από τη Χριστίνα Καπράλου.

Εμένα που με βλέπετε δεν είμαι από εδώ! Εγώ είμαι από αλλού!

Εγώ άπλωνα τα κλαδιά μου το πρωί με την δροσούλα και πουλιά έρχονταν και γλυκοκελαηδούσαν και ερωτευόντουσαν.

Εμένα που με βλέπετε ήμουν αλλού… υψόμετρο 1936 μέτρα.

Το δικό μου βουνό χωρίζει την Αρκαδία από την Λακωνία, δάση και μοναστήρια και όμορφα χωριά … ο τόπος μου έχει ομορφιές. Εγώ ήμουν στην ψηλότερη κορυφή του βουνού μου οι ρίζες μου δροσίζονταν από ποτάμι τα κλαδιά μου χρόνο με τον χρόνο μεγάλωναν.

«Τίποτα δεν κάνανε οι άνθρωποι αν δε ρωτούσαν πρώτα τα πουλιά… Τα πουλιά χωρίζουν τους ανθρώπους απ’ των θεών τους τόπους… Τίποτε δεν είναι πιο ευχάριστο από το να βγάλει κανείς φτερά!

[Όρνιθες του Αριστοφάνη]» να με ακούτε εμένα γνωρίζω πολλά!

Έφευγαν… αλλά επέστρεφαν πάλι!

Κάθε χρόνο εκατομμύρια πουλιά  ξέρετε κάνουν με επιτυχία το ίδιο εκπληκτικό ταξίδι της μετανάστευσης.

Στο τρίτο κλαδί να εδώ αριστερά έδωσε το πρώτο του φιλί ένα τρυγόνι στο ταίρι του.

Χελιδόνια  αναζητούσαν  τροφή και νερό, και όταν κουράζονταν έρχονταν στα κλαδιά μου να κουρνιάσουν.

Και ήρθε εκείνη η μέρα που δεν θα την ξεχάσω ποτέ!

 Άνθρωποι … φορτηγό …. Πριόνι ….

Ούτε που κατάλαβα πως βρέθηκα στην καρότσα του φορτηγού και μέσα σε δύο ώρες στην πόλη.  Αθήνα άκουσα να λένε…. Με έστησαν σε ένα πεζοδρόμιο μαζί με άλλα δέντρα και κόσμος πήγαινε και ερχόταν και σχολίαζε και διάλεγε  και αγόραζε. Έχανα τους φίλους μου σιγά σιγά…. Είχα μείνει σχεδόν τελευταίο ώσπου ένας άντρας με παλτό καπέλο κασκόλ και γάντια ήρθε και με αγόρασε.

Δεν πρόλαβα να δη τα μάτια του δεν ήξερα που με πήγαινε δεν ήξερα τι με περιμένει. Παρέμεινα υπομονετικό περιμένοντας την μοίρα μου.

Με ξεφόρτωσε από το αυτοκίνητο του, με ανέβασε 6 ορόφους από τις σκάλες, τον άκουγα να λαχανιάζει από την μια και να χαίρεται από την άλλη που ήμουν ψηλό και δεν χώραγα στο ασανσέρ.

Παράξενος τύπος! Με έστησε πλάι στην τζαμαρία του διαμερίσματός του. Έξω   στην βεράντα είδα τριανταφυλλιές ανθισμένες … μα ανθίζουν οι τριανταφυλλιές Δεκέμβρη μήνα;

Τον άκουσα να μου μιλά …. Λες και άκουσε το ερώτημα μου και βιάστηκε να μου απαντήσει.

Ειδές; οι τριανταφυλλιές μου είναι ανθισμένες όλο τον χρόνο, γιατί τις αγαπώ και τις φροντίζω, που ξέρεις μπορεί και εσύ να βγάλεις ρίζες με τον καιρό.

Παρέμεινα σιωπηλό και άκουγα προσεκτικά τα λόγια του.

Τι λέει σκέφτηκα…..

Aν είναι τόσο καλός μαζί μου θα του πω τις ιστορίες μου. Θα του μιλήσω για τον τόπο μου, για την κορυφή του βουνού που ήμουν, για τα πουλιά που έφευγαν και έβρισκαν πάντα τον  δρόμο και ξαναερχόντουσαν.

Άραγε κάνουν και οι άνθρωποι το ίδιο; Φεύγουν και επιστρέφουν; Και όταν φεύγουν που πηγαίνουν; Βρίσκουν και αυτοί τον δρόμο τους;

Το πρώτο μας βράδυ κύλισε ήρεμα. Με τοποθέτησε εκεί διπλά στην τζαμαρία και θαρρείς με ξέχασε.

Το άλλο πρωί είδα νέα πρόσωπα στον χώρο. Μια γυναίκα όμορφη και ένα κοριτσάκι χαριτωμένο. Όχι δεν την έλεγε μαμά…. Προφανώς δεν ήταν η μαμά του. Με θαύμασαν και οι δύο και αποφάσισαν να με στολίσουν… έτσι είπαν…. Τι σήμαινε αυτό δεν γνώριζα, δεν ήξερα τι με περίμενε. Παρέμενα υπομονετικό στην γωνιά μου.

Η μια σκαρφάλωσε σε ένα ψηλό σκαμπό και η άλλη ανέβηκε σε σκάλα και άρχισε το μαρτύριο μου. Στην κορυφή μου έβαλαν ένα χρυσό αστέρι ένα ψεύτικο χρυσό αστέρι…. Σε ποιο σε μένα που είχα αστέρια αληθινά για φίλους μου εκεί στο βουνό. Που αν με αφήναν λίγο ακόμη να ζήσω στον τόπο μου εγώ μια μέρα θα ακουμπούσα ένα αληθινό αστέρι.

Και μετά τύλιξαν γύρω μου λαμπιόνια χρωματιστά που αναβόσβηναν

Κόκκινο – μπλε – πράσινο – κίτρινο τσιφ και τσαφ και ξανά από την αρχή κόκκινο – μπλε – πράσινο – κίτρινο. Πως θα το αντέξω όλο αυτό!

Και μετά στο κλαδί αυτό που έδωσε το πρώτο του φιλί το τρυγόνι κρέμασαν ένα αγγελάκι και στο άλλο δίπλα μια μπάλα κόκκινη και στο άλλο κλαδί από πάνω που κούρνιαζαν τα χελιδόνια έναν άγιο Βασίλη τόσο δα μικρό, και πιο κάτω μια μπάλα χρυσή.

Χαίρονταν και γελούσαν και το κοριτσάκι χτυπάτε παλαμάκια και εγώ δεν ήξερα αν χαιρόντουσαν με τα χάλια μου.

Το βράδυ το κοριτσάκι έφυγε, και ο άντρας έμεινε στο σπίτι με την όμορφη γυναίκα.

Άκουσα φωνές,  εγώ δεν είχα μάθει έτσι, τα πουλιά δεν φώναζαν ποτέ μόνο κελαηδούσαν… και μετά η γυναίκα έφυγε και αυτή.

Ο άντρας κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα μου άναψε τσιγάρο. Πήρα μια τρομάρα όταν είδα την φωτιά ….και μετά άρχισε να μιλά…δεν ήξερα αν μιλούσε στο ποτήρι που κρατούσε, στο τσιγάρο του ή σε εμένα.

Έφυγε! είπε με λυγμό.

Τον ξέρει τον δρόμο του είπα, θα γυρίσει!

Με κοίταξε και δεν απόρησε καθόλου που μίλησα. Παράξενος άνθρωπος ρε φίλε!

Το πρωί τον  άκουσα να μιλεί στις τριανταφυλλιές του δεν άκουσα αν του απαντούσαν όμως.

Έφυγε! Το καταλαβαίνεις! Έφυγε είπε πως δεν με αντέχει!

Ε θα γυρίσει του είπα, πως κάνεις έτσι. Και τα πουλιά που έρχονται στα κλαδιά μου έτσι κάνουν έρχονται φεύγουν ξανάρχονται. Θυμούνται τον δρόμο και λάθος δεν κάνουν ποτέ.

Μα αυτή δεν είναι πουλί…. Είναι γυναίκα! Εγώ την αγαπώ και αυτή έφυγε και με άφησε μόνο μου.

Και η κόρη μου έφυγε ειδές;

Εγώ σε έφερα εδώ για εκείνες για να χαρούν και αυτές έφυγαν!

Ναι είδα πως με στόλισαν σαν λατέρνα ρεζίλι έχω γίνει! Έτσι και με έβλεπαν τα αδέλφια μου εκεί πάνω στο βουνό ρεζίλι θα είχα γίνει.

Πάψε μου είπε ο άντρας! Εσύ εδώ θα βγάλεις ρίζες! Είδες τις τριανταφυλλιές μου ε;

Εσύ δεν θα φύγεις δεν θα με αφήσεις ε;

Τον κοίταζα που μοιραζόταν μαζί μου το παράπονο του και αναρωτιόμουν τι είχε μέσα το ποτήρι του.

Κανείς δεν μου είχε πει πως υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε με τα δέντρα. Κάνεις δεν μου είχε πει πως υπάρχουν άνθρωποι που κρεμανε στα δέντρα αστέρια και κουδουνάκια και μπάλες και λαμπιόνια και αυτά τσιφ τσουφ αναβοσβήνουν.

Μετά τον άκουσα να τραγουδάει παραπονιάρικα με φωνή βραχνή.

«Έφυγες νωρίς, κομματιασμένες υποσχέσεις

Έφυγες νωρίς, χειρονομίες βιαστικές

Έκλεισες σιγά την πόρτα μήπως με πονέσεις

Βρήκες τελικά δυο τρεις κουβέντες τυπικές

Ποιος φωνάζει, ποιος πληγώνει τη σιωπή;

Τι να θέλει να μου πει;

Έφυγες νωρίς και όλα μείνανε στη μέση

Ό, τι και να πω, ακροβασία στο κενό

Τόση μοναξιά σε ποιο αστείο να χωρέσει

Τίποτα δε ζω που να μη φαίνεται φτηνό»

Τόση μοναξιά σε ποιο αστείο να χωρέσει έλεγε και ξαναέλεγε και έκλαιγε και έπινε και κάπνιζε.

Και εγώ στην γωνιά μου να του κάνω συντροφιά και τσαφ τσουφ τα λαμπάκια μου και το αστέρι στην κορυφή μου και όσο σκάφτομαι πως την Άνοιξη θα έρθουν τα πουλιά που θα ξαναβρούν τον δρόμο και εγώ δεν θα βρίσκομαι εκεί έτσι μουρχεται ρε φίλε να βάλω και εγώ τα κλάματα!

Αν δείτε το τρυγόνι που έδωσε στο κλαδί μου το πρώτο του φιλί πείτε του που να έρθει να με βρει.

Πείτε του να πάει να βρει την όμορφη γυναίκα και να πει το μυστικό του πως τα πουλιά βρίσκουν τον δρόμο και επιστρέφουν γιατί μάλλον αυτή τον δρόμο τον έχασε η  τον ξέχασε και αυτός εδώ ακόμη κλαίει και την περιμένει.

Μην το ξεχάσετε μην με ξεχάσετε ε! Εδώ είμαι περιμένω να βγάλω ρίζες μου το υποσχέθηκε ο άντρας που με φροντίζει και με αγαπά!