωμα να την συμβουλεύει. Η Νταιάνα ήταν τόσο ίδια με την Ρουθ. Είχε κι εκείνη λατρεία στις μεγάλες πόλεςι, θαμπωνόταν από την εκτυφλωτική μα κάλπικη λάμψη τους που μετέτρεπαν τους ανθρώπους σε οργανωμένους απάνθρωπους. Δεν τον καταλάβαιναν, δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν. Η δική του οπτική ήταν τόσο διαφορετική από τη δική τους.

Τελικά έφτασε ξανά στο κτίριο όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της. Κοντοστάθηκε αμήχανος έξω από την τεράστια γυάλινη εξώπορτα και με την άκρη του ματιού του διέκρινε τον ηλικιωμένο θυρωρό. Ντρεπόταν να τον δει ξανά σε αυτή την κατάσταση. Έμοιαζε αξιολύπητος, το γνώριζε καλά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έσπρωξε την γυάλινη πόρτα. Ο θυρωρός του χαμογέλασε διάπλατα και αυτό του έδωσε ένα κάπως μεγαλύτερο θάρρος.

«Καλησπέρα κύριε. Είστε τυχερός. Η κυρία Άλλεν μόλις επέστρεψε πριν από λίγο και ανέβηκε πάνω στο διαμέρισμα της. Ποιός κύριος να πω ότι την ζητάει;»

Παρέμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλός. Η αντίδραση της κόρης του μόλις θα άκουγε το όνομα του στην άλλη άκρη της γραμμής του προκαλούσε ανατριχίλα. Οφειλε όμως να δώσει μια απάντηση στον ευγενέστατο θυρωρό ο οποίος είχε όλη την καλή διάθεση να τον εξυπηρετήσει.

«Να της πείτε πως την ζητάει ο πατέρας της», είπε με φωνή που μετά βίας ακουγόταν.

«Είστε ο πατέρας της κυρίας Άλλεν; Χαίρομαι πάρα πολύ που σας γνωρίζω κύριε. Τόσα χρόνια που διαμένει η κυρία Άλλεν εδώ ποτέ δεν έτυχε να γνωρίσω κανένα δικό της άνθρωπο.», απάντησε ξαφνιασμένος ο θυρωρός κοιτώντας τον εξεταστικά.

«Ναι, ζω στην Βόρεια Καρολίνα και ήρθα στη Νέα Υόρκη για να τη δω».

«Μισό λεπτό να την καλέσω… Κυρία Άλλεν, καλησπέρα σας. Έχετε επισκέψεις. Είναι εδώ ο πατέρας σας. Ναι, ναι,θα του το πω. Έρχεται αμέσως….Σας περιμένει κύριε. Θα ανεβείτε στον 23ο όροφο και θα κάνετε από το ανσανσέρ δεξιά. Το διαμέρισμα της έχει τον αριθμό 2303.»

«Δηλαδή σας είπε να ανέβω τώρα;», τον ρώτησε αποσβολωμένος. Του φάνηκε πολύ περίεργο που η κόρη του δέχτηκε να τον δει χωρίς καμία αντίρρηση κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο επιφυλακτικό.

«Ναι, φυσικά. Σας περιμένει.», είπε ο θυρωρός απορημένος και αντιλήφθηκε αμεσως πως οι σχέσεις πατέρα και κόρης δεν θα ήταν οι καλύτερες δυνατές.

«Πολύ κρίμα. Φαίνεται τόσο συμπαθητικός άνθρωπος κι εκείνη είναι μια εξαιρετική κοπέλα. Εύχομαι τουλάχιστον», σκέφτηκε βλέποντας τον Τομ να κατευθύνεται προς το ανσανσέρ.

Η καρδιά του χτυπούσε ακανόνιστα και οι ρυθμοί της ανέβαιναν με ιλιγγιώδη ρυθμό καθώς ανέβαινε και το ανσανσέρ. Ένας κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε και η αναπνοή του κοβόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Νόμιζε πως όταν την έβλεπε μπροστά του, η καρδιά του θα σταματούσε.