Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ο Άλντους Χάξλεϋ ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος που γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Όντας εγγονός του φυσιοδίφη και ζωολόγου Τόμας Χάξλεϋ και αδελφός του βιολόγου Σερ Τζούλιαν Χάξλεϋ, γνώριζε καλά τη θεωρία της εξέλιξης και τις επιστημονικές έρευνες που πραγματοποιούνταν στον τομέα της γενετικής.

Βασιζόμενος επομένως σε στοιχεία της επιστημονικής φαντασίας και εμφανώς επηρεασμένος από το κίνημα του φουτουρισμού, αποτύπωσε στο έργο του «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» μια διαφορετική οπτική της πραγματικότητας, όπως τη βίωναν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της εποχής του και προφήτευσε καταστάσεις και επιτεύγματα που σήμερα αποτελούν πλέον κομμάτι του παρελθόντος.

Στο συγκεκριμένο πόνημα λοιπόν – που εκδόθηκε αρχικά το 1932 και εκ νέου το 1946 με προσθήκη ενός προλόγου – ο συγγραφέας περιέγραψε μια ουτοπία που είκαζε ότι θα υπήρχε εξακόσια χρόνια αργότερα. Ένα κράτος όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την επιστήμη και την τεχνολογία για να ελέγξουν την κοινωνία και κυρίως τη σκέψη τους. Δεν υπάρχει μήτε μοναδικότητα, μήτε ελευθερία και τα μωρά κατασκευάζονται σε εργαστήρια, όπου κυριαρχεί η αρχή της κλωνοποίησης και του προγραμματισμού.

Όλοι οι πολίτες έχουν μετατραπεί ουσιαστικά σε ρομπότ που κινούνται μέσα σε προσχεδιασμένα και επιτρεπόμενα όρια και σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί. «Έχουν ό,τι θελήσουν και δεν ζητούν ποτέ αυτό που δεν μπορούν να πάρουν. Είναι σιγουρεμένοι, έχουν άνεση, δεν αρρωσταίνουν ποτέ, δεν φοβούνται τον θάνατο, δεν ξέρουν ευτυχώς τι θα πει πάθος και γηρατειά. Δεν έχουν τη μανία της μητρότητας ή της πατρότητας. Ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά, ούτε εραστές, έχουν για να ανοιχτούν. Είναι τόσο καλά προγραμματισμένοι που δύσκολα θα ξέφευγαν από τον ρυθμό τους. Και αν κάτι πάει στραβά, τότε υπάρχει η σόμα».

Ναρκώνονται, χειραγωγούνται και καθοδηγούνται από εκείνους που κρατούν τη γνώση για τον εαυτό τους και αναγεννούν κατά κάποιον τρόπο τον Μεσαίωνα σε μια μελλοντική εποχή. Κάθε ίχνος θρησκείας, τέχνης και ελευθερίας έκφρασης ή βούλησης έχει χαθεί και κανείς δεν έχει το δικαίωμα ή την ευκαιρία να δράσει κατά το δοκούν. Ακόμα και τα συναισθήματα περιορίζονται και ενώ είναι αποδεκτή η σεξουαλική ελευθερία, είναι απαγορευμένες οι έννοιες της μητρότητας και της πατρότητας.

Το μότο αυτής της ιδιότυπης κοινωνίας είναι ότι «όλοι ανήκουν σε όλους» και αποτελούν μέρος ενός ολοκληρωτισμού, όπου δεν συναντώνται μεν η πείνα, ο πόνος και η δυστυχία, αλλά παράλληλα η χαρά και η ευτυχία είναι πλασματικές.

Όσοι τολμούν να αντιδράσουν, εξορίζονται και οι ελάχιστοι εκπρόσωποι του παλιού κόσμου που δεν άλλαξε, ζουν απομονωμένοι μακριά από το πολιτισμένο αυτό κράτος και αποκαλούνται «Άγριοι».

Μέσω της ψυχογράφησης επομένως δυο βασικών εκπροσώπων των δυο προαναφερόμενων κοινωνιών, τον Μουσταφά Μοντ που είναι ο αρχηγός του καινούργιου κόσμου και έναν Άγριο, ο Χάξλεϋ αντιπαραβάλλει τις έννοιες της ουτοπίας και της δυστοπίας. Καταναλωτισμός, πλούτος, ομορφιά και ευημερία versus φτώχειας, ασθένειας, ρυπαρότητας και ασημαντότητας. Τα πρώτα απορρέουν από επιστημονικές ή τεχνολογικές παρεμβάσεις και τα δεύτερα είναι αποτέλεσμα της φύσης και της ομαλής προσαρμογής του ανθρωπολογικού ιστού.

Μολονότι τα όρια δεν είναι διόλου δυσδιάκριτα, οι παρεκκλίσεις, ακόμα και όταν συνειδητοποιούνται, δεν είναι εφικτές. Οι ήρωες παραπαίουν ανάμεσα στο επιβεβλημένο και το απροσδόκητα θεμιτό και βυθίζονται στη δίνη της νάρκωσης τους, χάνοντας την επαφή ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, το ρεαλιστικό και το ονειρικό και γίνονται υπηρέτες ενός επίπλαστου ιδανικού.

Σταδιακά λοιπόν παρατηρείται ότι – όπως και ο Τζακ Λόντον στη «Σιδερένια Φτέρνα» – ο δημιουργός καταθέτει το προσωπικό του μανιφέστο για την κατάληξη της ανθρωπότητας, θεωρώντας ότι, αν οι άνθρωποι δεν διαλέξουν «την αποκέντρωση και την εφηρμοσμένη επιστήμη όχι ως αυτοσκοπούς, αλλά ως μέσα για την παραγωγή μιας φυλής ελευθέρων ατόμων, θα ‘χουν να διαλέξουν ανάμεσα σε πολλές δικτατορίες, ολοκληρωτισμούς που θα στηρίζονται στον τρόμο και τον φόβο της ατομικής βόμβας και των συνεπειών της ή σ’ έναν υπερολοκληρωτισμό που γεννιέται από το κοινωνικό χάος, την τεχνολογία γενικά και την ατομική επανάσταση ειδικά και εξελίσσεται σε μια κοινωνικής πρόνοιας τυραννία».