Γράφει ο Ερμής:

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα δάσος, όπου οι κορυφές των δένδρων ήταν τόσο ψηλές που εμπόδιζαν τον ήλιο να φωτίσει το έδαφος. Άγρια και σπάνια φυτά κάλυπταν την έκτασή του και κανένας άνθρωπος δεν τολμούσε να περπατήσει σ’ αυτό, αφού το σκοτάδι και τα άγρια ζώα που συναντούσε κάποιος στο διάβα του προκαλούσαν φόβο.

Τίποτα όμως δεν παραμένει αιώνιο. Όλα αλλάζουν και κάποτε ήρθε η στιγμή να μεταμορφωθεί και αυτό το τρομακτικό δάσος.

Στο κοντινό χωριό ζούσε η Ροζαλίντα, μια όμορφη και νέα κοπέλα που αγάπησε παράφορα έναν άνδρα που της υποσχέθηκε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να της προσφέρει. Της ορκίστηκε να μείνει δίπλα της, αλλά με την πρώτη ευκαιρία εκπλήρωσης των προσωπικών του φιλοδοξιών έφυγε και την άφησε μόνη να συναρμολογήσει τα κομμάτια της σπασμένης καρδιάς της.

Είναι αλήθεια βέβαια ότι η ιστορία της Ροζαλίντας δεν ήταν ούτε πρωτότυπη, ούτε μοναδική και δεν διέφερε καθόλου από εκείνην άλλων ανθρώπων που πόνεσαν από άπιστους εραστές. Η θλίψη της Ροζαλίντας όμως έμελλε να καθορίσει τη μοίρα του σκοτεινού δάσους.

Νιώθοντας ότι όλα πια είχαν χαθεί και δεν υπήρχε ελπίδα για εκείνη, θέλησε να εξαφανιστεί και να μην ξαναδεί κανέναν. Μάζεψε λοιπόν τα πράγματά της και νικώντας τον φόβο της, αποφάσισε να κρυφτεί στο σκοτεινό δάσος.

«Ούτως ή άλλως για εμένα όλα έχουν τελειώσει. Τι χειρότερο μπορεί να μου συμβεί;», σκέφτηκε και αντλώντας θάρρος από την απελπισία της, έσπρωξε με δύναμη τη βλάστηση που έκλεινε το πέρασμα και προχώρησε στο εσωτερικό του δάσους.

Το θέαμα που αντίκρισε δεν ήταν τελικά τόσο άσχημο, όσο είχε φανταστεί. Η αγριότητα του τοπίου ταίριαζε με τη φρίκη και την ταραχή της ψυχής της. Η σιωπή ακολουθούσε τα βήματά της και όταν κατάκοπη κάθισε στον κορμό ενός δένδρου, τα δάκρυά της βρήκαν επιτέλους τη δίοδο που αποζητούσαν.

Τα ζώα του δάσους συγκεντρώθηκαν γύρω της και την παρατηρούσαν. Η παρουσία της δεν τα τρόμαξε και ο πόνος της βρήκε ανταπόκριση στα δικά τους αισθήματα, διότι ήξεραν καλά την έννοια της απόρριψης και της εγκατάλειψης. Δεν ήταν δύσκολο επομένως να καταλάβουν, ότι αυτό το κορίτσι χρειαζόταν απελπισμένα τη βοήθειά τους και εκείνα ήταν πρόθυμα να του την προσφέρουν.

«Μείνε μαζί μας», πρότειναν, όταν η Ροζαλίντα τους αφηγήθηκε την ιστορία της και εκείνη δέχθηκε, αφού το δάσος ήταν το μοναδικό της καταφύγιο.

Μια μικρή σπηλιά κοντά σ’ έναν καταρράκτη έγινε το σπίτι της και φίλοι της τα πλάσματα που προκαλούσαν πανικό σε όσους δεν τα γνώριζαν.

Τα χρόνια πέρασαν και η Ροζαλίντα μεγάλωσε. Τα μαλλιά της άσπρισαν και τα γηρατειά βάρυναν τους άλλοτε νεανικούς της ώμους. Δεν έφυγε ποτέ από το δάσος και οι ημέρες της κυλούσαν συντροφιά με τα ζώα που έγιναν οι καλύτεροι της φίλοι και σταδιακά θεράπευσαν την πληγωμένη της ψυχή.

Κάποτε όμως ήρθε το επίγειο τέλος της και τότε η Ροζαλίντα έκλεισε τα μάτια αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης.

«Σ’ αγαπώ σκοτεινό μου δάσος», είπε. «Σ’ αγαπώ, γιατί μ’ αγκάλιασες, όταν κρύωνα και με στήριξες, όταν είχα λυγίσει».

Το τελευταίο δάκρυ της Ροζαλίντας έπεσε στο χώμα και ενώθηκε με τα δάκρυα των ζώων που θρηνούσαν για τον χαμό της μονάκριβης φίλης τους. Τα δάκρυά αυτά – που ήταν στην πραγματικότητα σταγόνες αληθινής αγάπης και ευγνωμοσύνης – μούσκεψαν τη γη που ο ήλιος έλουσε αμέσως με το φως του, καθώς τα δένδρα υποκλίθηκαν σε ένδειξη σεβασμού για τη Ροζαλίντα.

Τότε συνέβη κάτι απίστευτο. Φύτρωσε ένα μαύρο ρόδο και γύρω του εκατοντάδες άλλα πολύχρωμα άνθη. Τα ζώα ένιωσαν στη ράχη τους ένα απαλό χάδι και τα δένδρα συνειδητοποίησαν, ότι δεν έπρεπε να εμποδίζουν τον ήλιο. Τέντωσαν λοιπόν τις κορφές τους και υποδέχτηκαν στα κλαδιά τους μαζί με τη ζεστασιά των αχτίδων, ένα σμήνος πουλιών που κελάηδησαν και έδιωξαν τη μελαγχολία.

Το σκοτεινό δάσος έλαμψε πανέμορφο και ήταν έτοιμο πλέον να καλωσορίσει τους διαβάτες που ζητούσαν γαλήνη στο εσωτερικό του.

Συνταγή της Αμβροσίας: Ηλιαχτίδες

Υλικά:

3 φρέσκα και ώριμα φρούτα παπάγιας

10 σπόροι τόνγκα

2 λοβοί βανίλιας

1 ½ κιλό άσπρο ρούμι

Ζάχαρη (ποσότητα ανάλογη με τη γλυκύτητα που θέλουμε να δώσουμε)

Εκτέλεση:

Πλένουμε τα φρούτα παπάγιας και τα κόβουμε. Σπάζουμε τους σπόρους τόνγκα και κόβουμε τους λοβούς βανίλιας. Αδειάζουμε όλα τα υλικά σ’ ένα μεγάλο βάζο, που κλείνει αεροστεγώς. Φυλάμε το βάζο σε σκιερό σημείο και ανακινούμε το περιεχόμενο 2 – 3 φορές ημερησίως, για σαράντα ημέρες. Στραγγίζουμε σ’ ένα τουλπάνι το ποτό και το αδειάζουμε σε κρυστάλλινη μποτίλια.